ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ τραγουδίστρια-ηθοποιός (1910-1978)

 

Υπήρξε η κορυφαία Ελληνίδα ερμηνεύτρια και ηθοποιός που ταυτίστηκε με τις μέρες του ’40 καθώς και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια της Ελλάδας. Η «Τραγουδίστρια της Νίκης», επάξιος τίτλος που της αποδόθηκε, έδωσε με τα εθνικά τραγούδια της απίστευτο κουράγιο και δύναμη σε όλους εκείνους τους απλούς φαντάρους, τους αξιωματικούς του Ελληνικού στρατού που τάχθηκαν στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ακόμη όμως και στον απλό κόσμο. Η Σοφία Βέμπο γεννήθηκε στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης στις 10 Φεβρουαρίου 1910 και πέθανε στην Αθήνα στις  11 Μαρτίου 1978. Στην Καλλίπολη ο πατέρας της Αθανάσιος Μπέμπος, ο οποίος καταγόταν από την Τσαριτσάνη, μια ημιορεινή κομώπολη του νομού Λαρίσης, είχε εγκατασταθεί για επαγγελματικούς λόγους μιας που εργαζόταν ως καπνεργάτης.

Το 1912 η οικογένεια της εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και γεννήθηκε ο αδελφός της Γιώργος. Ακολούθησε η γέννηση της αδελφή της Αλίκη- κατόπιν υπήρξε και χορεύτρια δίπλα της-  και ο μικρότερος αδελφός της Ανδρέας. Το 1914 είναι η χρονιά που υπογράφεται η ελληνοτουρκική συμφωνία της ανταλλαγής πληθυσμών, η οικογένεια της αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και επέστρεψε στην Τσαριτσάνη και στη συνέχεια μόνιμα στον Βόλο.

Στο Βόλο η Έφη Μπέμπο, όπως της άρεσε να την φωνάζουν, μετά τις σπουδές της αναγκάστηκε λόγω των δύσκολων συνθηκών να δουλεύει για να βοηθήσει την οικογένειά της. Έτσι, εργάστηκε ως ταμίας στο κατάστημα «Φλωρία» του Βόλου. Παράλληλα, ασχολήθηκε με την μεγάλη της αγάπη την μουσική και αγοράζοντας μία κιθάρα άρχισε να εξασκείται σ’ αυτή με τη βοήθεια της φίλης της Μαρίτσας Χασάπη.
Τον Σεπτέμβριο του 1933, αποφάσισε να πάει στη Θεσσαλονίκη να βρει τον αδελφό της Τζώρτζη που σπούδαζε εκεί. Έτσι παίρνοντας την κιθάρα της επιβιβάστηκε στο Α/Π «ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑ» όπου στη διάρκεια του ταξιδιού της άρχισε με την κιθάρα της το τραγούδι.
Μεταξύ των επιβατών ήταν και ένας καλλιτεχνικός διευθυντής που, ακούγοντας την ενθουσιάστηκε τόσο πολύ που στο τέλος την πλησίασε και της συστήθηκε, Κωνσταντίνος Τσίμπας, ήταν ο μεγαλύτερος ιμπρεσάριος της Θεσσαλονίκης, (που αργότερα αποδείχθηκε και πράκτορας των Γερμανών), ο οποίος και πρότεινε στη Μπέμπο με την άφιξή της στη Θεσσαλονίκη να δουλέψει στο μεγάλο κοσμικό κέντρο Αστόρια. Και έτσι κι έγινε, κατόπιν και της σύμφωνης γνώμης του αδελφού της την επόμενη κιόλας μέρα ξεκίνησε τις εμφανίσεις της με τους θαμώνες να εκστασιάζονται και να ζητούν την παράταση του προγράμματος της με παρατεταμένα χειροκροτήματα.

Η φήμη της δεν άργησε να φτάσει μέχρι την Αθήνα, για την ακρίβεια χρειάστηκε μόλις μία εβδομάδα. Αμέσως της γίνεται πρόταση να εμφανιστεί στο θέατρο του Φώτη Σαμαρτζή. Η Μπέμπο ένιωθε πάντα την ανάγκη να παίρνει την έγκριση των δικών της που δεν έφεραν αντίρρηση στις επιλογές της. Στις 25 Οκτωβρίου του 1933, βρίσκεται στην αθηναϊκή σκηνή του θεάτρου «Κεντρικόν», του Φώτη Σαμαρτζή συμμετέχοντας στην επιθεώρηση «Παπαγάλος 33», με τον θίασο Σαμαρτζή – Μηλιάδη.
Στην επιθεώρηση αυτή η Μπέμπο παρουσιαζόταν σαν τσιγγάνα με μια κιθάρα με την οποία και απέδιδε το πρώτο της τραγούδι που ήταν «Μια γυναίκα πέρασε«. Η επιτυχία που είχε ήταν εκπληκτική με το κοινό να παραλύει αλλά και γνωρίζοντας την πλήρη αποδοχή και των συναδέλφων της μεταξύ των οποίων ήταν ο Ορέστης Μακρής, η Μαρίκα Νέζερ, ο Φώτης Αργυρόπουλος, κ.ά.
Τότε υπέγραψε συμβόλαιο 10.000 δραχμών το μήνα, αστρονομικό για την εποχή εκείνη ποσό για έναν τραγουδιστή για μία θεατρική περίοδο. Σημειώνεται μάλιστα ότι στη παράσταση αυτή ο Πολ Νορ την βάπτισε καλλιτεχνικά Σοφία Βέμπο όνομα που τελικά και κατοχύρωσε επίσημα με όλες τις νόμιμες διαδικασίες.

Η πρώτη αυτή μεγάλη αναγνώριση της Σοφίας Βέμπο στο Αθηναϊκό κοινό προκάλεσε την ανανέωση του συμβολαίου της και την εμφάνισή της σε δύο θέατρα, στο «Κεντρικόν» και το «Μουντιάλ». Η φήμη της όμως, έφθασε και στην Αίγυπτο, όπου η Βέμπο εμφανίζεται στο «Γκραν Τριανόν» της Αλεξάνδρειας σημειώνοντας και εκεί τεράστια επιτυχία. Επιστρέφοντας το 1934, συνεχίζει τις παραστάσεις της στο θερινό θέατρο του Σαμαρτζή με νέα τραγούδια που γράφονται γι’ αυτήν και που γίνονται αμέσως επιτυχίες, όπως τα «Μαύρα μου μάτια«, «Μη ζητάς φιλιά«, ενώ μαζί της εμφανίζεται και η αδελφή της Αλίκη.
Η πρώτη ηχογράφηση τραγουδιών της Βέμπο έγιναν στην εταιρεία Παρλοφόν. Όλα τα επόμενα τραγούδια τα ηχογραφούσε η Κολούμπια σε δίσκους των 78 στροφών με πρώτο το «Σ’ αγαπώ«, (των Κ. Νικολαΐδη και Κ. Γιαννίδη), που είχε ομοίως τεράστια επιτυχία. Τον ίδιο χρόνο ερμηνεύει και το τραγούδι «Για το φιλί σου το στερνό«. Το 1935 η Βέμπο τραγουδά το «Ας πεθάνω» του οποίου οι στίχοι ήταν δικοί της, που υπήρξε νέα μεγάλη επιτυχία. Τότε και επιστρατεύτηκαν όλοι σχεδόν οι στιχουργοί να της γράφουν τραγούδια με πρώτο τον Κώστα Γιαννίδη και συνθέτη τον Μιχάλη Σογιούλ. Έτσι, αυτό το έτος ακολουθούν τα τραγούδια «Αφήστε με να πιω«, (στίχοι και μουσική Κ. Γιαννίδη), «Να γιατί ακόμα σ’ αγαπώ«, (επίσης στίχοι και μουσική Κ. Γιαννίδη), «Δεν έχεις τίποτα, μα έχεις κάτι» (των Ν. Νικολαΐδη και Ν. Ντ-Άντζελι), και το «Κι αν μ’ αγαπάς μη μου το πεις».
Το 1936 νέες επιτυχίες της Βέμπο που τραγουδά όλη η Αθήνα είναι «Συγνώμη σου ζητώ συγχώρησε με» και το «Κάτι με τραβά κοντά σου«, (των Αιμ. Σαββίδη, Γαϊτάνου και Μ. Σογιούλ).
Το 1937 αποτελεί σταθμό στη καριέρα της. Εκτός της ηχογράφησης των νέων της τραγουδιών «Για μια Γυναίκα» και «Αντίο» το φθινόπωρο μεταβαίνει μετά από πρόσκληση, για δεύτερη φορά στην Αίγυπτο, προκειμένου να επανεμφανιστεί στο «Γκράν Τριανόν» της Αλεξάνδρειας. Εκεί η Βέμπο δέχεται πρόταση από τον κινηματογραφιστή παραγωγό Τόγκο Μιζράχι, για την ταινία «Προσφυγοπούλα» στην οποία και τελικά πρωταγωνίστησε.
Το 1938 χαρακτηρίστηκε χρυσή χρονιά της Βέμπο. Τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου καθώς επιστρέφει από την Αίγυπτο συναντάει στον Πειραιά τον χρηματοδότη του Μιζράχι, τον Μπέχα που κατευθυνόταν με πλοίο προς Ιταλία και που θα προσέγγιζε στον Πειραιά.  Η συνάντηση τους έγινε, παρουσία του Παπαδόπουλου, και θέμα ήταν τα γυρίσματα μιας μικρής ταινίας που θα προβαλλόταν στην Αμερική. Η άδεια δόθηκε πλην όμως το γύρισμα του σορτς με πλάνα από τον εθνικό κήπο, και από τον λόφο Νυμφών με θέα την Ακρόπολη ξεκίνησε μετά την επιστροφή της Βέμπο από την Κωνσταντινούπολη. Παράλληλα, οι δισκογραφικές επιτυχίες είναι εκπληκτικές. Η Εταιρεία Κολούμπια στο νέο συμβόλαιο της μεταβιβάζει το 10% των κερδών από την πώληση του κάθε δίσκου της, γεγονός που συμβαίνει για πρώτη φορά, ενώ όλοι οι άλλοι πληρώνονταν κατ’ αποκοπή (μεροκάματο) για κάθε δισκογραφία. Το Καλοκαίρι του 1938 στο θέατρο Σαμαρτζή που έχει ανεβάσει την επιθεώρηση «Σιρουέτα» η Βέμπο τραγουδά το «Κάποιο μυστικό» και το «Κλαις«( στίχ. Κοφινιώτη, μους. Λεό Ραπίτη) των οποίων ακολούθησε η σούπερ επιτυχία «Ζεχρά«, σε στίχους Αιμ. Σαββίδη και σε μουσική Μ. Σογιούλ που κυριολεκτικά χάλασε κόσμο. Ακολούθησαν το “Θα σε περιμένω”, το βουκολικό «Διαμαντούλα» του Θ. Σακελλαρίδη και το «Άσε τον παλιόκοσμο να λέει» των Α. Σακελάριου και Μ. Σογιούλ. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς εγκαθίσταται ραδιοφωνική κεραία στο Ζάππειο, στην Αθήνα, όπου τα τραγούδια της Βέμπο αποτελούν την πρώτη πειραματική μετάδοση. Τα Χριστούγεννα του 1938 την παραμονή, η Σοφία Βέμπο τραγουδά στο μεγάλο ρεβεγιόν του «Σαντεκλαίρ» στην Κύπρο. Συνεργάστηκε με τους μεγάλους Κύπριους μουσικούς Μιχαλάκη και Αντωνάκη Γιασεμίδη.

Το 1939 η Βέμπο έχει ήδη καταξιωθεί ως η πρώτη τραγουδίστρια του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού. Το κινηματογραφικό «σορτς» που γυρίστηκε το προηγούμενο έτος με τον τίτλο «Η Ελλάς του 1938 ομιλεί», όπου στη κυριολεξία ήταν ένα ζουρνάλ και που συμμετείχε με δύο τραγούδια γνωρίζει τεράστια αποδοχή στην Αμερική.
Στο μεταξύ οι θεατρικές της παρουσιάσεις με νέες δισκογραφικές επιτυχίες συνεχίζονται, αρχικά στο θέατρο Σαμαρτζή με τα τραγούδια «Πόσο λυπάμαι» (των Β. Σπυρόπουλου και Κ. Γιαννίδη) και «Την αλήθεια να μου πεις«, ενώ το καλοκαίρι συνεχίζοντας στο θέατρο Μουντιάλ τραγουδά τα δύο ταγκό «Στην ακρογιαλιά» και το «Χειμώνας«, που και τα δύο έγινα επιτυχίες. Παραμονές των Χριστουγέννων του 1939 η Βέμπο βρίσκεται στο απόγειό της, όταν στην επιθεώρηση «Νάνι – νάνι» τραγουδά το ομώνυμο τραγούδι το ρεφραίν του οποίου άφηνε με τον χρωματισμό της φωνής της υπονοούμενα, σημειώνοντας εξαιρετική επιτυχία. Λίγο πριν το τέλος του έτους η Βέμπο είχε γνωριστεί με τον μεγάλο συνθέτη μουσικής τζαζ, Απόστολο Μοσχούτη του οποίου σύνθεση ήταν το τραγούδι «Δυο λουλούδια σε μιαν άκρη«.
Το 1940 ανέτειλε με τα σύννεφα του πολέμου, πολλές χώρες ήδη έχουν καταληφθεί από τις δυνάμεις του άξονα. Στην Ελλάδα σημειώνονται οι πρώτες παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου από ιταλικά αεροπλάνα. Τον Ιανουάριο στο θέατρο Μουντιάλ έχει ανέβει η επιθεώρηση «Παύσατε πυρ» όπου η Σ. Βέμπο τραγουδά τη νέα της επιτυχία «Το καινούργιο φεγγάρι» (των Α. Σακελάριου και Γ. Κυπαρίσση) . Στην επιθεώρηση εκείνη η Σ. Βέμπο γνώρισε και τη Γεωργία Βασιλειάδου όπου και της υποσχέθηκε να τη βοηθήσει διαβλέποντας το ταλέντο της. Λίγο αργότερα το τραγούδι «Ψαροπούλα», (των Χ. Γιαννακόπουλου και Χ. Χαιρόπουλου), γίνεται η νέα μεγάλη επιτυχία. Το καλοκαίρι ανεβαίνει η επιθεώρηση «Βραδινές τρέλες» στην οποία η Βέμπο τραγουδά το υπέροχο βαλς «Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά» (των Χ. Γιαννακόπουλου και Γ. Κυπαρίσση). Στο μεταξύ η Σ. Βέμπο αναζητούσε τραγούδι με τοπικό ιδίωμα της ελληνικής υπαίθρου, στο αίτημά της αυτό έσπευσαν κάποιοι με διάφορα δημοτικά της εποχής πλην όμως η ίδια επέλεξε τελικά ένα από την περιοχή της που φέρεται να τραγουδούσε παλαιότερα η μητέρα της συμπληρώνοντας η ίδια κάποιους στίχους με τη βοήθεια του Μοσχούτη( «Στ’ Λάρισ’ βγαίν’ ο αυγερινός»). Ήταν τέτοια η επίδραση που είχε η Βέμπο στο κοινό της ώστε με αυτό της το τραγούδι τους έκανε να πιστέψουν ότι όντως ο αυγερινός βγαίνει στην Λάρισα.
Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, στις 10.00 ώρα που θα συνέχιζε το ραδιοφωνικό πρόγραμμα του Ζαππείου με αναμετάδοση τραγουδιών της Σ. Βέμπο, ο εκφωνητής Κώστας Σταυρόπουλος διακόπτει τη ροή του προγράμματος και προβαίνει στην ιστορική εκείνη ανακοίνωση της επίθεσης των ιταλικών δυνάμεων κατά της Ελλάδας και την άμυνα των ημετέρων. Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος είχε αρχίσει.

Η έκρηξη στην καριέρα της ήρθε με την κήρυξη του πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940. Τότε όλες οι επιθεωρήσεις προσαρμόζουν τη θεματολογία τους στην πολεμική επικαιρότητα και τα τραγούδια ξαναγράφονται με πατριωτικούς στίχους. Η Βέμπο τραγουδά σατιρικά και πολεμικά τραγούδια και η φωνή της γίνεται η εθνική φωνή που εμψυχώνει τους Έλληνες στρατιώτες στο μέτωπο και συγκλονίζει το πανελλήνιο. Την ίδια εποχή σε μία συμβολική πράξη προσφέρει στο Ελληνικό Ναυτικό 2000 χρυσές λίρες. Με την είσοδο των ναζιστικών στρατευμάτων στην Αθήνα φυγαδεύεται μεταμφιεσμένη σε καλόγρια στη Μέση Ανατολή όπου συνεχίζει να τραγουδά για τα εκεί ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα.

Το τραγούδι που έμελλε να μείνει ζωντανό μέχρι και σήμερα αλλά και απόλυτα ταυτισμένο με την φωνή της Βέμπο είναι «Τα παιδιά της Ελλάδος παιδιά» που γράφτηκε το ’40. Όπως λέει η ίδια στην εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού το 1976 «Το πορτρέτο της Πέμπτης», ήταν η εποχή του μεγάλου της έρωτα με τον Μίμη Τραϊφόρο. Ο ίδιος δήλωνε γι’ αυτόν τους τον έρωτα: «Όλη μου η ζωή ήταν γεμάτη από στίχους για την Βέμπο. Δεν ξέρω αν την χόρτασα με οτιδήποτε άλλο πάντως την χόρτασα με στίχους». Ήταν η ίδια που τον είχε παρακαλέσει να γράψει ένα πολεμικό τραγούδι επάνω στο τραγούδι «Ζεχρά». Η επιθυμία της πραγματοποιήθηκε και την επόμενη κιόλας μέρα της το έφερε. Αυτή του η κίνηση εντυπωσίασε την Βέμπο. Της το διάβασε κι όταν έφτασε στο τέλος έλεγε «αν δεν ‘ρθήτε νικηταί, να μην έρθετε ποτέ». Η Βέμπο βρήκε αυτόν τον στίχο κάπως σκληρό και έτσι, του είπε ξεκάθαρα ότι δεν της άρεσε. Σε λίγη ώρα της το επέστρεψε με τον στίχο διορθωμένο, «με της νίκης τα κλαδιά σας προσμένουμε παιδιά». Το διάβασε συγκινήθηκε και έτσι γίνανε φίλοι, μια μεγάλη στιγμή από την οποία δέθηκαν οι ζωές και των δύο.  Η Βέμπο ήταν πεπεισμένη ότι ακόμη και μετά τον θάνατο της σίγουρα ένα πράγμα δεν θα σβήσει ποτέ κι αυτό ήταν το «Παιδιά της Ελλάδος, παιδιά»

Ο Μίμης Τραϊφόρος, λέει το 1976, ότι η Βέμπο είναι ζυμωμένη με αυτή την μέρα (του ’40). Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτή η μέρα που είναι η γιορτή του έθνους είναι και η γιορτή της Βέμπο, γιατί αυτή την ημέρα νομίζει ο κόσμος ότι γιορτάζει η Σοφία και της έστελναν διάφορες κάρτες και διάφορα γράμματα για την ονομαστική της εορτή και επιπλέον γράμματα που της ζητούν διάφορα, όπως σε ένα που κάποια της ζητάει να της αγοράσει ένα ραδιόφωνο για να μπορεί να την ακούει, ενώ κάποια άλλη της ζητούσε να της βρει γαμπρό. Η Βέμπο επηρεάζει τόσο πολύ το κοινό της. Έκανε τις θρυλικές περιοδείες όπου επισκεπτόταν τους τραυματισμένους φαντάρους στα νοσοκομείο, μαζί της πάντα ήταν ο Μ. Τραϊφόρος . Το σπίτι στην οδό Στουρνάρη είναι γεμάτο από ενθύμια που της έστελναν από την Μέση Ανατολή, όπως μια οβίδα από το Παπανικολή, ένα άλμπουμ γεμάτο από επιστολές που της έστελναν διάφοροι αξιωματικοί και όχι μόνο για να της πούνε πόσο την ευχαριστούν για την αγκαλιά της πατρίδας που τους φέρνει μέσα από τα τραγούδια της. Διανύει κατά μέσω όρο 50 χιλιόμετρα την ημέρα κατά την παραμονή της στην Μέση Ανατολή για να επισκεφτεί τις εκεί μονάδες και να τραγουδήσει εντελώς αφιλοκερδώς.

Τις πικρές μέρες του Απρίλη του’40 η Βέμπο τραγουδούσε στο «Μοντιάλ» και ήταν από τις πρώτες καλλιτέχνιδες που πιάνουν τα SS. Πριν μπούνε οι Γερμανοί στην Αθήνα και ενώ βρισκόταν στην Θήβα, η Σ. Βέμπο εξακολουθούσε να τραγουδάει από τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών  και να τους καταμαρτυρεί όσα τους καταμαρτυρούσε με τα τραγούδια της, Γι’ αυτό κι όταν μπήκαν στην Αθήνα το πρώτο άνθρωπο που πιάσανε ήταν η Βέμπο. Την κράτησαν για τρεις μέρες, έκαναν έρευνα στο σπίτι της όπου δεν άφησαν τίποτα όρθιο και εν συνεχεία πήγαν στα στούντιο της Κολούμπια όπου σπάσανε τις μήτρες όλων των πολεμικών τραγουδιών της. Τα τραγούδια που υπάρχουνε σήμερα είναι από μήτρες που στάλθηκαν αργότερα από το Λονδίνο. Μετά επενέβη η ιταλική καραμπινιερία της απαγόρευσε να τραγουδάει, της απαγόρευσε να περιφέρετε στην Αθήνα γιατί προκαλούσε συναγερμό η εμφάνιση της και της απαγόρευσαν να φοράει και τσεμπέρι, το θεωρούσαν δείγμα εθνική λεβεντιάς. Ακόμη και τότε που της αφαίρεσαν την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος και που αντιμετώπισε σοβαρό θέμα επιβίωσης η Βέμπο δεν έχασε το κουράγιο της.

Μετά το πόλεμο και συγκεκριμένα το 1949 είναι η χρονιά που η Βέμπο απόκτησε τη δική της θεατρική στέγη στο Μεταξουργείο. Το 1957, χρόνια πλέον ζευγάρι με το Μίμη Τραϊφόρο, παντρεύονται επισφραγίζοντας έναν έρωτα που έμελλε να είναι ισόβιος και για τους δυο τους. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, οι θεατρικές εμφανίσεις της είναι πια πολύ λιγότερες μέχρι που σταματούν οριστικά στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Το Νοέμβριο του ‘73, τη νύχτα του «Πολυτεχνείου», Παρασκευή βράδυ, η Βέμπο ανοίγει το σπίτι της που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το Πολυτεχνείο στην χαρακτηριστική μπλε πολυκατοικία της οδού Στουρνάρη, και δίνει καταφύγιο σε φοιτητές μετατρέποντας το σπίτι της σε πρόχειρο νοσοκομείο. Αυτή είναι η τελευταία σελίδα που έγραψε στην ιστορία της η Σοφία Βέμπο μετά από το πρώτο της ξεκίνημα το 1933, ακριβώς σαράντα χρόνια.  Η εμφάνισή της στη εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Καλλιμάρμαρο για την επάνοδο της Δημοκρατίας, τραγουδώντας:/ Παιδιά της Ελλάδος παιδιά και τα τανκς γονάτισαν κείνη τη βραδιά…, ήρθε να απαλύνει τις θλιβερές εντυπώσεις από την παρουσία της πάνω στα κακόγουστα άρματα στις φιέστες των συνταγματαρχών λίγα χρόνια πριν στον ίδιο χώρο.

Πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 11 Μαρτίου του 1978 και η κηδεία της μετατράπηκε σε ένα πάνδημο συλλαλητήριο. Η Τραγουδίστρια της Νίκης αποθεώνεται εκείνη τη μέρα από τον ελληνικό λαό που τη θεωρούσε ηρωίδα του.

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

 

1 σχόλιο

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου