Το Όχι είναι δισύλλαβο:

Βρέ-χει

Ο Πιλάτος φοράει το μπλε

του αδιάβροχο,

δε βρίσκει ταξί,

οι συνειδήσεις συνωστίζονται

στον ίδιο μονόδρομο,

όλοι νίπτουν τας χείρας των,

μάλιστα τέτοιες μέρες.

Το Όχι είναι δισύλλαβο,

Η ψιλή και οξεία στο ο

Κεντρώνει το όχι, 

μονόγραμμα των ημερών.

Το παράθυρο έχει δίφυλλο,

η ψιλή και οξεία βροχή

το κεντρώνει,

μονόγραμμα στο κλειστό Όχι.

[Το λίγο του κόσμου, εκδ. Ίκαρος]

 

Το πατρικός όνομα της Κικής Δημουλά είναι Βασιλική Ράδου και γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου του 1931 στην Αθήνα στην περιοχή της Κυψέλης όπου ζει μέχρι και σήμερα. Είναι το πρώτο παιδί την οικογένειας Ράδου και έχει ακόμη μία αδελφή εννιά χρόνια μικρότερη της. Τελείωσε το δημοτικό στην πλατεία Κυψέλης και το Γυμνάσιο στην Φωκίωνος Νέγρη στην Επτανήσου.

Τα παιδικά της χρόνια τα αναπολεί, όχι ως χρόνια της αθωότητας ή της ξεγνοιασιάς, αλλά επειδή ήταν τα χρόνια της νεότητας. Περιορισμένη πάντα από την οικογένεια της, με μια ασφυκτική διάθεση που τους χαρακτήριζε, περνούσε όλα της τα καλοκαίρια, και όχι μόνο, γύρω από την πόρτα του σπιτιού της, χωρίς καμία άλλη ελευθερία κάτι που θα καθορίσει όλη της την ζωή . Η μητέρα της την περίμενε πάντα στο παράθυρο του σπιτιού τους πότε θα γυρίσει από το σχολείο, ακόμη και μετά όταν ενήλικη πλέον δούλευε στην Τράπεζα της Ελλάδος. Την κατάσταση μέσα στην οικογένεια της την χαρακτηρίζει κάπως ιδιόρρυθμη, γιατί δεν ζούσε μέσα στο σπίτι η αμιγώς οικογένεια. Η μητέρα της όταν έφυγε από την Μεσσήνη έφτασε στην Αθήνα μαζί με τα δύο αδέλφια της με τα οποία έζησε ως παντρεμένη στο ίδιο σπίτι για όλη της την ζωή. Οι δύο της θείοι ήταν οι ρυθμιστές της ζωής όλης της οικογένειας. Ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο που έμελε να είναι η έναρξη της ποιητικής της ζωής είναι αυτό με τον ένα της θείο τον Παναγιώτη Καλαμαριώτη, ο οποίος μια πρωτοχρονιά της έφερε μέσα σε ένα δερμάτινο βαλιτσάκι την πρώτη της ποιητική συλλογή. Ήταν ποιήματα που είχε γράψει η ίδια και τα κρατούσε μέσα σε ένα συρτάρι όχι όμως κλειδωμένα γιατί τα μυστικά στην οικογένεια της δεν επιτρέπονταν. Αυτά τα ποιήματα τα βρήκε ο θείος της και τα έδωσε σε ένα τυπογραφείο όπου τα έκαναν ένα μικρό βιβλίο. Ως ένα άτομο ντροπαλό και ανασφαλές η Δημουλά θεώρησε ότι αυτά τα ποιήματα, τα πρώτα της σκαριφήματα, δεν θα έπρεπε ποτέ να δουν το φως της δημοσιότητας και έτσι τα απέσυρε γρήγορα, τα κράτησε μόνο ως ένα αναμνηστικό εκείνης της ευγενικής και έντονα συγκινητική κίνησης του θείου της. Τα χρόνια της αθωότητας της στιγματίζονται από τον Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Η οικογένεια της πανικόβλητη φεύγει από την Αθήνα για την Καλαμάτα όπου βρισκόταν η υπόλοιπη οικογένεια της μητέρας της.

Ο πατέρας της Χρήστος Ράδος υπήρξε χρόνια τραπεζικός υπάλληλος στην Τράπεζα της Ελλάδος. Όταν έφτασε η εποχή της συνταξιοδότησης του, η τράπεζα τότε έδινε το δικαίωμα στους υπαλλήλους της να εισάγουν στην τράπεζα τα παιδιά τους ως υπαλλήλους. Έτσι, στα 18 της χρόνια το 1949, ξεκίνησε να εργάζεται στην Τράπεζα της Ελλάδας σε διάφορες υπηρεσίες της έως το 1973. Αυτό δεν ήταν όμως το όνειρο της ζωής της ήταν απλά μια σύμβαση που ακολούθησε. Αγαπούσε πάρα πολύ την μουσική και είχε μια πολύ σωστή φωνή, όμως εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια να μάθει πιάνο και να ασχοληθεί με την μουσική. Επίσης, εγκατέλειψε το όνειρο της να σπουδάσει νομική μετά από τις πιέσεις της οικογένειας της που θεωρούσαν ότι ο συγκεκριμένος επαγγελματικός κλάδος δεν είναι για εκείνες τις κοπέλες που πρέπει να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια. Σε αυτό συνηγόρησε και ο ένας από τους δύο θείους της κι ας ήταν και ο ίδιος μεγαλοδικηγόρος. Τα χρόνια που δούλευε στην Τράπεζα της Ελλάδος είχε την ευκαιρία να προσηλωθεί στην ποίηση, αυτή η δημόσια υπηρεσία την ανάγκαζε να κινείται σε συγκεκριμένα όρια και έτσι άφηνε το μυαλό της ελεύθερο να δημιουργήσει χωρίς ουσιαστικά να την απασχολεί. Όπως όλοι οι άνθρωποι έτσι και η Δημουλά είχε δύο ζωές αυτή που ζούσε προς τα έξω η οποία φαινομενικά ήταν πολύ ήσυχη και αυτή που ζούσε μέσα της μια ανατρεπτική ζωή. Το 1959 ο Ξ. Ζολώτας τότε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και ακαδημαϊκός ίδρυσε το λογοτεχνικό περιοδικό Κύκλος η Δημουλά εντάχθηκε στην συγγραφική του ομάδα μέχρι το 1967 όπου η Χούντα ανέκαμψε την κυκλοφορία του περιοδικού.

Ο γάμος της το 1952 με τον ποιητή και πολιτικό μηχανικό Άθω Δημουλά αποτέλεσε σημείο σταθμός στην ζωή της. Στο πρόσωπο του βρήκε το πιο αγαπητό άνθρωπο της. Στον γάμο της θα την επηρεάσει η σχέση της με την πεθερά της που ναι μεν ήταν ομαλή όμως ήταν και  ιδιόμορφη ταυτόχρονα. Υπήρξε καθηγήτρια φιλολογίας στο Γυμνάσιο που φοιτούσε η Δημουλά και μια από τις πλέον αυστηρές καθηγήτριες του σχολείου που όμως την συμπαθούσε πάρα πολύ. Αυτή της η ιδιότητα όμως επηρέασε πάρα πολύ την ψυχολογία της ποιήτριας και όπως χαρακτηριστικά λέει η ίδια δεν την έβγαλε ποτέ από τον ρόλο της μαθήτριας κάτι που την έκανε να υποφέρει πάρα πολύ.

Ο Δημουλάς ήταν ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο για εκείνην. Ήταν ο δάσκαλος της, ένα πολύ αγαπημένο πρόσωπο της. Τον θαύμαζε τόσο πολύ για τις γνώσεις του που τολμάει να τον χαρακτηρίσει το λεξικό της, ότι δεν γνώριζε το ρωτούσε σε εκείνον. Την ζωή μαζί του την χαρακτηρίζει ως ένα ωραίο ταξίδι. Η ίδια δεν έγραψε ποτέ έναν στίχο χωρίς να του τον δείξει για να της πει αν θα συνέχιζε ή όχι, ήταν η προσωπική της ανάγκη να έχει έναν άνθρωπο ικανό να την κατευθύνει. Εκείνος από την πλευρά του δεν ήταν καθόλου ανταγωνιστικός παρόλο που ήταν και ο ίδιος ποιητής. Αντίθετα, φρόντιζε να διαφημίζει την σύζυγο του ως μια ποιήτρια. Αυτό όμως την στεναχωρούσε και την έκανε να ντρέπεται, ένα συναίσθημα που δεν απέβαλε ποτέ. Το αίσθημα αυτό της ντροπής την σταμάτησε από το να κάνει πολλά πράγματα στη ζωή της. Ακόμη και όταν μπήκε στην Ακαδημία θεώρησε ότι ήταν ανάξια της.

Το έντονο αίσθημα της ευθύνης που την διακρίνει την κάνει αμέσως μετά τον γάμο της να αποκτήσει το πρώτο της παιδί τον Δημήτρη (1956) και ένα χρόνο μετά το δεύτερο την Έλση (1957). Ως μια ιδιοτροπία για τις εντυπώσεις που σχηματίζονται δεν θέλησε ποτέ μπροστά τα παιδιά της να δείξει ότι είναι ποιήτρια. Δεν διέκοψε ποτέ την κανονική επαφή μάνας και παιδιού μέχρι και που τα ίδια δημιούργησαν τις δικές τους οικογένειες.

Για την ζωή της αναφέρει ότι κατάφερε κάθε περίοδος που ζούσε να μην διαφοροποιείται η μία από την άλλη. Η ξεγνοιασιά ήταν μια έννοια άγνωστη κάτι που έκανε τις πιο γόνιμες περιόδους της ζωής της να πάνε χαμένες. Για το γεγονός ότι γράφει ποιήματα είναι μια ηθοποιία του ανθρώπου που είναι κάτι που την κάνει κάπως αφύσικη και αμήχανη. Ίσως γι’ αυτό και να έγραφε τα περισσότερα ποιήματα της στην κουζίνα του σπιτιού της.

Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα ουσιαστικά το 1956 με τη συλλογή Έρεβος (1956, Στιγμή 1990) κι ακολούθησαν οι συλλογές Ερήμην (Δίφρος 1958,Στιγμή 1990), Επί τα ίχνη (Φέξης 1963, Στιγμή 1989), Το λίγο του κόσμου (1971, Νεφέλη 1983,Στιγμή 1990), Το τελευταίο σώμα μου (Κείμενα 1981,Στιγμή 1989), Χαίρε ποτέ (Στιγμή 1988), Η εφηβεία της λήθης (Στιγμή 1994), Ενός λεπτού σιγή (Ίκαρος 1998), Ήχος απομακρύνσεων (Ίκαρος 2001), Ο Φιλοπαίγμων μύθος (πεζό)(Ίκαρος 2004), Εκτός σχεδίου (πεζό, Ίκαρος 2005), Χλόη θερμοκηπίου (Ίκαρος 2005), Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως (Ίκαρος 2997), Έρανος Σκέψεων (πεζό, Ίκαρος 2009) και η τελευταία, 13η συλλογή, Τα εύρετρα (Ίκαρος 2010).

Ένας από τους στενότερους και λιγοστούς φίλους της Κικής Δημουλά ο Νίκος Δήμου (συγγραφέας) είχε πει κάποια στιγμή «Η Κική Δημουλά είναι η μεγαλύτερη Ελληνίδα ποιήτρια της Ελλάδας μετά την Σαπφώ» μια δήλωση που σήκωσε πολλές αντιδράσεις αλλά που συν το χρόνο τον δικαίωσε μιας που η Δημουλά βαθμιαία αναγνωρίστηκε από πολλούς ανθρώπους.

Τα θέματα της Κικής Δημουλά είναι ανθρώπινα, δεν μπορούμε να την πούμε ερωτική, εκτός κι αν ο έρωτας της ζωής και ο θρήνος για την απουσία του έρωτα της ζωής μπορεί να θεωρηθεί ερωτική ποίηση. Η Κική Δημουλά έχει ένα μεγάλο θέμα που την απασχολεί και αυτό είναι η απουσία, το μηδέν του πένθους, ο χρόνος, η παροδικότητα, η φθορά, η τραγωδία της φθοράς. Αυτό το θέμα επανέρχεται σε όλα της τα ποιήματα ακόμα και σε εκείνα που σε κάποια στιγμή νομίζεις ότι είναι ευχάριστα.

Η ποίηση της συμβαδίζει πάρα πολύ με την ίδια της την ζωή. Η Δημουλά είχε μια μεγάλη ερωτική ιστορία στην ζωή της: αγάπησε και παντρεύτηκε τον Άθω Δημουλά. Μετά τον θάνατο του χάθηκε, κυριολεκτικά εξαφανίστηκε από τον κόσμο. Οι φίλοι της την κυνηγούσαν, προσπαθούσαν να την βοηθήσουν, προσπαθούσαν να της μιλήσουν. Είχε βυθιστεί μέσα στο πένθος.

Η Κική Δημουλά είναι, όπως την περιγράφουν, ένας άνθρωπος πάρα πολύ γλυκός, πάρα πολύ τρυφερός και ταυτόχρονα πάρα πολύ αυστηρός. Είναι σκληρή και αυστηρή με την ποίηση και τον εαυτό της και ποτέ μα ποτέ δεν είναι ευχαριστημένη με αυτά που γράφει. Είναι σκληρή και με τους στίχους των άλλων που σημαίνει ότι δεν ανέχεται το μέτριο πουθενά στην τέχνη. Σαν άνθρωπος, όμως, ανέχεται και το μέτριο και την αδυναμία και το σφάλμα.

Η Κική Δημουλά ως ποιήτρια έχει δύο δημιουργικές περιόδους οι οποίες έχουν ως διαχωριστικό τους σημείο την ποιητική συλλογή Το λίγο του κόσμου. Στα πρώτα της βιβλία είναι πιο συντηρητική, τα θέματα είναι τα ίδια, είναι δυνατά, αλλά η γλώσσα είναι ακόμα μέσα σε πλαίσια. Από την ποιητική συλλογή Το τελευταίο σώμα μου καταφέρνει να κάνει την γλώσσα ένα όργανο όπως ένας βιολιστής ή ένας πιανίστας. Κατέχει το όργανο αυτό που θα βγάζει φθόγγους και ήχους που δεν τους περιμένεις. Είναι τόσο ευαίσθητη που τα πάντα την πληγώνουν, την πονούν, την ενοχλούν ή την εξαγριώνουν. Η Δημουλά έχει την ιδιότητα να μπορεί να γίνει και φοβερά σαρκαστική

Στην δεύτερη περίοδο της η Δημουλά χρησιμοποιεί τα ρήματα σαν επίθετα και τα ουσιαστικά σαν επιρρήματα. Έχει ακριβώς αυτήν την δυνατότητα να μετασχηματίζει σε γλωσσικούς φθόγγους, συναισθήματα με έναν τρόπο τόσο άναρχο, τόσο ανατρεπτικό, τόσο απρόβλεπτο που να αιφνιδιάζει. Η Δημουλά είναι μία ποιήτρια που την γλώσσα την έχει μεταχειριστεί με έναν τρόπο που μοιάζει σαν να την έχει κομματιάσει, να την έχει αναποδογυρίσει μέσα έξω, έχει αγνοήσει το συντακτικό, τη γραμματική, αλλά με αυτόν τον τρόπο έχει δημιουργήσει αυτές τις τόσο δυνατές στιγμές οι οποίες είναι η ποίηση της.

Η ποίηση της ενώ είναι βαθύτατα συναισθηματική δεν έχει ίχνος από συναισθηματισμό, είναι τελείως στεγνή, δεν έχει καθόλου από τον ευκόλως εννοούμενο λυρισμό και ο πόνος ή το όνειρο ή η μοναξιά εκφράζονται πάντοτε αντίστροφα, δηλαδή, με σαρκασμό, με ειρωνεία, με χλεύη, με αυτοσαρκασμό. Έτσι, έχεις συνεχώς την αίσθηση της τραγικότητας και του «γυμνού» συναισθήματος.

Ο κόσμος της είναι πάντοτε οι δικοί της άνθρωποι, η οικογένεια της, τα παιδιά της, τα εγγόνια της, οι λίγοι φίλοι της και οι λέξεις, με αυτές ζει αυτές είναι η μεγάλη ευρύτερη οικογένεια της, η γλώσσα.

Έχει τιμηθεί με το πρώτο βραβείο Κρατικής ποίησης, με το Αριστείο Γραμμάτων της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου της. Με το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας καθώς και με το μεγάλο Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Σε παγκόσμιο επίπεδο κατέχει ξεχωριστή θέση και το έργο της γίνεται κτήμα όλων των λαών με τις μεταφράσεις στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά, πολωνικά, βουλγαρικά, γερμανικά και στα σουηδικά. Επίσης, άλλες διακρίσεις της είναι το 2001 τιμάται με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο και  το 2002 γίνεται τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, η Τρίτη γυναίκα στην ιστορία της Ακαδημίας.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΟΕ ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ 

*ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Καλωσορίζουμε θερμά στην οικογένεια του ΕΟΕ την Σοφία Μαγουλιώτη, η οποία εφεξής αναλαμβάνει την θέση της υπεύθυνης του Τομέα Βιογραφιών. Της ευχόμαστε καλή πορεία και δημιουργικότητα στο έργο που αναλαμβάνει. Σας ευχαριστούμε!

Γραφείο Τύπου ΕΟΕ

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων.