Λορέντσος Μαβίλης ποιητής(1860-1912)

 

Ο Λορέντσο Μαβίλης γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου του 1860 στην Ιθάκη και υπήρξε ποιητής και μεταφραστής της Επτανησιακής Σχολής όπως διαμορφώθηκε από τον Διονύσιο Σολωμό. Ο πατέρας του Παύλος Μαβίλης, ισπανικής καταγωγής, υπήρξε δικαστικός, ενώ η μητέρα του Ιωάννα Σούφη ήταν ανιψιά του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Εξαίρετος, αβρός καλλιεργητής του σονέτου στάθηκε ο Λορέντσος Μαβίλης. Είχε την ευκαιρία να πάρει μια ευρύτατη μόρφωση, πρώτα στην Κέρκυρα για δώδεκα ολόκληρα χρόνια – όση ήταν και η διάρκεια των γυμνασιακών του σπουδών- κατόπιν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συγκεκριμένα στην Φιλοσοφική Σχολή (1877-1900). Ύστερα φεύγει από την Ελλάδα και συνεχίζει τις σπουδές του στα πανεπιστήμια της Γερμανίας Μονάχου και Φρανκφούρτης (1878-1890), όπου δίπλα στη σπουδή της φιλολογίας και αρχαιολογίας μυήθηκε στη φιλοσοφία του Καντ, του Φίχτε και κυρίως του Σοπενχάουερ, που ιδιαίτερα τον επηρέασε. Μελέτησε ακόμα σανσκριτικά και την ινδική φιλοσοφία και μετέφρασε κομμάτια από τη Μαχαμπαράτα. Στην εποχή των σπουδών του έγραψε και τα πρώτα του ποιήματα, κυρίως όμως με την ποίηση θα ασχοληθεί ύστερα από την επιστροφή του από την Γερμανία το 1893 και την εγκατάσταση του στην Κέρκυρα. Τα ωριμότερα και τα πιο αγαπητά σονέτα, σύμφωνα με τον τρόπο που οι Γάλλοι Παρνασσιστές τα έχουν διαμορφώσει, παρουσιάζονται στην πενταετία 1895-1900: «Λήθη», «Καλλιπάτειρα», «Μούχρωμα», «Ελιά».

Το 1890 ανακυρήχθηκε διδάκτωρ φιλοσοφίας από το Πανεπιστήμιο του Ερλάγκεν με τη διατριβή «Δύο βιενέζικα χειρόγραφα του Ιωάννη Σκυλίτζη». Στα λιγοστά του αυτά σονέτα ολοκληρώνεται η ποιητική προσφορά του Μαβίλη. Από τα σπάνια παραδείγματα όπου έργο ποσοτικά τόσο μικρό έχει τέτοιο ποιοτικό βάρος. Γιατί τα σονέτα του Μαβίλη, άψογα δουλεμένα, κατέχουν πραγματικά κεντρική θέση στη νεοελληνική ποίηση: γλώσσα μεστή, στίχος επίμονα λεπτουργημένος, «πλούσια» (στην τεχνική σημασία και όρου) ομοιοκαταληξία. Και η ποιητική σκέψη κρυστάλλινη και διαυγής σαν τους στίχους του. Ο απαισιόδοξος τόνος της ινδικής φιλοσοφίας και η επίδραση του Σοπενχάουερ δεν έχουν τη δύναμη να μαράνουν τη δροσιά της άμεσης επαφής με τα πράγματα. «Ερασιτέχνης» κι αυτός, όπως ο δάσκαλος του ο Πολυλάς. Διοχετεύει στους στίχους του το ανώτερο ήθος και την ανθρώπινη ευγένεια και την αρχοντιά που το χαρακτήριζε σ’ όλη του τη ζωή.

Ο Λορέντσο Μαβίλης ακολουθεί στα ποιήματα του μια συγκεκριμένη θεματολογία: υμνεί την πατρίδα και αυτούς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης. (Εις την Πατρίδα, Πατρίδα, Πλήρωμα Χρόνου), εκφράζει τις φιλοσοφικές αντιλήψεις του (Λήθη, Υπεράνθρωπος, Ελιά, Έρωτας και Θάνατος), τονίζει την αγάπη προς τη μητέρα (Αμίλητα, Αφιέρωση), την αξία της φιλίας (Στον φίλο Γ. Καλοσγούρο), τον ιδανικό έρωτα (Ανάξιο Β΄, Ψυχοφίλημα), ενώ αφιερώνει ιδιαίτερα ποιήματα σε φίλους και συνεργάτες του (Ν. Κογεβίνας, Πολυλάς). Η απαισιοδοξία του, που είναι αποτέλεσμα των επιδράσεων του Σοπενχάουερ και της ινδικής φιλοσοφίας, δεν μπόρεσε να μαράνει τη θέρμη και τη δροσιά της ποιητικής του.

Ιδιαίτερη αξία πρέπει να δοθεί στο σονέτο του Φάληρο (Ιούνιος 1911), όπου για πρώτη φορά σε ελληνικό ποίημα αναφέρονται οι λέξεις αυτοκίνητο, σωφέρ και μπαρ, άγνωστες μέχρι τότε στο μέσο Έλληνα. Σημαντικό είναι και το έμμετρο μεταφραστικό έργο του Μαβίλη. Γνώστης πολλών γλωσσών, μετέφρασε, μεταξύ άλλων, στα ελληνικά Σίλερ, Σέλεϊ, Βιργίλιο, Μπράουνιγκ, Φώσκολο, Μπάιρον και αποσπάσματα από το ινδικό έπος της Μαχαμπχαράτα.

Ο Μαβίλης εκτός από το πνευματικό του μεγαλείο υπήρξε ένας μεγάλος πατριώτης, συμμετέχοντας ενεργά στους απελευθερωτικούς αγώνες του έθνους. Μετά το πέρας των σπουδών του στο εξωτερικό, επέστρεψε στην Κρήτη όπου αγωνίστηκε ως επικεφαλής επαναστατικής ομάδας και τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια του άτυχου ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Με την επιστροφή του στην Κέρκυρα έγραψε μερικά από τα καλύτερα ποιήματα του και ασχολήθηκε με το γλωσσικό ζήτημα, που το θεωρούσε συνδεδεμένο με το εθνικό.

Το 1910 εκλέγεται βουλευτής Κερκύρας με την παράταξη του Ελευθέριου Βενιζέλου. Η θέση του για το γλωσσικό ζήτημα αποτελεί την κορύφωση των αγώνων του για τη δημοτική γλώσσα. Παροιμιώδης θα μείνει η φράση του «Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει, υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι», θέλοντας να υπερασπιστεί έτσι την ευγένεια της δημοτικής γλώσσας.

Την αγάπη του για την πατρίδα θα την αποδείξει περίτρανα με την θυσία του στις 28 Νοεμβρίου του 1912, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Ο Λορέντσο Μαβίλης, συμμετέχοντας ως εθελοντής στο σώμα των Γαριβαλδινών, θα πέσει ηρωικά μαχόμενος κατά των Τούρκων στο βουνό Δρίσκος της Ηπείρου σε ηλικία 52 χρόνων στο απόγειο της πνευματικής του δημιουργίας. Έτσι, είναι απόλυτα συνεπής με τον εαυτό του.

 

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

 

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων.