Ο ήλιος υψώνεται και πάλι καθώς η μέρα επιστρέφει. Τα ρολόγια τρέχουν μπροστά κυλώντας αντίστροφα. Το αύριο με το σήμερα μια σπιθαμή, το χτες μια ανάσα και ο άνεμος που συνεχίζει να πνέει. Ήρθαμε όλοι ξαφνικά και δίχως να ξέρουμε το γιατί. Κατεβήκαμε μέσα από έναν κυλινδρικό σωλήνα, φτιαγμένο από ένα άγνωστο υλικό, έναν σωλήνα που γυαλίζει στα μάτια. Ανοίξαμε μέσα σε έναν τόπο γνώριμο μα και άγνωστο ταυτόχρονα. Έπρεπε από την αρχή να εκπαιδευτούμε ξανά…

Το καθετί που συμβαίνει αντανακλά στα κύτταρά μας. Η φθορά είναι η μόνη σταθερά σε αυτό το περιστρεφόμενο και συνεχώς διογκούμενο σύμπαν. Τα άκρα μας είναι το μόνο που μας συνδέει με το παρελθόν, το μόνο που συνδέει την ψυχή με το τριγύρω. Μόνο όταν αγγίζεις νοιώθεις την έκρηξη μέσα σου. Η εγγύτητά μας με το απροσδιόριστο γίνεται ολοένα και πιο προφανής, όσο συνεχίζεις να ίπτασαι μέσα στα σύννεφα του αοράτου, του ακατανοήτου, του παραλόγου. Φοβόμαστε το σχήμα του κόσμου γιατί στ’ αλήθεια ξέρουμε πως ο τόπος εδώ είναι ένα μέτρο της φυλακής μας. Είναι το πιο στεγνό, το πιο βαθύ, το πιο μικρό μέτρο, το οποίο μοιραζόμαστε με μερικά ακόμα δισεκατομμύρια ανθρώπων. Πιστέψαμε πως είμαστε αθάνατοι και σημαντικοί. Όμως ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι έτσι. Απλά στοιβαζόμαστε στον μπόγο του καιρού και ανακαλύπτουμε ξανά και ξανά το πόσο χαμένοι είμαστε τελικά, σε αυτό το ατέρμονο παιχνίδι: το παιχνίδι της ζωής.

Υπάρχουν παντού και πάντα ομοιώματα ζωής· κελύφη στα οποία καλούμαστε να εγκιβωτιστούμε για να νοιώσουμε σημαντικοί τάχα. Η νύχτα επιστρέφει μετά από το πρώτο φως και μας υπενθυμίζει την νομοτέλεια, τον κύκλο, τα δάκρυα που μας ξεπερνάνε και πως πάντα ψάχνουμε εκείνο που δεν υπάρχει για να βρεθεί. Η επιθυμία είναι η αλυσίδα μας. Η πιο βαριά, παγωμένη, άσπαστη και στιλβωμένη αλυσίδα που μπορεί κανείς να αισθανθεί πάνω στο ισχνό του δέρμα. Ερωτήσεις και απαντήσεις. Χαμένες εικόνες και άνθρωποι. Όνειρα βαλμένα άτακτα στο τραίνο της απώλειας. Η κραυγή δεν βγαίνει πια, καθώς η φωνή στέρεψε· η ζέση για απόκτηση, η δίψα της δημιουργίας, η έλξη για αγάπη, ο πόθος κατάρριψης του ακατάρριπτου και η ανάγκη για να βρεθεί αυτό που είναι χαμένο, μας θέτουν ακόμα πιο βαθιά στην υποταγή της ομηρίας. Όσο πιο μεγάλος, όσο πιο θεόρατος, όσο πιο ανυπέρβλητος, όσο πιο σημαντικός θεωρεί κάποιος ότι είναι, τόσο πιο πολύ βαδίζει στην πραγμάτωση του εναντίου του. Το να ανήκεις στο ανοίκειο, το να ερωτεύεσαι το ανέραστο, το να τυραννάς αυτό που μόλις έχει λευτερωθεί, το να σμιλεύεις στο νερό την μορφή σου, το να σαλεύεις στο σκοτάδι δίχως σκιά, το να περιμένεις από το τίποτα το κάτι, τότε είσαι εσύ! Εσύ που προσπαθείς την καμπύλη να την κάνεις ευθεία και το σκοτάδι φως. Είσαι εσύ που αναμένεις να μοιραστούν τα κομμάτια σου για να αφιερώσεις την ύπαρξή σου στο Ολοκληρωτικό. Και θέλει δύναμη να δημιουργήσεις φωτιά χωρίς οξυγόνο. Να ανάψεις ξανά την σπίθα μέσα σου, όταν όλα τριγύρω έχουν σβηστεί.

Η αλήθεια ειπώθηκε πως απελευθερώνει. Ο Άνθρωπος ελπίζει τούτο να είν’ αλήθεια. Όπως αλήθεια είναι πως είμαστε χαμένοι πάντα και παντού σε αυτόν τον κόσμο του λειψού, στον κόσμο της συνήθειας, της επανάληψης, της πλήξης, στον κόσμο των ελαττωμάτων που εκθειάζει το άδειο και τείνει να καταστρέψει αυτό που κουβαλά μέσα του Ουσία και Ομορφιά. Δίχως αυτά τα δυο είμαστε παντελώς νικημένοι, παντελώς άχρωμοι, παντελώς βουβοί, αδυσώπητα κατακτημένοι και δουλικά διακείμενοι στο υπάρχον. Η όψη μεταλλάσσεται σε κατεστρόψη. Η μέρα χωνεύεται μέσα στην νύχτα κι εμείς απομένουμε βουβοί σε μια γωνιά, αναμένοντας το θαύμα του επομένου θύματος. Στην παρακάτω στροφή κανείς δεν ξέρει ποια ροπή μπορεί να τον πετάξει εκτός!

Και κάπου στην χαραμάδα των οραμάτων και των συνθλίψεων, κλείνοντας με τα λόγια του Νίκου Καζαντζάκη: «Ανατέλνουν μέσα στο νου μου οι τέσσερις «μεγάλες άγιες Αλήθειες»: Ο κόσμος ετούτος είναι δίχτυ όπου πιαστήκαμε, ο θάνατος δε μας λυτρώνει, θα ξαναγεννηθούμε. Ας νικήσουμε τη δίψα, ας ξεριζώσουμε την πεθυμιά, ας αδειάσουμε τα σπλάχνα! Μη λέτε: »Θέλω να πεθάνω. Δε θέλω να πεθάνω.» Να λέτε: »Δε θέλω τίποτα». Υψώστε το νου σας απάνω από την πεθυμιά και την ελπίδα-και τότε, και ζωντανοί ακόμα, μπορείτε να μπείτε στη μακαριότητα της ανυπαρξίας. Και με το μπράτσο σας θα σταματήσετε τον τροχό των γεννήσεων». Στο τέλος, την διαφορά για την ψυχή σου μπορεί να την κάνει μόνο η συνείδηση της φύσης της πραγματικότητας και η έξαψη της λάβας που θα γεννά μέσα σου το πείσμα του «να βρίσκεις μπροστά σου μια πόρτα κλειστή και να μάχεσαι να την ανοίξεις«.

Υ.Γ. Προτού κλείσεις μια ψυχή, άνοιξέ την πρώτα!

Δήμος Μαβής

Αντιπρόεδρος ΕΟΕ

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.