Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης συγγραφέας (1851-1911)

 

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στην Σκιάθο το 1851. Οι γονείς του ήταν ο ιερέας Αδαμάντιος Εμμανουήλ και η μητέρα του η Αγγελική Μωραϊτίδη. Είχε άλλα οκτώ αδέλφια και από νωρίς λόγω της ιδιότητας του πατέρα του εξοικειώθηκε με τα εκκλησιαστικά. Την θρησκευτική ατμόσφαιρα, τις λειτουργίες, τα εξωκλήσια και την ήσυχη νησιωτική ζωή τα χρησιμοποίησε ως πρώτη ύλη στα έργα του για να δημιουργήσει αυτή την μοναδική ατμόσφαιρα που αποτυπώνεται στα βιβλία του.

Στην Ιερά Μονή του Ευαγγελισμού έμαθε ως παιδί τα πρώτα του γράμμα ενώ στην συνέχεια φοίτησε στο Γυμνάσιο στην Χαλκίδα και στον Πειραιά και το τελείωσε στο Βαρβάκειο της Αθήνας. Πάντα φτωχός από παιδί έμαθε να κερδίζει το ψωμί του με παραδόσεις και προγυμνάσεις μαθητών. Το 1872 επισκέφθηκε το Άγιο Όρος με σκοπό να μονάσει όμως, θεώρησε ότι δεν ήταν άξιος να φέρει το «αγγελικό σχήμα.» Επέστρεψε στην Αθήνα και φοίτησε στην Φιλοσοφική Σχολή την οποία παρά τις προσπάθειες που έκανε δεν την τελείωσε γιατί η φτώχεια, η ανέχεια και η επισφαλής υγεία του στάθηκαν ανυπέρβλητα εμπόδια. Το γεγονός ότι δεν κατάφερε να πάρει το πτυχίο του στοίχισε στον πατέρα του ο οποίος προσδοκούσε να δει τον γιο του να γυρίζει καθηγητής στο νησί και να βοηθήσει τις τέσσερις αδελφές του. Οι τρεις από αυτές έμειναν ανύπαντρες και του στάθηκαν σε όλες τις δύσκολες στιγμές του. Από το νησί θα αναγκαστεί να φύγει και πάλι ο Αλέξανδρος λόγω των μεγάλων οικονομικών δυσκολιών και να επιστρέψει στην Αθήνα.

Το συγγραφικό του έργο το ξεκίνησε ήδη από την εποχή που φοιτούσε στο πανεπιστήμιο με το να δημοσιογραφεί και να μεταφράζει στα Γαλλικά και Αγγλικά κάτι για το οποίο ξεχώριζε στην εποχή του. Όμως, αυτή του η επαγγελματική δραστηριότητα δεν του εξασφάλιζε μια άνετη ζωή, μετά βίας κατάφερνε να μένει σε ένα φτωχικό δωμάτιο αλλά είχε μάθει να είναι ολιγαρκής.

Η γνωριμία του με τον Βλάση Γαβρηιλίδη, προοδευτικό δημοσιογράφο της εποχής και υδριτής της εφημερίδας Ακρόπολη, του έδωσε την ευκαιρία να βελτιώσει την κατάσταση του μιας που η αμοιβή του στην εφημερίδα ήταν κάτι παραπάνω από πολύ καλή. Συνέχισε ταυτόχρονα να συνεργάζεται και με άλλες εφημερίδες και περιοδικά όμως, η οικονομική του κατάσταση ήταν πάντα το τρωτό του σημείο μιας που δεν κατάφερε ποτέ να διαχειριστεί τα χρήματα που κέρδιζε αφού δεν είχε το αίσθημα της οικονομίας παρά μόνο ξόδευε ότι κέρδιζε μέσα σε μία ημέρα. Αυτό φαινόταν στην εξωτερική του εμφάνιση που έδειχνε έναν άνθρωπο άπλυτο, ρακένδυτο, με πλήρη αδιαφορία για την εμφάνιση του, είχε μια γενικότερη αδιαφορία για τα κοσμικά, το διέπνεε η λιτότατος, ο ασκητικός. Εργαζόταν εντατικά και έπινε πολύ κάτι που έγινε σύντομα το πάθος του, κατέστρεψε την ζωή του και τελικά τον οδήγησαν στον θάνατο. Παρά το γεγονός ότι φαινόταν πάντα απλησίαστος, του άρεσε η μοναξιά και η απομόνωση, δεν έπιανε εύκολα φιλίες, στο περιοδικό «Νέα Εστία» τα Χριστούγεννα του 1940 μαθαίνουμε   για εκείνους που πλησίασε και φανέρωσε τον πλούσιο εσωτερικό του κόσμο. Μερικοί από τους ελάχιστους φίλους του ήταν ο συγγραφέας-ερευνητής Γιάννης Βλαχογιάννης, ο ποιητής Μιλτιάδης Μαλακάσης και μερικοί ακόμη. Ο Βλάσης Γαβρηιλίδης που του στάθηκε ως πατέρας και τον ενθάρρυνε και τον βοήθησε σε κάθε δύσκολη στιγμή ακόμη και σε αυτόν δεν έδειξε την αγάπη που θα περίμενε κανείς. Αναζητούσε πάντα την πνευματική ευχαρίστηση μέσα από την ποιητική δημιουργία και στον ποιητικότατο πεζό του λόγο. Στα διάφορα διηγήματα του τα περισσότερα ζωντανεύουν τους θρύλους του νησιού του. Αυτός ο περίεργος και απόκοσμος τρόπος ζωής με την παράλληλη αφοσίωση του στην Ορθόδοξη Εκκλησία και τη λειτουργική της παράδοσης, τον έκανε να μοιάζει με κοσμοκαλόγερο.

Η ζωή του Παπαδιαμάντη γινόταν μέρα με την ημέρα δυσκολότερη. Ούτε τα οικονομικά του βελτιώνονταν ούτε η υγεία του, κάθε άλλο. Οι φίλοι του ανησύχησαν και το 1908 διοργάνωσαν μια φιλανθρωπική γιορτή προς τιμή των 25 χρόνων της συγγραφικής του δουλειάς. Έτσι, κατάφεραν να τον βοηθήσουν ουσιαστικά στο οικονομικό τουλάχιστον τομέα. Την  ίδια χρονιά ο Παπαδιαμάντης επιστρέφει στο νησί του όπου για άλλη μια φορά οι φίλοι του φροντίζουν να έχει μια κάποια επαγγελματική δραστηριότητα στέλνοντας του κάποιες μεταφράσεις. Το ημερήσιο πρόγραμμα του περιλάμβανε πολύ πρωινό ξύπνημα, μια βόλτα στην ακρογιαλιά και ύστερα στην εκκλησία. Μαζεύοντας τα ιστορικά του νησιού και τα παλιά χρονικά συνέθεσε το τελευταίο του διήγημα.

Ο Παπαδιαμάντης πέθανε τον Ιανουάριο του 1911 και η κηδεία του έκανε όλους τους κατοίκους του νησιού να βυθιστούν στο πένθος το ίδιο εξάλλου συνέβη και στην υπόλοιπη Ελλάδα μόλις μαθεύτηκε το νέο. Ο εκδοτικός οίκος Φέξη ανέλαβε λίγο αργότερα την έκδοση των έργων του τα οποία αριθμούσαν τους 11 τόμους. Το 1924, ο Ελευθερουδάκης κυκλοφόρησε τα Άπαντα του με αρκετά ανέκδοτα διηγήματα του. Το 1925 στην εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα και Πολιτεία δημοσιεύτηκαν τα τελευταία άγνωστα διηγήματα του. Το 1933 πραγματοποιήθηκα στην Σκιάθο μια μεγάλη ημερίδα προς τιμή του όπου συγκεντρώθηκα 400 Γάλλοι διανοούμενοι και 150 Έλληνες λογοτέχνες, μεταξύ των οποίων και ένας μεγάλος αριθμός από θαυμαστές του Παπαδιαμάντη, όπου έγιναν ομιλίες για το έργο του. Πολλοί ήταν οι Γάλλοι ελληνιστές που ασχολήθηκαν με το έργο του. Το 1936 ο Γ. Κατσίμπαλης ετοίμασε την πρώτη βιβλιογραφία του, ενώ ξεκίνησε από τους Έλληνες λογοτέχνες η συστηματική κριτική του έργου του.

 

Ο Παπαδιαμάντης δεν είχε στην διάθεση του καμία από τις κοσμοπολίτικες δυνατότητες που είχαν οι προηγούμενοι πεζογράφοι. Ουσιαστικά είναι ο πρώτος αποκλειστικά επαγγελματίας συγγραφέας στην Ελλάδα, με την έννοια ότι έγραφε για βιοπορισμό.

Δεν αποτελεί επομένως, έκπληξη το γεγονός ότι το έργο του δείχνει μια αξιοσημείωτη ευαισθησία στις απαιτήσεις των περιοδικών και των αναγνωστών τους. Ανάμεσα στα 1879 και στα 1884 ο Παπαδιαμάντης δημοσίευσε τρία ιστορικά μυθιστορήματα, ακολουθώντας τα ίχνη του κάποτε δημοφιλούς αυτού είδους, που καθιερώθηκε από τον Ραγκαβή το 1850. Και τα τρία παρουσιάστηκαν σε συνέχειες σε περιοδικά, αλλά κανένα δεν κυκλοφόρησε υπό τη μορφή βιβλίου κατά τη διάρκεια της ζωής του Παπαδιαμάντη. Στη συνέχεια, ο συγγραφέας φαίνεται πως έκανε ευσυνείδητη προσπάθεια να ακολουθήσει τις οδηγίες του διαγωνισμού της Εστίας του 1883, και έγραψε τη νουβέλα Χρήστος Μηλιόνης, η οποία αντλεί το θέμα της από το γνωστό κλέφτικο τραγούδι των μέσων του 18ου αιώνα. Αργότερα, ο Παπαδιαμάντης φαίνεται πως αποκήρυξε αυτό το έργο. Εκ των υστέρων όμως, μπορεί να διαβαστεί και ως ένα αποκαλυπτικό, αν και κάπως επιτηδευμένο υβρίδιο, όπου οι συμβάσεις του ρομαντικού ιστορικού μυθιστορήματος διασταυρώνονται με τις συμβάσεις του εμφανιζόμενου ηθογραφικού διηγήματος.

Η συγγραφική σταδιοδρομία του Παπαδιαμάντη, ως ενός από τους εξέχοντες Έλληνες συγγραφείς, αρχίζει  το 1887 με το λιτό μικρό διήγημα «Το Χριστόψωμο», στο οποίο μια μητέρα κατά λάθος δηλητηριάζει το παιδί της, αντί για τη νύφη της. Όπως πολλά από τα διηγήματα τα οποία ακολούθησαν, πρόκειται για μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία, ένα είδος που απαιτούσαν τότε οι εκδότες των περιοδικών, και εκτυλίσσεται στην ιδιαίτερη πατρίδα του Παπαδιαμάντη, τη Σκιάθο. Μετά το Χριστόψωμο ακολούθησαν περισσότερα από 200 μικρά και μεγάλα διηγήματα, τα μεγαλύτερα από τα οποία, «Βαρδιάνος στα Σπόρκα» (1893), «Η φόνισσα»(1903) και «Τα ρόδινα ακρογιάλια» (1907), χαρακτηρίστηκαν μυθιστορήματα κατά την πρώτη τους δημοσίευση (σε συνέχειες).

Από αυτά το πιο επιτυχημένο, είναι αναμφισβήτητα «Η Φόνισσα», το οποίο ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης είχε χαρακτηρίσει «κοινωνικόν μυθιστόρημα». Η αφήγηση γίνεται με τεχνική αρτιότητα. Ο Παπαδιαμάντης διαχειρίζεται τα ζητήματα του εγκλήματος και της τιμωρίας, του ατόμου και της κοινωνίας, της ανθρώπινης και της θεϊκής τάξης, είναι τόσο προσεκτικά συγκροτημένος, ώστε το μυθιστόρημα να μπορεί να διαβαστεί ταυτόχρονα και ως απαγγελία κατηγορίας για τα κοινωνικά και οικονομικά βάρη, τα οποία επωμίζονταν οι γυναίκες στην παραδοσιακή ελληνική κοινωνία, ως μια Ντοστογιεφσκική διερεύνηση της ψυχολογίας του δολοφόνου, αλλά και ως μια Μιλτωνική προσπάθεια να «δικαιωθούν οι τρόποι του Θεού στους ανθρώπους».

Τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη είναι «ρεαλιστικά», με την έννοια ότι ο ρομαντικός έρωτας και τα ηρωικά ιδανικά προσγειώνονται συνεχώς στην σκληρή πραγματικότητα. Για παράδειγμα στο διήγημα «Έρως-Ήρως» (1897) ο νεαρός άνδρας που ανακαλύπτει ότι πάντρεψαν με άλλον την ερωμένη του, αναγνωρίζει, στην πορεία μιας αλυσίδας περίπλοκων κι γρήγορων συλλογισμών, ότι  ο αληθινός ηρωισμός δεν έγκειται στην εκδίκηση που κατ’ ευκαιρία προσφέρεται αλλά στην παραδοχή της μοίρας του. Σε άλλα διηγήματα, μάλιστα, όπου παρουσιάζεται η ζωή της μικρής παραδοσιακής κοινωνίας του  νησιού του, ο Παπαδιαμάντης αφιερώνει μεγάλο μέρος στη λεπτομερή περιγραφή της φτώχειας, της απομόνωσης και της σκληρότητας του σκιαθίτικου χειμώνα. Από την άλλη μεριά, ο συγγραφέας, τουλάχιστον στα διηγήματα τα οποία εκτιμώνται ιδιαίτερα στις μέρες μας, υπερβαίνει τα όρια της ρεαλιστικής απεικόνισης της κοινωνίας. Πολλά από τα διηγήματα δεν αφηγούνται τα γεγονότα με την αλληλουχία αιτίας και αποτελέσματος, αλλά συμπαραθέτουν ήρωες, σκηνές και φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους περιστατικά, τη σύνδεση των οποίων ο αναγνώστης καλείται να πραγματοποιήσει μόνος του. Οι κριτικοί έχουν συχνά επισημάνει μια «ποιοτικότητα» ή «λυρικότητα» στη πεζογραφία του Παπαδιαμάντη, γνωρίσματα που συχνά αποδίδονται στα θέματα της ανεκπλήρωτης επιθυμίας και στην πιστή προσήλωση του συγγραφέα στις δοξασίες και τις τελετουργίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Αυτό που ο Παπαδιαμάντης κατάφερε να πετύχει με τα διηγήματα του, και ιδίως αυτά που φτάνουν τις ρεαλιστικές συμβάσεις του 19ου αιώνα στα όρια τους, είναι να παρουσιάσει έναν αυτόνομο κόσμο που είναι ταυτόχρονα και ατελής. Ενδείξεις μιας ανεξιχνίαστης Πρόνοιας, η οποία βρίσκεται υπεράνω των πάντων, συνιστούν ο μεγάλος αριθμός των εκκλησιών, καθώς και οι εικόνες και οι τελετουργίες, που παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο τόσο στην κοινωνική ζωή όσο και στα διηγήματα του. Στην ίδια επίσης χορείας εντάσσονται το πάθος για τον ανεκπλήρωτο έρωτα και η νοσταλγία για τη χαμένη αθωότητα που απαντούν σε όλα τα διηγήματα. Ο Παπαδιαμάντης εκμεταλλεύεται τις τεχνικές της ρεαλιστικής αφήγησης ώστε να ερμηνεύσει τη καθημερινή «πραγματικότητα» ως οικτρά ατελή, ως κόσμον εκπεπτωκότα, όπου νοσταλγία και στέρηση, βάσανα και πίστη σηματοδοτούν μια πολύ διαφορετική «πραγματικότητα», η οποία δεν θα μπορούσε ποτέ να αναπαρασταθεί «ρεαλιστικά».

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων.