Στην ζωή μας συμβαίνουν πολλά περιστατικά. Κάποιες φορές ανεξήγητα θα έλεγε κανείς. Πόσες φορές έχετε βρεθεί συνήθως βραδινές ώρες σε παρέες μικρές ή μεγάλες και ακούτε διάφορες ιστορίες όπως τρόμου , φαντασμάτων , ανεξήγητων φαινομένων και δυνάμεων και έχετε νιώσει μια ελαφριά ανατριχίλα μέσα σας. Ο καθένας από μας σίγουρα έχει ζήσει έχει νιώσει έχει ονειρευτεί κάτι το ανεξήγητο.

   Ο  ΕΟΕ λοιπόν στην πολύχρονη λειτουργία του και με την βοήθεια του εκδοτικού οίκου βγάζει από το ντουλάπι του χρόνου όλες εκείνες τις περίεργες  ιστορίες προς ανάγνωση .Οι παρακάτω ιστορίες είναι από ανθρώπους που είτε έχουν ακούσει είτε έχουν δει παράξενα και ανεξήγητα φαινόμενα. Όσο για το αν είναι αληθινές ή ψεύτικες αυτό το αφήνουμε στην κρίση του κάθε αναγνώστη.

 Ακόμα ο ΕΟΕ παροτρύνει όλους τους φίλους της σελίδας να πουν την δική τους ιστορία η οποία θα αναρτηθεί με σειρά προτεραιότητας. Ο ΕΟΕ ευχαριστεί όλους τους φίλους και τα μέλη για την στήριξή τους και περιμένει τις δικές σας ιστορίες.

Μπορείς να μας στείλεις από τώρα και τις υπόλοιπες μέρες την ιστορία σου στο mail του ΕΟΕ eoellas@yahoo.gr ή στο mail του υπευθύνου vougasxaral@hotmail.com

ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ PROJECT ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΟΕ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΒΟΥΓΑΣ vougasxaral@hotmail.com

 

«  ΑΓΑΠΗ »

Κάποτε ήταν δυο φίλες, η μια βασανιζόταν χρόνια από κρίσεις. Ζούσε με τον αδελφό της, ο οποίος την συντηρούσε. Η κατάσταση της κοπέλας ήταν τόσο άσχημη, που πολλές φορές δεν μπορούσε να βγει καθόλου από το σπίτι. Κάποια μέρα οι δυο φίλες είχαν ένα μικρό τσακωμό και έκαναν να βρεθούν δυο χρόνια

Κάποιο βράδυ, η φίλη της άρρωστης κοπέλας ήταν μόνη της στο σπίτι, όταν χτύπησε το κουδούνι. Όταν άνοιξε διαπίστωσε ξαφνιασμένη ότι ήταν η παλιά της φίλη. Εκείνη την ώρα το ρολόι χτύπησε έντεκα. Όταν η κοπέλα προσπάθησε να αγκαλιάσει την παλιά της φίλη, εκείνη αποτραβήχτηκε επειδή όπως είπε, δεν αισθανόταν πολύ καλά και ετοιμαζόταν για ένα μεγάλο ταξίδι. Στην άλλη κοπέλα έκανε εντύπωση πως ο αδελφός της θα την άφηνε να κάνει κάτι τέτοιο στην κατάσταση που ήταν, αλλά δεν είπε τίποτα.

Αφού μίλησαν λίγο για τα παλιά, η άρρωστη κοπέλα είπε ότι ήρθε η ώρα να φύγει. Λίγο πριν βγει από την πόρτα γύρισε και έδωσε στην φίλη της ένα μικρό κουτάκι. Όταν το άνοιξε η κοπέλα βρήκε μέσα ένα κουμπί, από το φόρεμα που φόραγε η άρρωστη φίλη της εκείνη την στιγμή. Την ευχαρίστησε για το δώρο χωρίς να της πει τίποτα μιας και ήξερε ότι η κοπέλα ήταν πάντα λίγο παράξενη. Τελικά η κοπέλα απομακρύνθηκε περπατώντας ώσπου σε μια στροφή του δρόμου την έχασε από τα μάτια της. Η ώρα ήταν δυο παρά τέταρτο.

Την άλλη μέρα η κοπέλα αποφάσισε να πάει να δει πως ήταν η φίλη της πριν από το ταξίδι που θα έκανε αλλά στο σπίτι βρήκε μονό τον αδελφό της. Της είπε ότι η αδελφή του είχε πεθάνει το προηγούμενο βράδυ γύρω στις έντεκα. Σοκαρισμένη η κοπέλα του είπε τι έγινε το βράδυ στο σπίτι της αλλά εκείνος όπως ήταν φυσικό, την πέρασε για τρελή. Τότε ήταν που η κοπέλα θυμήθηκε το δώρο της φίλης της και όταν το είδε ο αδελφός της σοκαρίστηκε. Όπως είπε, πραγματικά το κουμπί ήταν από το φόρεμα που το είχαν φορέσει στην αδελφή του, για να την κηδέψουν.

Η άτυχη κοπέλα, πίστεψαν ότι πήγε για τελευταία φορά (έστω και σαν φάντασμα) να δει την φίλη της που την αγαπούσε τόσο πολύ. Πολλές φορές η αγάπη είναι τόσο δυνατή, που δεν εμποδίζει τίποτα αυτόν που την νιώθει, ούτε ο ίδιος ο θάνατος.

 

« ΠΑΠΠΟΥΣ »

Ο παππούς μου, ο πατέρας του μπαμπά μου, πέθανε όταν ήμουν γύρω στα 4. Εγώ τότε και να μου εξηγούσαν τι σημαίνει θάνατος, δεν θα το καταλάβαινα, μόλις είχα αρχίσει να μιλάω! Επομένως δεν μου έκαναν κανένα λόγο για το συγκεκριμένο ζήτημα, αν και εγώ ζήτησα 3-4 φορές τον παππού μου, ωστόσο μετά από λίγο το ξέχασα.

Μια μέρα όμως ήμουν στο δωμάτιο μου και έπαιζα με τις κούκλες μου ενώ η μητέρα μου ήταν στο δίπλα δωμάτιο, στην κουζίνα. Ξαφνικά άκουσε να γελάω τόσο πολύ σα να μου έλεγε κάποιος ένα αστείο και ξεκαρδιζόμουν! Δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία καθώς από μικρό ήμουν η προσωποποίηση της χαράς και μου άρεσε να γελάω. Μετά το γέλιο όμως άκουσε ομιλίες… και όχι μόνο τη δικιά μου φωνή αλλά και μια αντρική. Τρόμαξε όπως είναι λογικό και έτρεξε στο δωμάτιο μου να δει τι συμβαίνει. Με είδε καθισμένη οκλαδόν και να κοιτάω λίγο ψηλά σαν να στέκεται ένας άνθρωπος από πάνω μου ενώ δεν ήταν κανένας! Έντρομη με ρώτησε με ποιον μιλούσα και η απάντησή μου ήταν η εξής: «Mα καλά, δεν είδες τον παππού; Τώρα εδώ ήταν…».

 

 Επίσκεψη Από Τον Άλλο Κόσμο.

Είμαι η Μαίρη Κ. Είμαι φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη εδώ και τρία χρόνια. Πριν ένα χρόνο περίπου διαδραματίστηκε η ιστορία που θα σας διηγηθώ. Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι μου έχει συμβεί!

Αρχικά, ένα βράδυ καθώς γυρνούσα σπίτι, γύρω στις 2 με 2.30 παρατήρησα σχεδόν έξω από την πολυκατοικία μου μια ηλικιωμένη κυρία να στέκεται όρθια και να κοιτάει στο κενό παραμιλώντας ψιθυριστά κάτι που δεν κατάλαβα. Δεν έδωσα όμως πολύ σημασία και μπήκα στην πολυκατοικία μου.

Μετά από τρεις με τέσσερις μέρες, την ίδια ώρα περίπου, γυρίζοντας ξανά στο σπίτι μου μετά από έξοδο την είδα πάλι σχεδόν στο ίδιο σημείο! Εκεί μπορώ να πω πως με ανησύχησε λίγο, αλλά σκέφτηκα ότι μπορεί να είναι κάποια της γειτονιάς. Μετά από λίγο καιρό, για αρκετό διάστημα, άρχισα να βλέπω περίεργα, σκοτεινά όνειρα, με σκιές να με κατακλύζουν και όχι μόνο. Την ημέρα στο σπίτι μου, νόμιζα πως συνέβαιναν περίεργα πράγματα, όπως το να νομίζω πως υπάρχει κάποια ενέργεια στο χώρο. Πίστευα όμως πως είμαι επηρεασμένη από τα όνειρα. Όλα αυτά όμως, ήταν ένα τίποτα μπροστά σε αυτό που ακολούθησε στη συνέχεια.

Ένα βράδυ, καθώς ασχολούμουν με τον υπολογιστή άκουσα να χτυπάει κάποιος την πόρτα πολύ σιγανά, δεν ήταν πολύ αργά, αλλά δεν περίμενα κανέναν. Φοβήθηκα γιατί εμένα μόνη μου και με τάραζε η ιδέα ότι μπορεί κάποιος άγνωστος να μου χτυπάει την πόρτα, ούτε καν το θυροτηλέφωνο. Διστακτικά σηκώθηκα σιγά σιγά και χωρίς να κάνω θόρυβο, και κοίταξα από το ματάκι. Αυτό που είδα δεν περιγράφεται. Βασικά δεν περιγράφονται τα συναισθήματα. Ακόμα λέω, πως μπορεί να μην είδα καλά, αλλά από το ματάκι είχα δει την ίδια ηλικιωμένη κυρία που έβλεπα έξω από την πολυκατοικία να γυρίζει γρήγορα την πλάτη της και να κατεβαίνει τις σκάλες. Προσπάθησα να καθησυχάσω τον εαυτό μου, με το ότι αυτή η γιαγιά ήταν απλά κάποια τρελή που γυρνούσε στη γειτονιά και έμπαινε στις πολυκατοικίες.

Φυσικά, την επόμενη μέρα, χωρίς να έχω κλείσει μάτι, έφυγα από το σπίτι κι έμεινα για κάποιες μέρες στην κολλητή μου! Όταν αποφάσισα να γυρίσω στο σπίτι μου, στη πολυκατοικία μου, δυο πόρτες μετά το διαμέρισμα μου, γινότανε μια κηδεία. Αυτό το διαμέρισμα ήταν της διαχειρίστριας μου. Γι αυτό το λόγο πήγα για λίγο να δώσω τα συλλυπητήρια μου. Με ανατρίχιαζε λίγο η ιδέα του ότι κάποιος έχει πεθάνει σχεδόν δίπλα από το διαμέρισμα μου, αλλά γρήγορα θα το ξεχνούσα. Μπαίνοντας μέσα λοιπόν, μαθαίνω ότι έχει πεθάνει ο πατέρας της. Δίπλα στη φωτογραφία του εκλιπόντος υπήρχε η φωτογραφία μιας κυρίας, μιας ηλικιωμένης γυναίκας, η οποία μου φαινόταν γνωστή. Κατάλαβα ότι ήταν η γιαγιά που μου χτύπησε την πόρτα μια εβδομάδα πριν και η οποία στεκόταν και έξω από την πολυκατοικία.

Από ότι κατάλαβα η ηλικιωμένη είχε πεθάνει πριν καιρό. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι είχα έρθει σε επαφή με ένα πνεύμα. Ήταν ο χειρότερος εφιάλτης μου! Μετά απ αυτό το σοκ, έκανα μια σοβαρή συζήτηση με τους γονείς μου να μετακομίσω. Δυσκολεύτηκα να τους πείσω αλλά τα κατάφερα, αν και ποτέ δεν πίστεψαν την ιστορία μου! Μετά από όλα αυτά ακόμα αναρωτιέμαι για ποιο λόγο το πνεύμα της ηλικιωμένης απευθύνθηκε σ εμένα! Λογικά δεν θα μάθω και ποτέ! Ίσως αν δεν έφευγα από το σπίτι μου να μάθαινα τι ήθελε!!!

 

 Τράγος Ή Σατανάς;

 H γιαγιά μου κάποτε μου είχε πει μια ιστορία για τον πατέρα της με έναν τράγο. Ο προπάππος μου μόλις είχε τελειώσει η κατοχή κι ενώ η Αθήνα ήταν ακόμα χωριό κι όχι η γνωστή τσιμεντούπολη που όλοι γνωρίζουμε, γυρνώντας από την δουλεία στο σπίτι βλέπει μπροστά του έναν τράγο. Ήξερε πως κανένας γείτονας δεν είχε στην κατοχή του κάποιον τράγο και σκέφτηκε ότι από κάπου θα είχε φύγει και βρέθηκε στην περιοχή. Μην γνωρίζοντας σε ποιον ανήκει είπε να τον πάρει, αλλά την ώρα που πλησίασε τον τράγο για να τον πάρει τον είδε να αλλάζει και να γίνεται κάτι σαν άνθρωπος με κέρατα και πόδια τράγου.

Μόλις κατάλαβε τι ήταν αυτό, ο προπάππος το έβαλε στα πόδια κι αυτό άρχισε να τον κυνηγάει. ο προπάππος πρόλαβε να μπει στο σπίτι του και ζήτησε από τα παιδιά του και την γυναίκα του να κλειδαμπαρώσουν όλες τις πόρτες και τα παράθυρα. Τότε όλες οι πόρτες και τα παράθυρα άρχισαν να τρέμουν με βροντές και ακούστηκε μια φωνή, «βγες έξω, είσαι δικός μου», βλασφημίες και άλλα τέτοια. Η προγιαγιά μου και τα παιδιά τα έχασαν, Ο προπάππος μου τους εξήγησε τι είχε γίνει και η προγιαγιά μου κατάλαβε έτσι πήρε λιβάνι και λιβάνισε όλο το σπίτι και προσευχήθηκε σε μια εικόνα της Παναγίτσας που είχε για να φύγει το κακό. Μέτα από λίγο οι βροντές και οι φωνές σταμάτησαν και όλα ηρέμησαν.

 

 Το Κορίτσι Και Η Κούκλα.

Την ιστορία που σας γράφω μου την είπε μια κοπέλα. Ήταν μια οικογένεια η οποία μετακόμισε πριν μια εβδομάδα σε ένα ήρεμο χωριό, δεν ξέρω το όνομα. Μια Κυριακή λοιπόν η μητέρα αποφάσισε να πάει με την κόρη της και να ψωνίσουν. Η Μαργαρίτα, η οποία πήγαινε δημοτικό, επειδή μεγάλωσε πολύ και δεν της έκαναν τα φορέματα πια. Η μητέρα της είδε ένα μικρό μαγαζί στην γωνία της πλατειάς, μπήκαν μέσα και η μητέρα της της πήρε ένα γαλάζιο φόρεμα, άσπρα γάντια, μαύρα παπούτσια και ένα ωραίο άσπρο καπέλο.

Επειδή η μητέρα ήταν πολύ κουρασμένη αποφάσισε να πάνε σπίτι. Στο δρόμο για το σπίτι τους η μικρή Μαργαρίτα είδε ένα μεγάλο διώροφο μαγαζί με παιδικά παιχνίδια, και τότε το κοριτσάκι είδε στην βιτρίνα του μαραζιού μια κούκλα από πορσελάνη σχεδόν όμοια της, η οποία ήταν με ξανθά μακριά μαλλιά. Η κούκλα φορούσε γαλάζιο φόρεμα με μαύρα παπούτσια και άσπρα γάντια, και είχε ένα πανέμορφο άσπρο καπέλο.

Η μικρή Μαργαρίτα ήξερε από την αρχή ότι την θέλει και είπε στην μητέρα της «μαμά κοίτα πόσο όμορφη είναι αυτή η κούκλα, την θέλω πολύ». Αλλά η μητέρα της επειδή ήταν πολύ κουρασμένη και δεν είχε μαζί της άλλα χρήματα είπε στην μικρή ότι αυτή την στιγμή δεν μπορεί να την πάρει και έτσι γύρισαν στο σπίτι. Την επομένη μέρα η Μαργαρίτα θα πήγαινε στο σχολειό και έπρεπε να κοιμηθεί νωρίς. Και έτσι η μέρες περούσανε και σιγά σιγά η μικρή κοπέλα ξέχασε την κούκλα, ως που ήρθαν τα Χριστούγεννα και το πρωί που ξύπνησε η μικρή κοπέλα πήγε στο σαλόνι όπου εκεί είδε κάτω από το δέντρο ένα μεγάλο κουτί και από την περίεργα της το άνοιξε και τι να δει; Η πανέμορφη κούκλα από την βιτρίνα, την πήρε αμέσως στην αγκαλιά της.

Συνέχεια έπαιζαν μαζί και η γονείς της δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποια είναι ποια! Ήταν τόσο όμοιες που δύσκολα μπορούσε κάνεις να τις ξεχωρίσει. Σχεδόν κάθε βράδυ η Μαργαρίτα την έπαιρνε μαζί της και κοιμόντουσαν μαζί αλλά η μικρή Μαργαρίτα μεγάλωσε και σιγά σιγά την εγκατέλειψε. Ένα βράδυ η κοπέλα πήρε την κούκλα πάνω στο δωμάτιο της όμως δεν την έβαλε στο κρεβάτι αλλά την άφησε κάτω να κοιτάζει τον τοίχο, γιατί φοβόταν το ένα μάτι που έλειπε από την κούκλα.

Τα μεσάνυχτα ξαφνικά από το δωμάτιο της μικρής κοπέλας ακούστηκε μια παιδική παραπονεμένη φωνή η οποία της είπε «Μαργαρίτα γιατί δεν με κάνεις άλλο παρέα, με βαρέθηκες; Με φοβάσαι επειδή μου λείπει το ένα μάτι η επειδή έχω χαρακιές στο πρόσωπο μου; Αλλά και αυτό εσύ μου το έβγαλες! Μήπως επειδή είμαι βρώμικη; Αλλά εσύ με άφησες έτσι. Μήπως επειδή το ένα μου γάντι λείπει; Αλλά και εκείνο εσύ μου το έβγαλες». Η μικρή Μαργαρίτα τρόμαξε με αυτά που της είπε η κούκλα και μπήκε κάτω από τα παπλώματα και έτρεμε.

Μια στιγμή η φωνή πλησίαζε όλο και πιο κοντά της. Την επόμενη μέρα η μητέρα της φωνάζει την μικρή κοπέλα αλλά δεν απάντησε κανείς και έτσι η μητέρα της ανέβηκε πάνω, μπήκε στο δωμάτιο της μικρής και τι να δει; Η μικρή κοπέλα στεκόταν όρθια μπροστά στο τοίχο. Η μητέρα της πλησίασε και την ακούμπησε από τον ωμό, ήταν παγωμένη και την γύρισε απότομα, στην μικρή κοπέλα έλειπε το ένα μάτι και στο πρόσωπο είχε χαρακιές. Στον τοίχο έγραφε με κεφαλαία γράμματα «ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΨΕΣ;»

 

 

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων.