Ήταν Ιούνιος. Μόλις είχα τελειώσει με μια φωτογράφιση σε ένα μαγευτικό τοπίο λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη.

Αφού απόλαυσα το θέαμα με τη δύση του Ηλίου, έκατσα λίγο να ξαποστάσω. Με συνεπήρε το κοκκινωπό χρώμα του ουρανού, και έτσι πέρασε η ώρα. Άρχισα την επιστροφή μου προς τα πίσω. Έπρεπε να διασχίσω ένα καταπράσινο μικρό δασάκι. Στη μέση της διαδρομής, άρχισα να ακούω μια φωνή. ‘Οσο κατέβαινα προς τα κάτω, η φωνή αυτή όλο και δυνάμωνε. Συνάμα όμως με φαινόταν, όλο και πιο οικεία. Σαν κάπου να την ήξερα. Κάπου την έχω ξανακούσει.

Δεν τελείωσα καλά καλά αυτές τις σκέψεις μου, και είχα ήδη προλάβει να βγω από το μικρό δάσος. Το σκοτάδι πλέον έχει κάνει αισθητή την παρουσία του στην όλη περιοχή. Ξαφνικά, κάνω να γυρίσω προς τα δεξιά, και βλέπω μια κουκουβάγια να με κοιτάζει. Δε χάνω τον καιρό, και έτσι αρπάζω στα χέρια μου τη φωτογραφική μηχανή που είχα, απαθανατίζοντας τις στιγμές…

 

Κουκουβάγια 1

 

Κουκουβάγια

 

ΥΓ. Στο χώρο εκείνο υπήρχαν παραπάνω από τρεις κουκουβάγιες. Με το που πλησίασα όμως, έφυγαν οι περισσότερες. Μόνο η συγκεκριμένη της φωτογραφίας στάθηκε, σα να ήξερε το σκοπό που είχα για αυτήν, και έτσι αποφασισμένη καθώς ήταν, μπόρεσε να αφήσει το σημάδι της ύπαρξης της, στον κόσμο τούτο.

 

 

 

Κείμενο και φωτογραφία: Παναγιώτης Μπουγούνας

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων.