Άλις Μονρό συγγραφέας (1931-)

 

Η Άλις Ανν Μονρό γεννήθηκε στις 10 Ιουλίου του 1931 στο Οντάριο του Καναδά όπου και μεγάλωσε, ο πατέρας της ήταν αγρότης και η μητέρα της δασκάλα. Η ίδια σπούδασε Αγγλικά και δημοσιογραφία με υποτροφία στο Πανεπιστήμιο του Οντάριο.

Παντρεύτηκε δύο φορές – και τους δύο συζύγους της τους γνώρισε στα φοιτητικά της χρόνια- και στα εικοσιένα της γέννησε την πρώτη από τις τρεις κόρες της. Το 1994 σε συνέντευξη που έδωσε στο Paris Review είπε ότι η πίεση για να παντρευτεί ήταν μεγάλη και το έκανε νωρίς για να μπορέσει να αφιερωθεί στο γράψιμο. Έγραφε από τα επτά της χρόνια γιατί ένιωθε αουτσάιντερ. Στο συντηρητικό μέρος που μεγάλωσε καμία γυναίκα δεν πήγε στο Πανεπιστήμιο και το χειρότερο λάθος στο οποίο μπορούσε κανείς να υποπέσει ήταν να τραβάει την προσοχή. Εκεί όμως οφείλει την ποικιλομορφία των χαρακτήρων που περιγράφει στα βιβλία της «σε έναν μικρό τόπο ακούει κανείς όλων των ειδών τους ανθρώπους, σε μια μεγάλη πόλη ακούς ιστορίες μόνο για ανθρώπους του είδους σου».

Η Μονρό ακολουθεί τους δικούς της ρυθμούς στο γράψιμο, χωρίς να βιάζετε, περνάει πολύ χρόνο κοιτάζοντας από το παράθυρο, σκεπτόμενη για ώρες τις ιστορίες της πριν κάτσει να τις αποτυπώσει στο χαρτί. Ποτέ δεν είχε πρόβλημα να βρει υλικό, το περιμένει και πάντα έρχεται. Στις εγκυμοσύνες της έγραφε συνέχεια και απεγνωσμένα γιατί πίστευε ότι δεν θα ξαναγράψει ποτέ μετά. Έγραφε όμως, όταν οι κόρες της κοιμόντουσαν και πήγαιναν στο σχολείο. Παρόλα ταύτα όπως έχει πει «Ένα κομμάτι του εαυτού μου ήταν απών για τα παιδιά μου, και τα παιδιά αυτό το ανίχνευαν. Χωρίς να τα παραμελώ δεν ήμουν εντελώς απορροφημένη σε αυτά».

Στα τριάντα έξι θα κυκλοφορήσει το πρώτο της βιβλίο. Σύντομα καταλαβαίνει ότι η έλλειψη χρόνου και ο τρόπος που σκέφτεται δεν θα της επέτρεπαν ποτέ την συγγραφή μυθιστορήματος. Γεγονός που θα την απασχολήσει. Γράφει επτά ημέρες την εβδομάδα, τρεις ώρες την ημέρα και περπατάει τρία μίλια. Θεωρεί ότι τηρώντας μια ρουτίνα προστατεύει τον εαυτό της.

 

Έχει εκδώσει κυρίως συλλογές διηγημάτων όπου πρωταγωνιστούν κυρίως γυναίκες, είναι μάνες, αδελφές, σύζυγοι, ανιψιές, μητριές. Οι γυναίκες είναι η πρώτη ύλη ίσως γιατί έχουν την ικανότητα να πικραίνονται, να τσαλακώνονται, να μεταλλάσσονται, να ανατρέπουν, να συμπονούν, να προσεγγίζουν καταστάσεις στη ζωή μ’ έναν απρόβλεπτο τρόπο. Οι χαρακτήρες της Μονρό είναι λίγο πολύ σαν εμάς, συνειδητοποιούμε πράγματα για την ζωή τους, όταν είναι πια αργά αλλά συνεχίζουν. Η Μονρό εξαναγκάζει τον αναγνώστη σε μια αντι-συμβατική μορφή ανάγνωσης πρώτα γιατί τον μετατρέπει σε λαθρακουστή ή κοινωνό μιας ιστορίας της οποίας η αφήγηση έχει ήδη ξεκινήσει και το τέλος της ξεπερνάει τις τελευταίες γραμμές και έπειτα επειδή του δίνει απεριόριστές δυνατότητες ερμηνείας γύρω από ένα δράμα εσωτερικό. Δεν διαβάζουμε από περιέργεια για να δούμε τι θα συμβεί στο τέλος της ιστορίας γιατί ούτε η δράση, ούτε τα μεγάλα γεγονότα χαρακτηρίζουν τα διηγήματα της συγγραφέως που αποκαλούν Τσέχοφ της Βόρειας Αμερικής. Το επίτευγμα της έγκειται στην συμπόνια και στον ρεαλισμό που αναπαριστά την πεζότητα και στο ότι οι ιστορίες της είναι τόσο μεστές σαν αν αφηγούνται ένα ολόκληρο μυθιστόρημα μέσα σε λίγα λεπτά. Φυσικά, δεν έχουν όλα τα διηγήματα την ίδια βαρύτητα, μερικές φορές, όπως έχει πει, γράφει για να διασκεδάσει και για να μας διασκεδάσει.

Το συγγραφικό της έργο περιλαμβάνει τα εξής έργα: το ‘Dance of the Happy Shades’(1968) για το οποίο τιμήθηκε με το υψηλότερο βραβείο για την λογοτεχνική διάκριση στον Καναδά το Governor General’s Award for Fiction. Το ‘Lives of Girls and Women’, (1971), το ‘Something Ive Been Meaning to Tell You’(1974), ‘ Who Do You Think Toy Are?’, (1978) για το οποίο πήρε το δεύτερο βραβείο GGAF, το ‘The Moons of Jupiter’ (1982), ‘The progress of Love’ (1986) το τρίτο βραβείο GGAF, ‘Friend of my youth’( 1990) για το οποίο βραβεύτηκε με το Trillium Book Award, ‘Open Secrets’( 1994), ‘The love of a good woman’(1998) γι’ αυτό το βιβλίο βραβεύτηκε με το Giller Prize, ‘Hateship, Friendship, Courtship,Loveship, Marriage’( 2001), για το οποίο πήρε το δεύτερο Giller Prize, ‘The View from Castle Rock’ (2006), ‘Too much Happiness’ (2009), ‘Dear Life’ (2012). Έχει επίσης, βραβευτεί από την Ένωση Κριτικών ΗΠΑ και έχει λάβει το βραβείο REA για τη συνολική προσφορά της στο διήγημα. Το 2009 της απονεμήθηκε το Man Booker International, για το οποίο ήταν ξανά υποψήφια και το 2007. Το βραβείο απονέμεται κάθε δύο χρόνια σε έναν συγγραφέα εν ζωή που εκδίδει τα έργα του στην αγγλική γλώσσα. Η Άλις Μονρό είναι από τις πιο γνωστές και σημαντικές διηγηματογράφους παγκοσμίως και η κριτική επιτροπή του βραβείου χαρακτηριστικά αναφέρει: « Με κάθε διήγημα της η Μονρό καταφέρνει να φτάσει το βάθος και την ακρίβεια που οι περισσότεροι μυθιστοριογράφοι πετυχαίνουν με το σύνολο του έργου τους. Διαβάζοντας την Μονρό μαθαίνεις πάντα κάτι που δεν έχεις ποτέ σκεφτεί».

Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Παρά το γεγονός ότι οι πωλήσεις των βιβλίων της Μονρό έχουν φτάσει στο 1 εκατομμύριο αντίτυπα μόνο στις ΗΠΑ, η ανάγνωση τους σε ήταν αυτή που της άξιζε, έξω από έναν κύκλο «ειδικών» της λογοτεχνίας, μέχρι το 2013, όταν τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας- πρώτη καναδή συγγραφέας και 13η γυναίκα που βραβεύτηκε  «για την δεξιοτεχνία της στο σύγχρονο διήγημα» και για την «αφήγηση της που χαρακτηρίζεται από διαύγεια και ψυχολογικό ρεαλισμό», σύμφωνα με την λιτή ανακοίνωση της Σουηδικής Ακαδημίας. Η ίδια δήλωσε γι’ αυτή της την βράβευση ότι είναι ευχαριστημένη γιατί το βραβείο θα χαροποιήσει πολλούς Καναδούς και θα στρέψει την προσοχή στην Καναδική λογοτεχνία. Όταν ανακοινώθηκε η βράβευση της, τον ανεπιφύλακτο θαυμασμό για το έργο της εξέφρασαν δημόσια, μεταξύ άλλων, οι συγγραφείς Μάργκαρετ Άτγουντ, Α.Σ. Μπάιατ, Ανν Ενράιτ, Κολμ Τόιμπιν, Τζόναθαν Φράνζεν, κ.α.

Το 2013 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας και έτσι έγινε η πρώτη καναδή κάτοχος του Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ο Τζον Αμπντάικ έγραψε γι’ αυτήν «Τα διηγήματα της μπορούν να συγκριθούν μόνο με του Τολστόι και του Τσέχοφ».

Το διήγημα της «Πέρασε η αρκούδα στο βουνό» μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από την καναδή ηθοποιό Σάρα Πόλεϊ και παίχτηκε στην Ελλάδα το 2007 με τίτλο «Το υστερόγραφο μιας σχέσης» (Away from her). Ένα καλοδουλεμένο σκηνοθετικό ντεμπούτο, σε ένα ήρεμων τόνων φιλμ, με θέμα τις επιπτώσεις που έχει στη ζωή ενός παντρεμένου ζευγαριού ηλικιωμένων η νόσος Αλτσχάιμερ από την οποία πάσχει η γυναίκα (Τζούλι Κρίστι). Η μεταφορά της σε ίδρυμα όχι μόνο δεν μειώνει την αφοσίωση του συζύγου (Γκόρντον Πίνσοτ), αλλά προκαλεί την ίντριγκα της ιστορίας καθώς στον ίδιο χώρο βρίσκεται και ένας παλιός εραστής της (Μάικλ Μέρφι). Η ταινία έκανε αίσθηση στην εποχή της και έφτασε ως τα Όσκαρ με υποψηφιότητα στην κατρηγορία Α΄ γυναικείου ρόλου (Κρίστι) και διασκευασμένου σεναρίου για την ίδια την Πόλεϊ.

Το 2012 κυκλοφόρησε το τελευταίο της βιβλίο με τίτλο «Dear Life» και ανακοίνωσε ότι σταματάει να γράφει. Το αιτιολόγησε ως εξής «σαν συγγραφέας περνάς όλη την ζωή σαν παρατηρητής και μετά προσπαθείς να καταγράψεις όλα όσα παρατήρησες και σου λείπει να είσαι ένας κανονικός άνθρωπος». Στο περιοδικό New Yorker εξομολογήθηκε ότι για χρόνια πίστευε ότι τα διηγήματα ήταν απλώς άσκηση μέχρι να βρεθεί χρόνος για να γράψει μυθιστόρημα. Αυτός ο χρόνος που δεν βρέθηκε και αυτή η άσκηση στα μικρά και στη λεπτομέρεια επιβραβεύτηκε με τον καλύτερο τρόπο. Τι πιστεύει για τον εαυτό της η Νομπελίστρια που μεγάλωσε σε ένα σπίτι χωρίς τουαλέτα και που από μικρή ηλικία εφεύρισκε και έλεγε πολλές ιστορίες στον εαυτό της αφού πρώτα άλλαξε το τέλος της Μικρής Γοργόνας του Άντερεν γιατί δεν το άντεχε; Ότι είναι φιλική χωρίς να είναι κοινωνική, ότι όντας γυναίκα νοικοκυρά και μητέρα χρειάζεται να κρατήσει πολύ χρόνο για όλους αυτούς τους ρόλους. Όσο για την αυτοπεποίθηση απαντάει: « είναι δύσκολο να πεις με σιγουριά για τους συγγραφείς – ποιος έχει αυτοπεποίθηση;».

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου