Οι συγγραφείς των κειμένων των δελτίων ειδήσεων προσπαθούν να χρησιμοποιούν απλά ρήματα και να κρατούν το νόημα απλό. Ακολουθούν την συμβουλή: << Το ακροατήριο θέλει ειδήσεις και οχι Σαίξπηρ>>. Χρησιμοποιούν μια απλοποιημένη γλώσσα που μεταδίδει απλοποιημένα μηνύματα. Με τη χρήση της σωστής γλώσσας ο άνθρωπος μεταμορφώνει το σύμπαν του, γνωρίζει την αλήθεια και κατόπιν δρα σύμφωνα με την αλήθεια αυτή. Η γλώσσα των τηλεοπτικών ειδήσεων είναι μια γλώσσα υποβαθμισμένη. Χρησιμοποιεί πολλά ονόματα, διότι θέλει να κάνει τον αποδέκτη παθητικό. Δεν υπάρχει δημιουργική σκέψη, ούτε κάποια προσπάθεια για να λειτουργήσει ο νους. Τυπώνει απλά μια εικόνα στο μυαλό ενός ατόμου.

Τα τηλεοπτικά νέα μας λένε τα ονόματα των πραγμάτων με ένα φτωχό λεξιλόγιο 850 περίπου λέξεων.

Πριν τον πόλεμο ο Βρεταννός γλωσσολόγος Σ.Κ. Όγκντεν, δημιούργησε μια τεχνητή γλώσσα από την Αγγλική. Την ονόμασε <<βασικά Αγγλικά>> και πολλοί Βρεταννοί διανοούμενοι, συμπεριλαμβανομένων πολλών συγγραφέων, βρήκαν πως είναι χωρίς νόημα. Ο Όγκντεν πρότεινε η κλασσική λογοτεχνία, συγγραφείς δηλαδή όπως ο Σαίξπηρ, ο Κιτς και ο Σέλλεϋ, να μεταφραστούν στη νέα γλώσσα, ισχυριζόμενος πως η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν μπορεί να τους κατανοήσει σ’ αυτήν τη σύνθετη μορφή τους. Οι αντίπαλοί του όμως αντετέθησαν πολύ σωστά λέγοντας πως μια τέτοια προσπάθεια θα κατέστρεφε την μεγάλη ικανότητα έκφρασης της Αγγλικής γλώσσας.

Ενώ η συζήτηση αυτή εξακολουθούσε να γίνεται στους κύκλους των διανοουμένων, οι άνθρωποι στα υψηλά επίπεδα της Βρεταννικής ολιγαρχίας βρήκαν τη δύναμη πλύσης εγκεφάλου που διέθετε η <<εφεύρεση>> του Όγκντεν. Χρησιμοποιώντας <<βασικά Αγγλικά>> στα μαζικά μέσα ενημέρωσης, ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων θα δέχεται βασικά μηνύματα χωρίς σύνθετες σκέψεις. Οι ενθουσιώδεις οπαδοί της ιδέας αυτής είδαν πως μπορούν να δημιουργήσουν μια απλοποιημένη πραγματικότητα.

Μετά ξεκίνησε ο πόλεμος και οι άνθρωποι που σχετίζονταν με το Τάβιστοκ εργάστηκαν στο Υπουργείο Πληροφοριών που ήλεγχε κάθε μετάδοση είδησης. Οι άνθρωποι αυτοί αποφάσισαν να εφαρμόσουν κάποια πειράματα για να δοκιμάσουν την αποτελεσματικότητα αυτής της απλοποιημένης γλώσσας. Ζήτησαν από το ΒΒC σε πειραματική βάση να δημιουργεί κάποια προγράμματα ειδήσεων στη βασική γλώσσα, κυρίως για εκπομπές στο εξωτερικό. Τα αποτελέσματα του πειράματος αυτού κατεγράφησαν προσεκτικά.

Στην Ελλάδα οι μεθοδεύσεις για την αλλοίωση της γλώσσας μας ξεκίνησαν από το 1514 με την έκδοση σε μονοτονικό σύστημα της Καινής Διαθήκης από τον Φρανσίσκο Χιμένες , τον Ισπανό Καρδινάλιο και Ιεροεξεταστή. Στα 1637 γράφεται η <<Ερωφύλη>> του Χορτάτζη με λατινικούς χαρακτήρες. Ο Ιωάννης Βηλαράς διαδίδει τις ιδέες του γραμμένες με τον φωνητικό τρόπο.

Στα 1929 Δημήτρης Γληνός προτείνει για την <<θεραπεία της αγραματοσύνης>> την θεσμοθέτησή της, δηλαδή την κατάργηση τόνων και πνευμάτων και διπλών συμφώνων, επιβολή της φωνητικής ορθογραφίας και του λατινικού αλφαβήτου.

Στα 1964 το Δημοσιογραφικό Συγκρότημα Βελλίδη στην Θεσσαλονίκη καταργεί αυθαίρετα το τονικό σύστημα και αντί για τόνους χρησιμοποιεί τρίγωνα. Ο Αγαπητός Τσομπανάκης προτείνει ειδικά σύμβολα για να αποδοθούν οι λατινικοί Φθόγγοι. Στα 1972 ο καθηγητής Γιάννης Κακριδής ανακινεί το γλωσσικό και επιμένει στο μανοτονικό σύστημα.

Ο Ευάγγελος Παπανούτσος έφθασε στο σημείο, στα 1975, να προτείνει από το βήμα της βουλής να διδάσκονται στα σχολεία τα Σανσκριτικά.

Για την καταστροφή μάλιστα όλων των γλωσσών επινοήθηκε μια νέα γλώσσα. Την εργασία αυτή ανέλαβε ο Πολωνός γιατρός οφθαλμολόγος Λουδοβίκος Ζάμενχωφ (1859-1917) που ανέφερε το ψευδώνυμο Δρ. Εσπεράντο, δηλαδή Δρ. Ελπίζων.

Από το 1921 εισάγεται η Εσπεράντο στα πανεπιστήμια, τα δημοτικά, τα σχολεία, τα διδασκαλεία, τα πολυτεχνεία, και τις εμπορικές σχολές 24 χωρών της Ευρώπης , της Ασίας και τις Αμερικής.

Στα 1908 στο πυθαγόρειο Γυμνάσιο της Σάμου με ενέργειες του Εσπεραντιστικού Συλλόγου εισάγεται η δια νόμου υποχρεωτική διδασκαλία της Εσπεράντο.

Όπως είναι φυσικό η Εσπεράντο σαν μια ακόμα συνωμοσία της ελίτ ευνοήθηκε από την Κοινωνία των Εθνών, η οποία μάλιστα εξέδιδε και εφημερίδα στην Εσπεράντο. Η γλώσσα αυτή αναγνωρίστηκε από γνωστούς διεθνείς οργανισμούς. Παρ’ όλο αυτό τα φιλικά προσκείμενα μέσα της διεθνούς αυτής βοηθητικής γλώσσας θεωρούσαν επιτυχημένη και επεκτεινόμενη την Εσπεράντο, οι λαοί δεν την έκαναν ποτέ αποδεκτή, με αποτέλεσμα στα τέλη του 20ού αιώνος να μην την μιλά κανείς.

Η ιστορία αυτή για την επιβολή της τεχνητής αυτής γλώσσας και η αποτυχία της επιχείρησης, αποδεικνύει πως τα σχέδια της Διεθνούς Συνωμοσίας δεν έχουν πάντοτε επιτυχία. Η ελίτ γνωρίζει καλά να κρύβει τις ήττες της ή να τις σκεπάζει με τη σιωπή. Η αποτυχία τους πάντως αυτή μας κάνει να πιστεύουμε πως έχουμε ελπίδες για το μέλλον. Αν δεν <<συναινέσουμε>>, τα σχέδια της ελίτ θα πέσουν στο κενό.

Πηγή: Βιβλιοθήκη ΕΟΕ (Iούλιος Βερν).

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου