Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές του 20ου αιώνα,  γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1922. Η συμμετοχή του σε ποικίλες πολιτικές και φιλοσοφικές συγκρούσεις, αλλά και η ενασχόληση του με διάφορα γνωστικά πεδία, όπως την φιλοσοφία, την πολιτική, την ψυχανάλυση, την οικονομία, την βιολογία τον καθιστούν ένα από τους σημαντικότερους φιλοσόφους του 20ου αιώνα.

Με την οικογένεια του αναγκάστηκαν να φύγουν από την Πόλη το 1922 λόγω των σφοδρών γεγονότων που ακολούθησαν την Μικρασιατική καταστροφή. Οι γονείς του και ιδιαίτερα ο πατέρας του τον επηρέασαν πολύ στην διαμόρφωση της προσωπικότητας του και των ιδεών του. Ο πατέρας του ήταν ένας άνθρωπος που λάτρευε την μόρφωση, κατά βάση ήταν άθεος και αντιβασιλικός. Η μητέρα του ήταν αντίστοιχα μια γυναίκα με εξαιρετική μόρφωση που λάτρευε την μουσική. Στα μαθητικά του χρόνια ο Καστοριάδης γνώρισε κάποιους φωτισμένους καθηγητές που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πνευματική του καλλιέργεια. Από την άλλη πλευρά, στο πρόσωπο κάποιων συμμαθητών του βρήκε τους «συντρόφους» με τους οποίους μπορούσε να μοιράζεται τις ιδέες του, τις ιδέες ενός ανήσυχου νέου που φαντάζεται τον εαυτό του ως μεταρρυθμιστή της υπάρχουσας κατάστασης. Ο ίδιος χαρακτήριζε τον εαυτό του ως ένα πρώιμο παιδί και έτσι ήταν μιας που τελείωσε το εξατάξιο Γυμνάσιο στα 15 του χρόνια, ενώ άρχισε να διαβάζει φιλοσοφία μόλις στα 11-12 χρονών και στα 13 ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με την μαρξιστική σκέψη απ’ όπου του γεννήθηκε το ενδιαφέρον για την διανόηση και την πολιτική. Ο ίδιος έλεγε ότι αν δεν είχε περάσει από τον μαρξισμό χωρίς να έχει μείνει σε αυτόν, η σκέψη του ποτέ δεν θα μπορούσε να φτάσει στο σημείο όπου τελικά έφτασε, στο σημείο της επαναστατικής σκέψης.. Αν θέλει κάποιος να κατανοήσει πλήρως ή σχεδόν πλήρως τις απόψεις και τις θεωρίες του Καστοριάδη θα πρέπει να διαβάσει τα γραπτά του ή ακόμη και να παρακολουθήσει στο διαδύκτιο ομιλίες του από διάφορες διαλέξεις και σεμινάρια που έχει κάνει κατά διαστήματα.  Σπούδασε νομικά και οικονομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, η διπλή πόλωση όμως, παρέμενε: από την μια η φιλοσοφία και από την άλλη η πολιτική με τις ιδέες του μαρξισμού και της κοινωνικής μεταβολής, διαμόρφωσαν τον πυρήνα της σκέψης του για την τύχη και την μοίρα μιας κοινωνίας  πιο ελεύθερης και πιο δίκαιης.

Η δικτατορία του Μεταξά το 1937, βρίσκει τον Καστοριάδη να κάνει την πρώτη του πολιτική δράση προσχωρώντας στην ΟΚΝΕ. Τέσσερα χρόνια μετά γράφτηκε στο κομμουνιστικό κόμμα και κατά την διάρκεια των Δεκεμβριανών μαζί με μια ομάδα νέων, εναντιώνονται στον προσανατολισμό του ΚΚΕ.  Το 1943 προσχώρησε στην τσορκτσιστική ομάδα του Σπ. Στίνα – μιας ακόμη σημαντικής προσωπικότητας στην ζωή του –  κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την δίωξη του από τους Γερμανούς και το ΚΚΕ. Το 1944 γράφει το πρώτο του κείμενο για τις κοινωνικές επιστήμες και τον Μαξ Βέμπερ, τα οποία δημοσιεύει στο περιοδικό Αρχείο Κοινωνιολογίας και Ηθικής.

Η εποχή της Αθήνας τελειώνει το 1945, τότε ο Καστοριάδης παίρνει μια υποτροφία από την Γαλλική Κυβέρνηση και φεύγει για το Παρίσι μαζί με άλλους 200 περίπου νέους με ένα από τα πλοία που μετέφεραν Έλληνες στο εξωτερικό. Με την έλευση του στο Παρίσι δεν σταματάει η ενασχόληση του με την πολιτική, αντίθετα έγινε μέλος της τροτσκιστικής Τετάρτης Διεθνούς και του Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος, απ’ όπου όμως άρχισε να απομακρύνεται σταδιακά, ώστε μετά το 1948 εγκατάλειψε οριστικά το τροτσκιστικό κίνημα. Την ίδια χρονιά άρχισε να εργάζεται στην υπηρεσία Στατιστικής Εθνικών Λογαριασμών και Μελετών Ανάπτυξης του Οργανισμού Οικονομικής Ανάπτυξης και Συνεργασίας (ΟΟΣΑ), όπου θήτευσε μέχρι το 1970. Το 1946 ξεκινάει ένα νέο κεφάλαιο στην ζωή του,  γνωρίζει τον διανοούμενο Κλωντ Λεφώρ, με τον οποίο συγκρότησαν μία εσωτερική τάση στο PCI, από το οποίο αποχώρησαν το 1948 και ίδρυσαν την ομάδα Socialisme ou Barbarie (Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα), η οποία από το επόμενο χρόνο μέχρι το 1965 εξέδιδε το ομώνυμο περιοδικό. Από τα κείμενα εκείνης της περιόδου γράφτηκαν τα βιβλία Η Γραφειοκρατική Κοινωνία (1973), Η Πείρα του Εργατικού Κινήματος (1974), Το Περιεχόμενο του Σοσιαλισμού, Σύγχρονος Καπιταλισμός και Επανάσταση, Η Γαλλική Κοινωνία (1979). Το περιοδικό κινείται πέρα των τροτσκιστικών κύκλων και ήταν ιδιαίτερα επικριτικό στα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Σταδιακά και προς τα τελευταία χρόνια της έκδοσης του περιοδικού, ο Καστοριάδης απομακρύνεται από την μαρξιστική φιλοσοφία και θεωρία της Ιστορίας όσο και από την μαρξιστική οικονομική ανάλυση όπως φαίνεται στο κείμενο του «Μαρξισμός και επαναστατική κοινωνία».

Αξιοσημείωτο στο έργο του Κ. Καστοριάδη είναι ότι ενώ οι ιδέες του γνώρισαν τεράστια απήχηση στους επαναστατικούς κύκλους πολλών χωρών της εποχής – υπήρξε ένας φιλόσοφος με διεπιστημονικό και πολυεδρικό έργο απ’ όπου κέρδισε την οικουμενικότητα – ο ίδιος δεν γνώρισε την ίδια αναγνώριση, μιας που ήταν αναγκασμένος να υπογράφει τα κείμενα του με διάφορα ψευδώνυμα και αυτό γιατί υπήρχε η απειλή της απέλασης από την Γαλλία, καθώς δεν διέθετε ακόμη την γαλλική υπηκοότητα.

Μερικά από τα σημαντικότερα κείμενα της πρώτης περιόδου της σκέψης του τα οποία έγιναν βιβλία ήταν «Η Γραφειοκρατική Κοινωνία», «Η Πείρα του Εργατικού Κινήματος» και ίσως το πιο σημαντικό έργο του «Η Φαντασιακή Θεσμική της Κοινωνίας». Το 1967 η ομάδα «Socialisme ou Barbarie» διαλύεται, αλλά δύο χρόνια αργότερα τα κείμενα της ομάδας και ιδιαίτερα του ίδιου του Καστοριάδη αποτελούν πηγή έμπνευσης των εξεγερμένων φοιτητών του Μάη του ’68.

Το 1970 ανοίγει ένα άλλο κεφάλαιο στην ζωή του Καστοριάδη, πλέον έχει αποκτήσει την γαλλική υπηκοότητα και ταυτόχρονα μια κάποια ελευθερία λόγου, ενώ ταυτόχρονα στρέφεται στην ψυχανάλυση. Από το 1974 εργάζεται ως ψυχαναλυτής και γίνεται μέλος της Τετάρτης Ομάδας, ένα κίνημα διαφωνούντων της σχολής του Λακάν. Αυτή η στροφή προς την ψυχανάλυση χαρακτηρίζει από εδώ και πέρα την σκέψη του στο σύνολο της και τον οδηγεί σε μια καινούργια φιλοσοφική κατανόηση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του ανθρώπου, η οποία αποτυπώνεται στο κλασικό πλέον έργο του «Η Φαντασιακή Θέσπιση της Κοινωνίας». Κεντρική θέση στη σκέψη του αποκτά η έννοια του Φαντασιακού, το οποίο θεωρεί ως το θεμέλιο στοιχείο της ανθρώπινης δημιουργίας. Ο Καστοριάδης αντιλαμβάνεται την κοινωνική διαφοροποίηση ως μια διαδικασία συνεχούς δημιουργίας ex nihilo σημασιών, όσον αφορά την κοινωνική αλλαγή, οποιασδήποτε προδιαγεγραμμένης πορείας της κοινωνίας, καθώς αυτή είναι συνεχής δημιουργία που γεννιέται και νοηματοδοτείται μέσω του «Κοινωνικού Φαντασιακού».

Το 1979 ο Καστοριάδης εξελέγη διευθυντής σπουδών της Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales( Σχολή Ανωτέρων Σπουδών Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού), όπου ως φιλόσοφος της αυτονομίας διοργάνωσε σεμινάρια με τίτλο «Θέσμιση της κοινωνίας και ιστορική δημιουργία».

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Καστοριάδης επισκέφτηκε αρκετές φορές την Ελλάδα, δίνοντας σειρά διαλέξεων, μεταξύ άλλων στη Θεσσαλονίκη, στο Ηράκλειο, στον Βόλο, στο Ρέθυμνο κ.α. Το 1989 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Στις 24 Φεβρουαρίου 1993 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης. Ο Κορνήλιος Καστοριάδης πέθανε σε ηλικία 75 ετών, στις 26 Δεκεμβρίου του 1997.

 ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΟΕ ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

1 σχόλιο

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.