ΜΑΡΣΕΛ ΠΡΟΥΣΤ συγγραφέας-δοκιμιογράφος-κριτικός  (10 Ιουλίου 1871-18 Νοεμβρίου 1922)

 

Ο Μάρσελ Προυστ γεννήθηκε κοντά στο Παρίσι, στην εξοχή του Οτέιγ το 1871. Καταγόταν από μια εύπορη αστική οικογένεια, ο πατέρας του ήταν φημισμένος γιατρός. Από μικρή ηλικία φάνηκε η αγάπη του Προυστ  για την λογοτεχνία. Το γεγονός ότι νόσησε από άσθμα σε ηλικία 9 ετών σημάδεψε όλη του την ζωή. Όμως, λόγω της οικογενειακής του κατάστασης μπόρεσε γρήγορα να μπει στους κύκλους της υψηλής κοινωνίας του Παρισιού και έτσι, άρχισε να δημοσιεύει άρθρα κοσμικού περιεχομένου σε διάφορα έντυπα.

Τα έργα του είναι γεμάτα από την αγάπη του για την μητέρα του η οποία ήταν εβραϊκής καταγωγής και επηρέασε σημαντικά την συγγραφή του

Σπούδασε στο λύκειο Κοντορσέ και στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών. Εργάστηκε για ένα διάστημα σε βιβλιοθήκη όπου ανακάλυψε την κλίση του προς την λογοτεχνία, στην οποία αφιερώθηκε ολοκληρωτικά μέχρι του σημείου να απομονωθεί εντελώς από τον έξω κόσμο και τους ανθρώπους. Άλλο ένα χαρακτηριστικό αυτής του της αφοσίωσης στην λογοτεχνία ήταν ότι  κοιμόταν την ημέρα και έγραφε την νύχτα σε ένα δωμάτιο επενδυμένο από φελλό. Κατά την διάρκεια των σπουδών του δημοσίευσε μια σειρά από χρονογραφήματα σε διάφορα περιοδικά. Το πρώτο επίσημο έργο του δημοσιεύτηκε το 1896 με πρόλογο του Ανατόλ Φράνς και τιτλοφορούνταν «Οι ηδονές και οι ημέρες».

Ένα από τα αντιπροσωπευτικά έργα του ύφους του είναι το μεταγενέστερο μυθιστόρημα του «Jean Santeuil»(1895-1899), με το οποίο ο συγγραφέας επικεντρώνεται στην ολοκλήρωση του συγγραφικού του στόχου το οποίο όμως έμεινε ημιτελές και εκδόθηκε μετά τον θάνατο του το 1952 .

Μετά τον θάνατο της μητέρας του, ο Προυστ αναζήτησε περισσότερο την μοναξιά και απομονωμένος από όλους άρχισε την συγγραφή του νέου του έργου (1907) με τίτλο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», ( A la recherché du temps perdu, 1913-1927) το μετέφρασε στα ελληνικά ο Παύλος Ζάννας («Ηριδανός» και «βιβλιοπωλείο της Εστίας»). Χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα καλύτερα έργα του 20ου αιώνα και ήταν το πολυτιμότερο έργο του. Ο δικός μας Γ. Σεφέρης χρησιμοποιεί στο ποίημα του Plazza San Nicolo την πρώτη φράση με την οποία ξεκινάει ο πρώτος τόμος αυτού του ογκωδέστατου έργου, «Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς».Αυτό το έργο που αριθμεί πάνω από 3.000 σελίδες  αποτελεί ένα είδος αυτοβιογραφίας και απαρτίζεται από επτά μέρη-τόμους: 1) Από τη μεριά του Σουάν, 2) Στη σκιά των κοριτσιών με τα λουλούδια (βραβείο Γκονκούρ), 3) Από τη μεριά του Γκερμάν, 4) Σόδομα και Γόμορα, 5) Η αιχμάλωτη, 6) Η χαμένη Αλμπερτίν, και 7) Ο χρόνο που ξαναβρέθηκε. Τα θέματα που εμφανίζονται είναι αυτά της θλιμμένης νοσταλγίας του για την παιδική ηλικία, ο έρωτας, η ζήλια και ο υπαινικτικός χαρακτήρας μερικών «στιγμών»που φαίνονται να ανοίγουν μια μυστηριώδη προοπτική προς μία απόλυτη πραγματικότητα. Ο Χάρολντ Μπλουμ χαρακτηρίζει αυτό το έργο του Προυστ «κοσμολογικό ποίημα, δαντικό και σαιξπηρικό ταυτοχρόνως. Το μεγαλύτερο επίτευγμα ακόμη και από τον Οδυσσέα του Τ. Τζόις. Κανείς μυθιστοριογράφος του 20ου αιώνα δεν μπορεί να συναγωνιστεί την πληθώρα και τη ζωντάνια των χαρακτήρων του. Ένας άλλος σπουδαίος πεζογράφος ο Γκράχαμ Γκριν, έλεγε ότι, καθώς ο Τολστόι υπήρξε ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος του 19ου αιώνα, ο Προυστ ήταν αντίστοιχα ο μεγαλύτερος του 20ου αιώνα. Οι έπαινοι αυτοί αποκτούν επιπλέον αξία γιατί δεν υπάρχει κανείς να διαφωνήσει με αυτούς. Ακόμη και ο ιδιότροπος στις κρίσεις του Ναμπόκοφ, ο οποίος δεν είχε σε μεγάλη εκτίμηση αναστήματα όπως του Μπαλζάκ ή του Ντοστογιέσφκι, μόνο ύμνους είχε για τον Προυστ. Μάλιστα μπορούμε να πούμε ότι ο μεγάλος Γάλλος συγγραφέας επηρέασε το έργο του ιδιοφυούς Ρώσου, ιδίως στην πρώιμη αυτοβιογραφία του με τίτλο «Μίλησε, μνήμη».

Ο Ζαν Ζενέ, όταν ήταν φυλακισμένος και έπεσε στα χέρια του ο πρώτος τόμος του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», αποφάσισε μετά την ανάγνωση του να γίνει ένα είδος Προυστ της υποκοινωνίας και έτσι έγραψε το μυθιστόρημα του «Η Παναγία των λουλουδιών». Η επίδραση του Προυστ ήταν σχεδόν καταλυτική στο έργο της Βιρτζίνια Γουλφ. Οι Διάφοροι ψυχαναλυτές έχουν «ανακαλύψει» όψιμα φροϊδικές αναπτύξεις των επί μέρους ιστοριών που συνθέτουν το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο», αλλά ούτε ο Φρόιντ ούτε ο Προυστ είχαν διαβάσει ο ένας το έργο του άλλου.

Οι υπερρεαλιστές πίστευαν ότι όλοι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να γίνουν ποιητές, και αυτή η ιδέα όμως δεν ήταν νέα. Υπήρχε στον Προυστ που υποστήριζε πως υπό προϋποθέσεις οι πάντες μπορούν να παράγουν τέχνη. Με την έννοια αυτή το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» είναι ένα βιβλίο «ολιστικό». Αλλά ταυτόχρονα, πέραν της ανεπανάληπτης ατμόσφαιρας που δημιουργεί, δεν έχει καμία σχέση με τα κλασικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα. Το κάθε περιστατικό, η κάθε λεπτομέρεια, βαραίνει το ίδιο μέσα στην αφήγηση. Γι’ αυτό και είναι ένα βιβλίο που δεν διαβάζεται «διαγωνίως». Αν ο αναγνώστης παρακάμψει σελίδες για να δει «τι γίνεται παρακάτω», θα χάσει κάθε επαφή με την ίδια την αφήγηση.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Προυστ έγραψε τον τόμο με τα χρονικά και την κριτική μελέτη «Εναντίον του Σεντ-Μπεβ».

Έγραψε επίσης, ποιήματα, σύντομα αφηγήματα, άρθρα και μεταφράσεις.

Εν τέλει πέθανε από πνευμονία το 1922 και κηδεύτηκε στο κοιμητήριο Περ Λασαίζ. Μετά το θάνατό του, ο Προυστ πήρε γρήγορα τη θέση του ως ένας από τους σημαντικότερους μυθιστοριογράφους του 20ου αιώνα κι ένας από τους πιο σημαντικούς κριτικούς της εποχής του. Το έργο του προκάλεσε έναν πολύ μεγάλο αριθμό από αναλυτικές εργασίες και συνθετικές μελέτες και επηρέασε μεγάλους συγγραφείς.

 

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

 

 

 

 

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου