Στο 1ο μέρος διαβάσαμε για τη γέννηση και την μερική εξέλιξη της φωτογραφικής μηχανής που περιορίζεται στην κατασκευή των μηχανών κι όχι στην παράλληλη αποτύπωση φωτογραφιών. Σε αυτό το μέρος θα συμπεράνουμε, πως από τον 18ο αιώνα και μετά ξεκίνησαν τα σταθερά βήματα προς τη δημιουργία της χημικής φωτογραφίας. Καθοριστικό ρόλο για την μετέπειτα εξέλιξή της έπαιξε η χημεία αλλά και η συνολική πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας, οι οποίες πρόσφεραν το γόνιμο έδαφος για την επινόηση των χημικών συστατικών, αλλά και των κατάλληλων εξαρτημάτων που θα επέτρεπαν την αποτύπωση εικόνων.

Γύρω στα 1720-25 ο γερμανός επιστήμονας Johann Heinrich Schulz(e) μετά από μια σειρά πειραμάτων συμπέρανε, ότι άλατα αργύρου και συγκεκριμένα η εκτεθειμένη επιφάνεια μιας κιμωλίας, βουτηγμένης σε νιτρικό άργυρο, έγινε μαύρη από λευκή. Ο Schulz είναι γνωστός και για μια ακόμα συνεισφορά του στη φωτογραφία· ανακάλυψε, ότι μερικά άλατα αργύρου και το νιτρικό άργυρο σκουραίνουν κατά την έκθεσή τους στον ήλιο κι όχι λόγω της θερμοκρασίας. Είχε παράλληλα, πετύχει την αποτύπωση φωτός πάνω σε ευαισθητοποιημένο χάρτη, αν και η στερέωση της εικόνας στάθηκε αδύνατη.

Ο  Σουηδός χημικός Carl William Scheele ήταν ένας από τους πιο γνωστούς φυσικούς επιστήμονες του 18ου αιώνα και υπήρξε συνιδρυτής της μοντέρνας χημείας. Βαρυσήμαντη στο χώρο της φωτογραφίας είναι, επίσης, η ανακάλυψη του οξυγόνου από τον γερμανικής καταγωγής επιστήμονα. Σε ένα έργο του περιγράφει αναλυτικώς την αντίδραση ενός διαλύματος χλωρίου με υγρή αμμωνία, όπως και τις διάφορες επιδράσεις των φασματικών χρωμάτων (: τα χρώματα που ορίζονται σε ένα μοναδικό μήκος κύματος, δηλ. κόκκινο, πορτοκαλί, κίτρινο, πράσινο, κυανό, μπλε, βιολετί) σε χλωριούχο άργυρο.

Ο Άγγλος Thomas Wedgwood, παρόλα τα προβλήματα υγείας που τον συνόδευαν όλη τη διάρκεια της ζωής του, κατάφερε να προσφέρει αρκετά στην ιστορία της φωτογραφίας. Συγκεκριμένα, θεωρείται ο πρώτος που χρησιμοποίησε φωτο-ευαίσθητες χημικές ουσίες για να συλλάβει παροδικές εικόνες πάνω σε σταθερό μέσο, όπως ύφασμα και λευκό δέρμα, και που επιχείρησε να φωτογραφίσει την εικόνα, έτσι όπως σχηματιζόταν στην camera obscura. Τα πειράματά του ήταν αρκετά αποδοτικά, ιδίως και με την αρωγή του συνεργάτη και φίλου του Sir Humphry Davy. Ο τελευταίος, που υπήρξε ιδιοφυία στην χημεία, δημοσίευσε τα αποτελέσματα των πειραμάτων τους στο Royal Society το 1802.

Ο Sir John Frederick William Herschel, γεννημένος επίσης τον 18ο αιώνα (7 March 1792 – 11 May 1871) και πολυπράγμων Άγγλος μαθηματικός, αστρονόμος, αστρολόγος, χημικός, εφευρέτης και φωτογράφος, αποτέλεσε ορόσημο στην ιστορία της φωτογραφικής μηχανής, καθώς εφηύρε την κυανοτυπία (< κυανός), μέθοδος κατά την οποία η εικόνα σχηματίζεται από μια χαρακτηριστική μπλε ένωση του σιδήρου με την επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας. Το 1821 χρησιμοποίησε το υποσουλφίτ (δηλ. sodium hyposulfite ή θειοθειϊκό νάτριο, συστατικό με τη λειτουργία του στερεωτή) και πέτυχε να σταθεροποιήσει το είδωλο. Το 1839 επινόησε τον όρο «φωτογραφία», αγνοώντας πως είχε ήδη προαναφερθεί το 1834 από τον Γαλλο-Βραζιλιάνο ζωγράφο και εφευρέτη Hercules Florence. Επίσης, εμπλούτισε την φωτογραφική ορολογία με τις λέξεις «θετικό» και «αρνητικό».

Ο Γάλλος εφευρέτης Joseph Nicéphore Niéps επινόησε το 1826 την ηλιογραφία και ήταν ο πρώτος που μπόρεσε να καταγράψει και να διατηρήσει εικόνες με τη βοήθεια του φωτός. Βέβαια, η μέθοδος της ηλιογραφίας ήταν αρκετά χρονοβόρα∙  8 ώρες έκθεσης χρειάστηκαν για την πρώτη τυπωμένη φωτογραφία του!

Το 1829 υπέγραψε συμβόλαιο συνεργασίας με τον Γάλλο καλλιτέχνη Louis-Jacques-Mandé Daguerre που αφορούσε την από κοινού έρευνα πάνω στην τεχνική της φωτογραφίας. Ο Nieps απεβίωσε, όμως, το 1833 και ο Daguerre συνέχισε μόνος του τα πειράματα, επινοώντας αργότερα την νταγκεροτυπία (ή δαγγεροτυπία), την οποία και παρουσίασε το 1839 στην Ακαδημία Επιστημών και την Ακαδημία Καλών Τεχνών. Η νταγκεροτυπία ήταν ουσιαστικά μια μορφή εξέλιξης της ηλιογραφίας του Niéps. Αναφορικά με τη διαδικασία παραγωγής της, τοποθετούνταν φωτοευαίσθητο υλικό (δηλ. ιωδιούχο άργυρο) πάνω σε γυαλισμένες πλάκες χαλκού κι έβγαιναν θετικές εικόνες μεγάλης ευκρίνειας. Οι πλάκες έπρεπε να χρησιμοποιηθούν εντός μιας ώρας και εκτίθονταν στο φως για 10 με 20 περίπου λεπτά, αναλόγως την εκάστοτε φωτεινότητα. Η εμφάνιση της εικόνα πραγματοποιούνταν με την έκθεση της πλάκας σε υδράργυρο, ο οποίος θερμαινόταν στους 75° C. Στο τέλος, η εικόνα βυθιζόταν σε διάλυμα κοινού άλατος και ξεπλενόταν με καυτό αποσταγμένο νερό

Εδώ βλέπουμε την πρώτη φωτογραφία του Daguerre, που αποτυπώθηκε με τη μέθοδο της νταγκεροτυπίας:

4

 (Εικόνα 4)

Ο William Henry Fox Talbot, Άγγλος αρχαιολόγος, γλωσσολόγος, χημικός, εφευρέτης και πρωτοπόρος της φωτογραφίας, κατάφερε να αποτυπώσει μόνιμες εικόνες σε χαρτί. Η μέθοδος με την οποία πέτυχε την διατήρηση εικόνων προηγείται από εκείνη του Daguerre, αλλά διατηρούνταν κρυφή για κάποιο διάστημα. Ωστόσο με το που γνωστοποίησε ο  Daguerre την νταγκεροτυπία, ο Talbot έσπευσε να αποκαλύψει και τη δική του μέθοδο φοβούμενος μην χάσει την πατρότητα της φωτογραφίας, για την οποία μετέπειτα ήρθε σε διαμάχη με τον Γάλλο εφευρέτη. Η μέθοδός του ήταν η καλοτυπία (< κάλλος + τύπος), που αργότερα μετονομάστηκε σε ταλμποτυπία, για να φέρει το όνομα του επινοητή της, και είχε την εξής διαδικασία: Ο Talbot βύθιζε αρχικά το χαρτί σε χλωρίδιο του αργύρου, ώστε να γίνει φωτοευαίσθητο. Όταν έπεφτε πάνω του φως, το φόντο γινόταν μαύρο και το φωτογραφιζόμενο αντικείμενο γκρι. Αυτή είναι η λεγόμενη αρνητική εικόνα. Ο Άγγλος εφευρέτης δημιούργησε και θετικές εικόνες, εκτυπώνοντας τις αρνητικές σε περισσότερα φύλλα χαρτιού και αντιστρέφοντας, ύστερα, τις φωτισμένες και σκιασμένες περιοχές. Ποιοτικά η μέθοδός του ήταν ελλιπής σε σχέση με την νταγκεροτυπία, επειδή ως βάση για το αρνητικό ήταν το χαρτί, που έκανε την υφή του να διακρίνεται πάνω στη φωτογραφία. Παρ’ όλες της διαμάχες με τον Daguerre, από πολλούς θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης φωτογραφίας, ιδίως γιατί συνέλαβε τη σχέση ανάμεσα στη θετική και αρνητική φωτογραφία∙ ορολογίες, που -όπως προειπώθηκε- είχαν επινοηθεί από τον φίλο του, Herschel. Εκτός από αυτό, αξίζει νομίζω καλύτερα στον Talbot ο όρος πατέρας της σύγχρονης φωτογραφίας, κάθως εκείνος ήταν που τύπωσε για πρώτη φορά αρνητική φωτογραφία, καθώς ο Daguerre είχε κάνει μόνο θετικές.

5

 Μια φωτογραφία με τη μέθοδο της καλοτυπίας (Εικόνα 5)

Εκτός από τον Talbot, ο ομοεθνής του και δημόσιος υπάλληλος, ο Hippolyte Bayard, κατάφερε το 1839 να ανακαλύψει μια φωτογραφική μέθοδο για θετικές φωτογραφίας και να τις καταγράψει πάνω σε χαρτί. Έλαβε από τον μαθηματικό, φυσικό, αστρονόμο, Καρμπονάρο και ελευθεροτέκτονας και πολιτικός François Jean Dominique Arago οικονομική υποστήριξη, απαραίτητη για την βελτίωση της μεθόδου του. Παρ’ όλη τη βοήθεια του, όμως, ο Arago, τον εμπόδισε να παρουσιάσει την καινοτόμα μέθοδό του στη Γαλλική Ακαδημία Επιστημών.

Το 1846 ο Γάλλος χημικός Ludovic Menard ανακάλυψε πως η νιτρική κερατίνη αναμιγμένη με οινόπνευμα και αιθέρα, έδινε ένα παχύρευστο κολλώδες υγρό, που όταν στέγνωνε μετατρεπόταν σε μια σκληρή, διάφανη, αδιάβροχη και άοσμη ουσία, το κολλόδιο ή νιτροβάμβακας. Αυτό το συστατικό χρησιμοποιούνταν αρχικά στην ιατρική για τα τραύματα και τις πηγές, ως προστατευτικό από βρώμες και νερό (παρόμοιο με το σημερινό Hansaplast, θα λέγαμε). Αναφορικά με την πατρότητα του κολλοδίου, άλλες πηγές αναφέρουν πως εφευρέτης της ήταν ο Γερμανό-Ελβετός χημικός Christian Friedrich Schönbein.

Από το 1850 ο διδάσκαλος φωτογραφίας και καινοτόμος Jean-Baptiste Gustave Le Gray, που ονομάστηκε ο ποιο σημαντικός φωτογράφος του 19ου αι., και ο Άγγλος χημικός Robert Bingham πειραματίστηκαν με το κολλόδιο σαν συγκολλητική ουσία για τη δημιουργία αρνητικών σε γυαλί.

Παρόλα αυτά, τον επόμενο χρόνο ο Άγγλος φωτογράφος και γλύπτης, ο Frederick Scott Archer, επινόησε τον τρόπο για φτιάχνονται γυάλινα αρνητικά με τη χρήση του κολλοδίου, ως μέσο συγκόλλησης της εμουλσιόν (φωτογραφικό γαλάκτωμα) σε γυαλί. Το Μάρτιο του 1851 δημοσίευσε στο περιοδικό Chemist την ολοκληρωμένη μέθοδό του. Ο Archer δεν κατέθεσε πατέντα για την τεχνική που εφηύρε, γι’ αυτό το λόγο η εξάπλωσή της ήταν πολύ γρήγορη, αλλά ο ίδιος έχασε την ευκαιρία να κερδίσει χρήματα που θα μπορούσε να του αποφέρει η εφεύρεσή του. Μάλιστα, ο William Henry Fox Talbot κατέθεσε αγωγή αιτούμενος να του αποδοθεί η ιδιοκτησία της εφεύρεσης του Archer, ισχυριζόμενος πως αποτελεί παραλλαγή της δικής του καλοτυπίας. Ωστόσο, έχασε στη δίκη που έλαβε χώρα το 1855. Μετά από αυτό το γεγονός τόση ήταν η απογοήτευσή του που δεν ανανέωσε καν την πατέντα της καλοτυπίας, επιτρέποντας να χρησιμοποιείτε ελεύθερα από τον καθένα. Ο Archer πέθανε φτωχός το 1857 σε ηλικία 44ων ετών.

Η τεχνική του υγρού κολλοδίου του Archer συνηθιζόταν να αποκαλείται από τους φωτογράφους ως τεχνική της υγρής πλάκας (αγγλ. όρος wet plate process) κι αυτό, γιατί χρησιμοποιούνταν μια οποιοδήποτε μεγέθους γυάλινη πλάκα στην οποία ήθελε ο φωτογράφος το αρνητικό του. Ύστερα, η πλάκα επιστρωνόταν με ένα διάλυμα κολλοδίου με ιωδιούχο κάλιο (αργότερα χρησιμοποιήθηκε και βρωμιούχο κάλιο). Για την επίστρωση ο φωτογράφος έχυνε μια ποσότητα διαλύματος κολλοδίου στο κέντρο της πλάκας και την κουνούσε για να απλωθεί παντού και ομοιόμορφα. Πριν  στεγνώσει το κολλόδιο η πλάκα έπρεπε να ευαισθητοποιηθεί σε νιτρικό άργυρο και να τοποθετηθεί στη μηχανή, τραβώντας γρήγορα τη φωτογραφία. Εν τέλει έπρεπε η πλάκα να εμφανιστεί (ο πρώτος εμφανιστής ήταν το πυρογαλλικό οξύ), να στερεωθεί και να πλυθεί. Τότε στέγνωνε και το γυάλινο αρνητικό και μπορούσε να αποτυπωθεί σε χαρτί.

Η τσιγκοτυπία (αγγλ. tintype) ή φεροτυπίας (ferrotype/melainotype), όπως διαφορετικά ονομάζεται, αποτελεί μια παρόμοια τεχνική με εκείνη του υγρού κολλοδίου. Η διαδικασία της περιγράφηκε το 1853 από τον Adolphe-Alexandre Martin στη Γαλλία και πατέντα της εφεύρεσης κατέθεσαν το 1856 ο Hamilton Smith και ο William Kloen, για την Αμερική και την Αγγλία, αντιστοίχως.

Μια παραλλαγή της τσιγκοτυπίας είναι η αμβροτυπία (αγγλ. ambrotype) και επινοήθηκε το 1854 από τον James Ambrose Cutting στην Αμερική (αυτή αποτελεί ίσως την πρώτη εφεύρεση των Αμερικανών στον χώρο της φωτογραφίας). Η αμβροτυπία ήταν η πρώτη μέθοδος του υγρού κολλοδίου ως θετική εικόνα (ας μην ξεχνάμε ότι το κολλόδιο εμφάνιζε μόνο αρνητικά). Η διαδικασία της τεχνικής ήταν η ακόλουθη: αφού ο φωτογράφος τραβούσε και εμφάνιζε ένα υποφωτισμένο αρνητικό με την τεχνική του κολλοδίου, το τοποθετούσε πάνω σε μαύρο φόντο και το μοντάριζε μέσα σε ένα προστατευτικό καδράκι. Το φόντο που βρισκόταν πίσω από την εικόνα έκανε τις περιοχές του αρνητικού που δεν υπήρχε άργυρος (σκούρα σημεία του θέματος) να μαυρίζουν, ενώ εκεί όπου υπήρχε άργυρος, το μέταλλο γυάλιζε και έδινε ανοιχτόχρωμους τόνους. Με αυτόν τον απλό τρόπο, που θυμίζει την αντιστροφή των τόνων της νταγκεροτυπίας, η αρνητική εικόνα γινόταν θετική χωρίς τη μεσολάβηση εκτύπωσης. Το κόστος της φωτογράφησης έπεφτε σημαντικά, καθώς δεν υπήρχε κάποια περαιτέρω απασχόληση του φωτογράφου. Παρ’ όλα αυτά, η φωτογραφία που τύπωνε ήταν μοναδική.

Οι δύο αυτές παραλλαγές του υγρού κολλοδίου γίνανε πιο γνωστές χάρη στο χαμηλό κόστος τους. Η τσιγκοτυπία ήταν ακόμα πιο φθηνή έναντι της αμβροτυπίας, διότι σαν βάση χρησιμοποιούνταν ένα απλό μέταλλο κι όχι γυαλί.

6

 Φωτογράφος που δουλεύει στο εργαστήριό του (Εικόνα 6)

Το 1847 ο υπολοχαγός του στρατού Claude Félix Abel Niépce de Saint-Victor -ξάδελφος του προαναφερθέντα Joseph Nicéphore Niéps- πειραματίστηκε με τo πρώτο αρνητικό φιλμ πάνω σε τζάμι. Προκειμένου να συγκρατηθεί η φωτο-ευαίσθητη επίστρωσή του, χρησιμοποίησε ασπράδι αυγού (γνωστό και ως αλμπουμίνα από το  albumen). Στη συνέχεια, αφού το χτυπούσε καλά, πρόσθεσε ιωδιούχο κάλιο και χλωριούχο νάτριο και κατόπιν το επάλειφε πάνω στο γυαλί. Όταν το υλικό στέγνωνε, ευαισθητοποιούσε τη γυάλινη πλάκα με νιτρικό άργυρο (τα φωτοευαίσθητα χημικά δεν διέφεραν πολύ από τα αντίστοιχα της καλοτυπίας του Talbot). Παρόλη την καινοτομία του, η παρουσίαση της μεθόδου του στη Γαλλική Ακαδημία Επιστημών το 1848 δεν έλαβε την ανάλογη αποδοχή, καθώς το υλικό του ήταν αρκετά βαρύ και εύθραυστο. Ένα επιπρόσθετο μειονέκτημα αφορούσε την ευαισθησία των αρνητικών, η οποία ήταν πολύ χαμηλή για την εποχή. Αυτό αποτελούσε εμπόδιο στη χρήση της μεθόδους αυτής για τη δημιουργία πορτραίτων∙ ήταν το πιο επικερδές θέμα των φωτογράφων εκείνης της περιόδου. Εντούτοις, η εφεύρεση του de Saint Victor φάνηκε χρήσιμη για τη δημιουργία διαφανειών σε γυαλί, που χρησιμοποιήθηκαν για προβολή σε οθόνη. Αξίζει να σημειωθεί, πως τότε οι προβολείς διαφανειών χρησιμοποιούσαν φως από λάμπες πετρελαίου και καντήλια. Η μέθοδός του ωστόσο δεν πολυχρησιμοποιήθηκε, αλλά αυτό οφείλεται στο γεγονός μιας άλλης παρεμφερής καινοτομίας της εποχής. Ο Γάλλος υπολοχαγός του στρατού ασχολήθηκε στο εργαστήρι του στο Παρίσι με την στερέωση των φωτογραφικών χρωμάτων και με την τελειοποίηση της ηλιογραφίας (που εφευρέθηκε από τον γνωστό ξάδελφο του). Η μέθοδός του για την φωτογραφική εκτύπωση ονομάστηκε ηλιογκραβούρα και δημοσιεύτηκε το 1856 στο έργο του Traité pratique de gravure héliographique (μτφρ. Πρακτική Πραγματεία στην γκραβούρα της ηλιογραφίας).

Ο George Eastman, Αμερικανός πρωτοπόρος και επιχειρηματίας, έμεινε στην ιστορία για την επινόηση της γνωστής μηχανής Kodak ή μηχανή-κουτί (box camera). Υπήρξε, επίσης, ο ιδρυτής της εταιρείας Eastman Kodak (1888), η οποία μέχρι και σήμερα διατηρεί την επιτυχία της. Ο Eastman διέδωσε το ρολό φιλμ, φτάνοντας την φωτογραφική μηχανή στο απόγειό της. Η Kodak ήταν ελαφριά, περίπου ένα κιλό μόνο, και είχε μικρές διαστάσεις, κάτι που την έκανε αυτομάτως προσεγγίσιμη στους καταναλωτές.

7

8

Ένα παράδειγμα της μηχανής Kodak (Εικόνα 7)

Οι διαστάσεις της Kodak ήταν τόσο μικρές που μπορούσε κανείς να την μεταφέρει μέχρι και στην τσέπη του, όπως αναγράφεται στην διαφημιστική εικόνα πάνω, 1900  (Εικόνα 8)

Διέθετε επίσης ένα σταθερό διάφραγμα και ήταν επιφορτωμένη με ένα ρολό φωτοευαίσθητου χαρτιού πάνω στο οποίο μπορούσαν να αποτυπωθούν πολλές φωτογραφίες, τις οποίες το εργοστάσιο της Kodak αναλάμβανε να εμφανίσει και να τυπώσει. Το σύνθημα με το οποίο προωθήθηκε η νέα φωτογραφική μηχανή ήταν «εσείς πιέζετε το κουμπί, εμείς αναλαμβάνουμε τα υπόλοιπα».

9

Η αφίσα με το διαφημιστικό σλόγκαν, 1889 (Εικόνα 9)

Το 1889 κυκλοφορεί από το εργοστάσιο Zeiss -που πήρε το όνομά του από τον Γερμανό ιδρυτή του και κατασκευαστή οπτικών οργάνων Carl Zeiss- ο πρώτος αναστιγματικός φακός σχεδιασμένος από τον Γερμανό φυσικό Ralph Rudolf. Εκείνη τη χρονιά έχουμε το πρώτο φιλμ που μπορεί να φορτιστεί στη φωτογραφική μηχανή ακόμη και σε φως ημέρας. Ο Tessar, (ή Zeiss Tessar) είναι ένας γνωστός φωτογραφικός φακός, σχεδιασμένος επίσης από τον Ralph Rudolf γύρω στο 1900.  Η λέξη είναι ελληνικής καταγωγής (Tessar < tesseris = τέσσερα) και υποδηλώνει τον βασικό σχεδιασμό των τεσσάρων φακών που χρησιμοποιεί η Zeiss σε κινητά και φωτογραφικές μηχανές μέχρι σήμερα.

10

 Μηχανή με τον φακό Tessar (Εικόνα 10)

Το 1911-13 συναντάμε την πρώτη από τα 30 δοκιμαστικά μοντέλα της πλέον διάσημης φωτογραφικής μηχανής μικρού μεγέθους, τη Leica, και από το 1925 σημειώνεται η μαζική παραγωγή της. O Rudolf Fischer παρουσίασε την πρώτη εμουλσιόν με τρεις έγχρωμες επιστρώσεις, μία για κάθε χρώμα. Επίσης, στο περιοδικό Vogue εμφανίζονται μαζικές φωτογραφικές εκτυπώσεις με θέματα μόδας.

Το 1911 ο μηχανικός οπτικών και βιομηχανικός σχεδιαστής Oskar Barnack προσλαμβάνεται στο εργοστάσιο οπτικών ειδών του Ernst Leitz στο Wetzlar, ως διευθυντής ερευνών. Από εκείνη την περίοδο θα συλλάβει μια εξαιρετική ιδέα, η οποία παραμένει πασίγνωστη μέχρι και σήμερα. Κατασκευάζει, αρχικά, μια μικρή κάμερα, διπλασιάζοντας το φορμά του κινηματογραφικού φιλμ και χρησιμοποιεί κάποια καρέ ως φωτογραφικό υλικό για να πετύχει κάποιες διορθώσεις στην κινηματογραφική κάμερα. Το νέο φορμά του φιλμ που χρησιμοποιεί, παραμένει ως τις μέρες μας ένα παγκόσμιο στάνταρ: 35 χιλ. Κατασκευάζεται το 1913 – 1914, λοιπόν, η πρώτη Leica μηχανή, η οποία είναι μικρή, εύχρηστη και έχει τον κωδικό Ur Leica. Ο Barnack εσκεμμένα στόχευσε να μειώσει το μέγεθος και το βάρος των μηχανών του, επειδή έπασχε από άσθμα. Η μηχανή Leica παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο ευρύ κοινό μετά από μια περίπου δεκαετία, συγκεκριμένα το 1925.

11

 Η μηχανή Leica (Εικόνα 11)

Το μικρό σχήμα της μηχανής (μέχρι τότε οι μηχανές ήταν κυρίως ογκώδη “κουτιά”), οι εύκολοι χειρισμοί της, η αθόρυβη λειτουργία της, η αξιοπιστία και η οξύτητα των φακών και προπάντων το φιλμ των 35χιλ., αλλάζουν καταλυτικά την πορεία της φωτογραφίας. Με τη Leica τα προβλήματα μεταφοράς των υποστηρικτών εξοπλισμών αποτελούν πλέον παρελθόν, κι έτσι δεν γίνεται μόνο το αγαπημένο μέσο των φωτορεπόρτερ που πλέον μπορούν να αποτυπώνουν τα ειδησεογραφικά γεγονότα από τη γέννησή τους, αλλά και μία από τις πολυπόθητες και λατρεμένες φωτογραφικές μηχανές των παγκοσμίας φήμης φωτογράφων.

Το 1948 ο Αμερικάνος επιστήμονας  Edwin Land εφευρίσκει την πρώτη Polaroid μηχανή για στιγμιαίες φωτογραφίες.

Η τελευταία σημαντική εξέλιξη αναφορικά με την τεχνική της φωτογραφίας, είναι οι ευρέως σε όλους μας γνωστές ψηφιακές μηχανές, οι οποίες έχουν φωτοευαίσθητους αισθητήρες, αντί για το κοινό χημικό φιλμ. Το 1969 ο Καναδός φυσικός Willard Sterling Boyle και  ο Αμερικάνος επιστήμονας της εφαρμοσμένης φυσικής George Elwood Smith επινοούν τον ανιχνευτή charge-coupled device (CCD), (μτφρ. συσκευή ή διάταξη συζευγμένου φορτίου).

12

 Ο ανιχνευτής CCD (Εικόνα 12)

Στην ουσία πρόκειται για έναν καταχωρητή ολίσθησης, μια δηλαδή πολύ μικρή πλάκα πάνω στην οποία βρίσκονται διατεταγμένα έως και μερικά εκατομμύρια στοιχεία ενός ημιαγώγιμου υλικού -συνήθως πυριτίου– που είναι ευαίσθητο στο φως και χρησιμεύει για τη λήψη ειδώλων (φωτογραφιών και βίντεο). Όταν ο ανιχνευτής εκτίθεται σε μια φωτεινή πηγή, σε καθένα απ’ αυτά τα στοιχεία απελευθερώνονται ηλεκτρικά φορτία (τα ηλεκτρόνια) σε ευθεία αναλογία με τα φωτόνια που πέφτουν πάνω στο στοιχείο. Ο CCD πλεονεκτεί εν αντιθέσει με την ψηφιακή πλάκα, λόγω της μεγαλύτερης ευαισθησίας του. Καταφέρνει να συλλάβει το  60% περίπου των φωτονίων που πέφτουν πάνω -ενώ οι πλάκες μόλις 5%- άρα απαιτείται λιγότερος χρόνος για την πόζα. Επίσης, δύναται η ευκαιρία ψηφιακής επεξεργασία ς των εικόνων Η κεφαλή που περιέχει τον αισθητήρα φιλοξενεί στη θέση του φακού του τηλεσκοπίου.

Το 1990  παρουσιάστηκε η πρώτη εμπορική ψηφιακή φωτογραφική μηχανή.

Όπως διαπιστώνουμε, υπήρξαν πάρα πολλοί πρωτοπόροι και φίλοι της φωτογραφίας,  που πρόσθεταν το δικό τους λιθαράκι στο μεγάλο αυτό παζλ που ονομάζεται ιστορία της φωτογραφικής μηχανής. Το πώς ξεκίνησε και το πώς συνεχίζει να εξελίσσεται η φωτογραφική μηχανή είναι ένα εντυπωσιακό και αξιοπρόσεκτο γεγονός. Αυτό αποδεικνύουν, άλλωστε, οι συνεχιζόμενες επινοήσεις καινούριων και όλο και πιο πολύ ανανεωμένων φωτογραφικών μηχανών. Είναι, δυστυχώς, αρκετά δύσκολο να αποτυπωθούν όλες τους και μία-μία σε λίγες μόνο σελίδες, λόγω της ανεξέλεγκτης πλέον κατασκευής τους και της καθημερινά βομβαρδιστικής εισαγωγής τους στην αγορά. Τέλος, η φωτογραφία θα μπορούσε να παρομοιαστεί με ένα όλο και αυξανόμενο νήμα που αυξάνεται και δημιουργείται από τις ρηξικέλευθες ιδέες λαμπρών μυαλών.

 

Επιμέλεια κειμένου: Χριστίνα Πρασσά

ΕΟΕ

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.