Παντελής Βούλγαρης σκηνοθέτης-σεναριογράφος (1940-)

 

Ο Παντελής Βούλγαρης γεννήθηκε στα Πατήσια της Αθήνας στις 23 Οκτωβρίου του 1940, ενώ έχει νησιώτικη καταγωγή από τη Σάμο και τη Νάξο. Εκείνα τα χρόνια του πολέμου ήταν μια εποχή δύσκολη, με την Κατοχής και Εμφυλίου να κάνουν το σκηνικό ακόμη πιο εφιαλτικό. Οι εικόνες αυτές και ιδιαίτερα αυτές του Εμφυλίου είναι που θα το σημαδέψουν και θα το ακολουθήσουν μέχρι και σήμερα τον σκηνοθέτη γεννώντας του την συνεχή ανάγκη να εκφράζει το σήμερα από το χθες. Τις πρώτες του επαφές με τον κινηματογράφο τις είχε ήδη από τα παιδικά του χρόνια τότε που μαζί με τους φίλους του τρέχανε να δούνε τις μεγάλες χολιγουντιανές επιτυχίες της εποχής στο Ηλέκτρα, την Καμέλια, το Λίντο κ.α. Κάθε νέα προβολή αποτελούσε σημαντικό κοινωνικό γεγονός. Ο ίδιος, σε αντίθεση με τους φίλους του που μαγεύονταν από τους λαμπερούς ηθοποιούς, έλκονταν από τη σκηνοθεσία. Η καταλυτική στιγμή που αποφάσισε ότι αυτό θα ήθελε να κάνει στη ζωή του,δηλαδή να σκηνοθετεί, ήταν όταν μια μέρα συνάντησε από κοντά έναν σκηνοθέτη τον Σωκράτη Καψάσκη ο οποίος γύριζε μια σκηνή κάτω από το σπίτι του. Πριν σπουδάσει κινηματογράφο είχε κάνει δύο αποτυχημένες προσπάθειες να μπει στην Νομική και τη Φιλοσοφική Σχολή. Αυτή η αποτυχία του να κάνει οργανωμένες σπουδές τον σημάδεψε για όλη του την ζωή, του δημιουργούσε την ζήλια προς τους συνομήλικους του που μπορούσαν να βγαίνουν ραντεβού με όλα εκείνα τα ωραία κορίτσια που έβλεπε να μπαίνοβγαίνουν στο Πανεπιστήμιο.  Το 1960 γράφτηκε στη Σχολή Σταυράκου για να σπουδάσει τελικά κινηματογράφο, δάσκαλοι του ήταν ο Γρηγόρης Γρηγορίου, ο Ντίνος Δημόπουλος, ο θεωρητικός Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, συμμαθητές του οι Θεόδωρος Αγγελόπουλος, ο Κώστας Φέρρης, η Τώνια Μαρκετάκη, ο Δήμος Θέο, όλοι αυτοί αργότερα αποτέλεσαν το «νέο αίμα» του ελληνικού κινηματογράφου.

Από το 1961 μέχρι το 1965 εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη σε 35 ταινίες της Φίνος Φιλμ. Το 1965 παρουσίασε την πρώτη του ταινία μικρού μήκους, τον «Κλέφτη», και την επόμενη χρονιά της επίσης μικρού μήκους «Τζίμης ο Τίγρης». Το 1971 γύρισε το ντοκιμαντέρ «Ο χορός των τράγων» και την ίδια χρονιά μοντάρισε στο Παρίσι την αντιδικτατορική ταινία «Ce nest quun debut…”». Το 1972 ολοκλήρωσε την ταινία μεγάλου μήκους «Το προξενιό της Άννας», που σημείωσε μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία τόσο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης όσο και στο εξωτερικό. Το σκηνικό της ταινίας παίρνει χώρα την εποχή λίγο πριν από την πτώση της χούντας. Ο Βούλγαρης οσφραίνεται την κοινωνική αναδιάρθρωση που συντελείτε στην ελληνική κοινωνία. Ο μικροαστισμός αντικαθιστά την παραδοσιακή συντήρηση και ο κομφορμισμός θεριεύει μέσα στα επιπλωμένα διαμερίσματα. Ο Βούλγαρης χρησιμοποιεί ως αφορμή ένα προξενιό για να μελετήσει εξουσιαστικές σχέσεις, νεοταξικές διαφορές και τη κατάφωρη αδικία. Την επόμενη χρονιά, μετά από πρόταση του Μάνου Χατζιδάκι, γύρισε τον «Μεγάλο Ερωτικό», μια ποιητική μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του ομώνυμου δίσκου. Το 1974 εξορίστηκε από την χούντα στη Γυάρο. Το 1975 σκηνοθέτησε το πρώτο τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ με τίτλο «Οι ψάλτες», ενώ το 1976 συμμετείχε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με την ταινία «Χάππυ Νταίη». Σ’ αυτό το έργο βλέπουμε την εποχή μετά το τέλος του Εμφυλίου με τα ίχνη του να είναι ακόμη φανερά στη μεταπολεμική Ελλάδα. Σε ένα ξερονήσι θύτες και θύματα παίρνουν άθελα τους μέρος σε ένα μελαγχολικό παιχνίδι εξουσίας. Την ίδια χρονιά γύρισε για την τηλεόραση το ντοκιμαντέρ «Κάρολος Κουν» και την επόμενη χρονιά μια σειρά έξι επεισοδίων με τίτλο «Κείμενα της Μεγάλης Εβδομάδας», με την Έλλη Λαμπέτη. Το 1978 γύρισε επτά ντοκιμαντέρ για τη σειρά «Εικόνες από τη Βόρεια Ελλάδα». Την ίδια χρονιά ξεκίνησε την προετοιμασία της ταινίας «Ελευθέριος Βενιζέλος», όπου παρουσιάζει μια ψύχραιμη και κατατοπιστική προσωπογραφία ενός από τους σημαντικότερους ηγέτες στην ιστορία της Ελλάδας, αφηγείται τα έργα και τις ημέρες του από το 1910 έως το 1927, απαλλαγμένα από συναισθηματικές και μικροπολιτικές εντάσεις, Όμως, αυτή η ταινία δίχασε κριτικούς και κοινό, με αποτέλεσμα ο Π. Βούλγαρης να αποσυρθεί προσωρινά από τον κινηματογράφο και ν’ ασχοληθεί αποκλειστικά με την τηλεόραση: πέντε ντοκιμαντέρ για τη σειρά «Εδώ γεννήθηκε η Ευρώπη» και τα σίριαλ «Ο κήπος με τα αγάλματα» και «Οι απόμαχοι» είναι τα τηλεοπτικά παράγωγα του σκηνοθέτη αυτή την περίοδο. Παράλληλα, συνέχισε να σκηνοθετεί για το θέατρο, ενώ ασχολήθηκε ευκαιριακά με τη διαφήμιση. Το 1985 επανήλθε στον κινηματογράφο με τα « Πέτρινα χρόνια», που αποτέλεσε μεγάλη καλλιτεχνική και εισπρακτική επιτυχία. Εδώ ένα ζευγάρι ο Μπάμπης και η Ελένη ζούνε κυνηγημένοι και φυλακίζονται εξαιτίας των πολιτικών τους πεποιθήσεων από τη δεκαετία του ’50 μέχρι τη Μεταπολίτευση. Το δράμα ενός ολόκληρου λαού θα συμπυκνωθεί στην ιστορία δύο ανθρώπων που δεν λύγισαν από τις δυσκολίες. Η αγάπη και η μητρότητα θα ανθίσουν πίσω από τα κάγκελα σε πείσμα των δυσχερειών. Τα πέτρινα χρόνια ενός λαού εικονογραφούνται στην οθόνη.  Το 1987 γύρισε ένα ντοκιμαντέρ για τον Γιάννη Ρίτσο και το 1988 την ταινία «Η φανέλα με το εννιά». Το 1991 παρουσίασε τις «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου», το 1995 την ταινία «Ακροπόλ», όπου παρουσιάζει  το αθηναϊκό θέατρο όταν οι επιθεωρήσεις παίρνουν διαστάσεις φαντασμαγορικού θεάματος τη δεκαετία του ’50 και του ’60. Εντυπωσιακές παραστάσεις ξετυλίγουν πάνω στο παλκοσένιο, καλύπτοντας με χρώμα και μελωδίες την πολιτικο-κοινωνική αβεβαιότητα της καθημερινότητας. Ο σκηνοθέτης φέρνει σε πρώτο πλάνοι τον άνθρωπο για να αποκαλύψει το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής. Το 1998 σκηνοθετεί το «Όλα είναι δρόμος» ενώ το 2004, μετά από πολλές περιπέτειες, ολοκλήρωσε το φιλόδοξο διεθνές εγχείρημα των «Νυμφών», το οποίο προετοίμαζε από το 1999. Η εικόνα των 700 νυφών που σαλπάρουν ασυνόδευτες στις ΗΠΑ για να συναντηθούν με τους μέλλοντες συζύγους τους είναι συγκλονιστική. Η κυνική λογική του προξενιού έρχεται σε κόντρα με το συναίσθημα καταμεσής του Ατλαντικού Ωκεανού, με την μοδίστρα Νίκη να ερωτεύεται έναν Αμερικανό φωτογράφο. Η προπολεμική Ελλάδα κουρελού και ταυτόχρονα όμορφη. Το 2009 είναι η σειρά της ταινίας για τον ελληνικό εμφύλιο «Ψυχή βαθιά». Εδώ η ιδέα της εθνικής συμφιλίωσης πρωταγωνιστεί σε μια ακόμη ταινία του σκηνοθέτη. Η τελευταία του ταινία που έκανε πρεμιέρα τον Δεκέμβριο του 2013 είναι η «Μικρή Αγγλία» είναι η δωδέκατη ταινία του σκηνοθέτη, αποτελεί τη κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος της συζύγου του Ιωάννας Καρυστιάνη.

Σε πρόσφατη συνέντευξη του σχολίασε την επιμονή του να τοποθετεί τις ταινίες του στο παρελθόν, ο ίδιος δήλωσε ότι για να λύσει τα δικά του προβλήματα, αλλά και για να απαντήσει σε πράγματα που πιστεύει ότι απασχολούν τον θεατή ανατρέχει στον παρελθόντα χρόνο. Για τον ίδιο ο θεατής είναι πάντα παρών. Δεν μπορεί να διανοηθεί τον κινηματογράφο αποκομμένο από το κοινό του. Μπορεί η τέχνη να μην δίνει λύσεις, αλλά έχει τη δυνατότητα να προβληματίσει. Θεωρεί πολιτική χειρονομία το να γυρίσει κάποιος μια ταινία που έχει σημασία – χωρίς να μιλάει για το πρόβλημα καθαυτό – προσφέροντας μια συγκίνηση. Έστω και πέντε λεπτά να μιλήσουν οι θεατές για την ταινία του μετά την προβολή της είναι ένα κέρδος, λέει ο Παντελής Βούλγαρης.

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου