Οδυσσέας Ανδρούτσος (1790-1825)

 

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος φαίνεται ότι συνιστά μια μοναδική μορφή αρματολού. Ξεφεύγει από τα τυπικά παραδείγματα, τόσο ως προς ορισμένα στοιχεία της καταγωγής του και της παιδείας του όσο και ως προς τον τρόπο κατάληψης της αρματολικής θέσης του. Γεννήθηκε το 1788 ή το 1790, ήταν δύσκολος ο ακριβής προσδιορισμός της ημερομηνίας γέννησης εκείνη την εποχή, στην Πρέβεζα ή στην Ιθάκη. Πατέρας του ήταν ο Ανδρέας ή Ανδρούτσος Βερούσης διαβόητος αρχικλέφτης της περιόδου 1770-1792 από τις Λιβανάτες της Λοκρίδος. Ο πατέρας του υπήρξε πότε συνεργάτης του Αλή πασά και πότε ληστής στην επικράτεια του και τελικά πειρατής – συνεργάτης του Λάμπρου Κατσώνη. Η μητέρα του, η Ακριβή Τσαρλαμπά, ήταν κόρη σημαντικής οικογένειας της Βενετοκρατούμενης Πρέβεζας, ο πατέρας της ήταν εύπορος προεστός και συνεργάτης των Ρώσων κατά τη διάρκεια του ρωσωτουρκικού πολέμου. Ο γάμος του Ανδρούτσου με την Ακριβή εντάσσεται στο πλαίσιο της εμπέδωσης των δεσμών του με τα βενετοκρατούμενα Επτάνησα. Ο πατέρας του Οδυσσέα αφιέρωσε την ζωή του στον πόλεμο εναντίον των Τούρκων αλλά και των πλούσιων κοτζαμπάσηδων. Συνελήφθη από τους Βενετούς, παραδόθηκε στους Τούρκους φυλακίστηκε και αποκεφαλίστηκε το 1792 στην Κωνσταντινούπολη με αποτέλεσμα ο μικρός τότε Οδυσσέας να μην προλάβει ουσιαστικά να τον γνωρίσει αφού δεν ήταν παραπάνω από 3-4 χρόνων. Η χήρα μητέρα του μετακόμισε το 1797 στη Λευκάδα. Ο ίδιος μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον δεκτικό σε προσλήψεις των νεωτερικών ιδεών που εκείνη την εποχή κυκλοφορούν όλο και ευρύτερα στα υπό δυτική κυριαρχία Επτάνησα. Καταλυτικός ήταν ο ρόλος της οικογένειας της μητέρας του καθώς και το προφίλ της στην ανατροφή του Οδυσσέα. Η οικογένεια Τσαρλαμπά ήταν από τους στυλοβάτες της γαλλόφιλης μερίδας της Πρέβεζας και έπαιξε ενεργό και ηγετικό ρόλο στην άμυνα της πόλης όταν ο Αλή πασάς επιτέθηκε και την κατέλαβε το 1798. Αν και οι Τσαρλαμπάδες κατέφυγαν στην Λευκάδα η οικονομική κατάσταση της οικογένειας, υπέστη βαρύ πλήγμα τόσο από τις λεηλασίες κατά την κατάληψη της πόλης από τα στρατεύματα του Αλή το 1798 όσο και από τις διώξεις και τις δημεύσεις περιουσιών των αντιπάλων του. Το ευρύτερο περιβάλλον το οποίο επηρέασε την ανατροφή του Οδυσσέα συνιστούν η Πρέβεζα, η Λευκάδα, η Ιθάκη, περιοχές, όπου η οικογένεια μετακινείται ανάλογα με τις πολιτικό-στρατιωτικές συγκυρίες. Σε αυτό το περιβάλλον ο Οδυσσέας, σε αντίθεση με τους περισσότερους κλεφταρματολούς, είχε τις δυνατότητες να αποκτήσει στοιχειώδη μόρφωση, ενώ παράλληλα επηρεάστηκε από την έντονη κινητικότητα ιδεών στα Επτάνησα, καθώς αυτά περνούσαν διαδοχικά από τη βενετική κυριαρχία σε αυτήν των δημοκρατικών Γάλλων, των Ρώσων και των αυτοκρατορικών Γάλλων. Έτσι, μαθαίνει στοιχειώδη ανάγνωση και γραφή, μιλά ελληνικά και αρβανίτικα, γλώσσες της οικογένειας του, αλλά και λίγα ιταλικά, γλώσσα σε κοινή χρήση στα Επτάνησα. Μεταξύ 1798-1800, ο Οδυσσέας έκανε παρέα με τον γνωστό ποιητή Ιωάννη Ζαμπέλιο στη Λευκάδα. Μετέχει σε κοινωνικά περιβάλλοντα τα οποία δεξιώνονται, λιγότερο ή περισσότερο διαθλασμένα, τη σταδιακή ανάδειξη της ελληνικής αρχαιότητας που λαμβάνει χώρα στους λόγιους κύκλους του νεοελληνικού Διαφωτισμού. Γνωρίζει και θαυμάζει τους αρχαίους Έλληνες, έχει διαμορφώσει συνείδηση της καταγωγής των Νεοελλήνων από τους αρχαίους και κατέχει βασικές γνώσεις ελληνικής ιστορίας.

Αργότερα, ως καπετάνιος Ανατολικής Στερεάς, πριν και μετά την Επανάσταση, συλλέγει αρχαία μνημεία, συμβάλλει στην ίδρυση σχολείων, στην έκδοση εφημερίδας και προσπάθησε χωρίς αποτέλεσμα να ιδρύσει μουσείο αρχαιοτήτων στην Αθήνα. Αυτές οι ενέργειες, αλλά και πολλές από τις επιστολές του, μαρτυρούν την αξία που δίνει στην παιδεία. Επηρεάζεται πρωτίστως από το κλίμα της Επανάστασης και τις βαθιές αλλαγές που επέφερε στις συνειδήσεις, αλλά και από πρόσφορες υποδοχές σε στοιχεία της παιδείας που πήρε στο επτανησιώτικο και αργότερα γιαννιώτικο περιβάλλον.

Η επιλογή του Οδυσσέα να καταλήξει πολεμιστής στην υπηρεσία του Αλή πασά, γεγονός που χαρακτηρίζει και στιγματίζει την εικόνα του ως αγωνιστής και κινδύνεψε να τον χαρακτηρίσει ως προδότη,  είναι ένα θέμα που γεννάει ερωτήματα όπως. Μέσα από τα προνόμια και οι αρμοδιότητες που ανέλαβε από τον Αλή πασά διαμορφώθηκε το πολεμικό του προφίλ. Οι παράγοντες ήταν διάφοροι: από την μια είναι οι οικονομικές δυσχέρειες της οικογένειας στις οποίες περιλαμβάνονται η εικόνα που έχει διαμορφώσει ο νεαρός Οδυσσέας για τις δυνατότητες που του ανοίγει η πολεμική σταδιοδρομία, επηρεασμένος από τη φήμη του πατέρα του που σχημάτιζε ένα είδος μύθου στο μυαλό του. Από την άλλη οι πιθανές παλιές σχέσεις μεταξύ του πατέρα του και του Αλή πασά δημιουργούν δεσμούς προστάτη και προστατευόμενου. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να διαγραφεί το πλαίσιο στο οποίο ο νεαρός Οδυσσέας αποφασίζει μεταξύ του 1805 και 1810 να καταταχθεί στους στρατιωτικούς σχηματισμούς του Αλή πασά στα Γιάννενα. Ο Οδυσσέας φέρεται να συμμετέχει από το 1810 έως το 1812 στις διαδοχικές εκστρατείες του Αλή πασά εναντίον του Μπερατίου, του Αργυροκάστρου και των χριστιανών του Γαρδικίου. Αναδεικνύοντας σε αυτές τις επιχειρήσεις τις πολεμικές του ικανότητες, ο Οδυσσέας ανεβαίνει τα σκαλιά της στρατιωτικής ιεραρχίας και το Μάρτιο του 1814 είναι αρχηγός της προσωπικής φρουράς του Αλή. Το επόμενο βήμα είναι η κατάληψη της πολυπόθητης θέσης του αρματολικίου της Λιβαδειάς, μία θέση που είχε προσπαθήσει να καταλάβει και ο πατέρα του. Ο ίδιος θα καταφέρει να επιτύχει τον στόχο του γύρω στο 1816 ως νόμιμος αρματολός. Όμως, ούτε κλέφτης υπήρξε ποτέ ούτε αρματολός ούτε είχε ιδιαίτερη ισχύ πριν αναδειχθεί καπετάνιος Λιβαδειάς. Εντάχθηκε στο τάγμα των δερβίσηδων μπεκτασήδων, σιιτικής αίρεσης πολύ διαδεδομένης στους Αλβανούς μουσουλμάνους. Οι μπεκτασήδες δεχόταν και χριστιανούς στους τεκέδες τους, καθώς το τάγμα σε σχέση με το ορθόδοξο ισλαμισμό είχε πολύ πιο φιλελεύθερο και λαϊκό χαρακτήρα, ενώ μια σειρά από τελετουργίες, έθιμα και δοξασίες είχαν την καταβολή τους σε αντίστοιχες χριστιανικές. Ο ίδιος ο Αλή πασάς φαίνεται να ήταν μπεκτασής. Οπωσδήποτε, ο Ανδρούτσος υπήρξε ανοικτός στην επικοινωνία με τα αντίπαλα θρησκευτικά δόγματα και σίγουρα η θρησκεία δεν αποτελούσε το κριτήριο που θα διαμόρφωνε τους πολιτικούς και στρατιωτικούς στόχους του, απόδειξη ότι κατά την διάρκεια της Επανάστασης στα λίγα έμπιστα παλικάρια του περιλαμβάνονταν δύο μουσουλμάνοι.

Το 1818 και ενώ μαθήτευε στην αυλή του Αλή πασά όπου τον είχε υπό την προστασία του χάρη στην παλιά φιλία του με τον πατέρα του, μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία από τον δάσκαλο του Ψαλλίδα που τον έκανε να αποκτήσει συνείδηση του Ελληνισμού. Παράλληλα, διδάχθηκε την πανουργία, την σκληρότητα και την καχυποψία που επικρατούσε στο σαράι. Έμαθε να είναι ανελέητος προς τους εχθρούς, να δείχνει πάντα συμπόνια στον φτωχό λαό, περιφρόνηση στους κοτζαμπάσιδες και στους παπάδες. Πάνω απ’ όλα, όμως, ήταν πατριώτης σύμφωνα με τους όρκους που είχε δώσει κατά την είσοδο του στην Φιλική Εταιρεία. Σκοπός της ζωής του ήταν η λευτεριά του γένους σε ένα κράτος πραγματικά δημοκρατικό.

Ο Αλή πασάς φρόντισε και για την προσωπική αποκατάσταση του Οδυσσέα εξασφαλίζοντας έναν καλό γάμο, δηλαδή, να παντρευτεί την Ελένη Καρέλη που ήταν κόρη προεστού των καλαρρυτών της Ηπείρου. Οικοδόμησε ένα σχετικά στενό κύκλο αφοσιωμένων παλικαριών, όπως οι Γκουράς, και Αγγελής Γοβγίνας.

Το 1820 είναι μια κρίσιμη χρονιά καθώς η υποβόσκουσα αντίθεση μεταξύ Αλή πασά και σουλτάνου ξεσπάει σε ένοπλη σύγκρουση, εγκατέλειψε την Λιβαδειά αφού πρώτα μύησε τον Αθανάσιο Διάκο στην Φιλική Εταιρεία και του εμπιστεύτηκε την εξουσία της οπλαρχηγίας του αφήνοντας τον ως πρωτοπαλίκαρο. Ο ίδιος κατέφυγε στην Αράχωβα όπου προσπάθησε μαζί με άλλους επιφανείς Έλληνες που όλοι είχαν μεταξύ τους κοινό την θητεία τους στην αυλή του Αλή, να δημιουργήσει μια ελληνοαλβανική συμμαχία πάντα σύμφωνα με τα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας. Το εγχείρημα αυτό όμως απέτυχε καθώς ο Ομέρ Βρυώνης αρνήθηκε να συμμετέχει.

Μετά από αυτήν την αποχώρηση του Αλή πασά ο Ανδρούτσος κατέφυγε δια μέσου της Ακαρνανίας στην Λευκάδα. Εκεί συναντήθηκε στις αρχές του 1821 με τους Καραϊσκάκη, Γεώργιο Βαρνακιώτη, Ζόγγα, Μακρή, Κυριακούλη, Μαυρομιχάλη και άλλους οπλαρχηγούς της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας. Στη σύσκεψη που έγινε στην αγγλοκρατούμενη Αγία Λαύρα στα τέλη του Ιανουαρίου του 1821 συμμετείχε και ο Ανδρούτσος. Το θέμα της ήταν οι προετοιμασίες που έπρεπε να γίνουν για να ξεσηκωθεί η Στερεά Ελλάδα. Αποφασίστηκε η ανάθεση της εξέγερσης της Ανατολικής Στερεάς στον Ανδρούτσο και στον Πανουργιά. Χωρίς χρονοτριβές ο Ανδρούτσος επιτέθηκε με ομάδα ανδρών του στη γέφυρα της Τατάρνας μαζί με τον ηγούμενο της εκεί μονής Κυπριανό, σε 60 Τούρκους, οι οποίοι με αρχηγό τον Δερβέναγα Χασάν Μπέη Γκέκα, συνόδευαν μεγάλη χρηματαποστολή. Στόχος δεν ήταν τα χρήματα αλλά να φανεί καθαρά ότι αυτή η επίθεση είχε εθνικό επαναστατικό χαρακτήρα και ήταν η αρχή μιας σειράς άλλων επιθέσεων που θα ακολουθούσαν.

Λίγο πριν από τον τραγικό θάνατο του Αλή Πασά Τεπελενλή το 1822, και σε συνεννόηση με αυτόν, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος με ένα ασκέρι 2.000 ανδρών, Αλβανών και Ελλήνων, ανεξαρτητοποιήθηκε και άρχισε έναν τρίχρονο αγώνα ενάντια στους Οθωμανούς με κορυφαία στιγμή την Μάχη της Γραβιάς στις 8 Μαΐου του 1821, όπου 118 Έλληνες ήρθαν αντιμέτωποι με 8.000 Οθωμανούς του Ομέρ Βρυώνη. Ο ίδιος ο Ανδρούτσος με την νίκη του αυτή μπόρεσε να πάρει και εκδίκηση για τον θάνατο του φίλου του Αθανάσιου Διάκου στην Μάχη της Αλαμάνας και παράλληλα να γράψει μία από τις πιο λαμπρές σελίδες της Ελληνικής Επανάστασης. Στα τέλη του 1821 ανακυρήχθηκε από τους υπόλοιπους οπλαρχηγούς αρχηστράτηγος της ανατολικής Στερεάς . Την άνοιξη του 1822 κατηγορήθηκε από τον Ιωάννη Κωλέττη για συνεργασία με τον εχθρό με αποτέλεσμα να παραιτηθεί από το αξίωμα όμως, παρά το γεγονός αυτό συνέχισε απτόητος την πολεμική του δράση ενάντια στους Τούρκους μέχρι το 1824.

Στις 27 Αυγούστου του 1822 η γερουσία του Αρείου Πάγου του αναθέτει την Διοίκηση της Αθήνας και εισέρχεται θριαμβευτής Φρούραρχος στην Ακρόπολη, συνοδεία του Μακρυγιάννη, του Γκούρα, του Μαμούρη, του Κατσικογιάννη και άλλων 300 ενόπλων επαναστατών. Η υποδοχή που τους επιφύλαξαν οι κάτοικοι της Αθήνας ήταν θριαμβευτική.

Οι παλιές προστριβές του Ανδρούτσου με τους καλαμαράδες, όπως ονόμαζε τους πολιτικούς, και οι έντονες αντιδράσεις του, η τάση τέλος του Εκτελεστικού να τον παραγκωνίζει και να μην του χορηγεί τα απαιτούμενα χρήματα και εφόδια για τη συγκρότηση ισχυρού στρατού και στρατοπέδων στη Στερεά, είχαν απογοητεύσει τον Ανδρούτσο.

Ο Εμφύλιος πόλεμος στην Πελοπόννησο, η απροθυμία της κυβερνήσεως να τον βοηθήσει και ο κίνδυνος των επαρχιών της Στερεάς Ελλάδας από την προέλαση των τουρκικών στρατευμάτων, τον οδήγησαν στις αρχές του 1824 να έρθει σε επαφή με τους Τούρκους αρχηγούς για να βάλει ξανά καπάκια. Διαβλέποντας παντού μηχανορραφίες των πολιτικών, ο Ανδρούτσος αποσύρεται απογοητευμένος στην σπηλιά του στη Μαύρη Τρύπα στα βόρεια του Παρνασσού κοντά στο χωριό Βελίτσα. Οι κινήσεις και οι διαθέσεις του όμως, τον έκαναν ακόμη πιο ύποπτο στην κυβέρνηση και κυρίως στον Κωλέττη και στους άλλους εχθρούς του, που ζητούσαν να διορίσουν  άλλους καπεταναίους στη θέση του. Η καχυποψία του ενισχύθηκε όταν έμαθε για την σύλληψη του Κολοκοτρώνη. Η αντίδραση του Ανδρούτσου ήταν να ενωθεί με τους Τούρκους προκειμένου να φοβίσει τους καλαμαράδες, με τον όρο να του δώσουν την αρχηγία των επαρχιών της Εύβοιας, Ταλαντίου, Λιβαδιάς και Θήβας. Τότε η κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει την ύποπτη στάση του διόρισε στις 20 Φεβρουαρίου του 1825 το παλιό πρωτοπαλίκαρο του Γιάννη Γκούρα αρχηγό της εκστρατείας στην ανατολική Ελλάδα και του χορήγησε 140.000 γρόσια. Ο Γκούρας βάδισε προς την Δόβραινα και από εκεί στη Λειβαδιά. Οι κυβερνητικές ομάδες τον ακολούθησαν και τον ανάγκασαν, αυτόν και τους 400 ντελήδες (ιππείς) που του είχε στείλει ο Ομέρ πασάς από τη Χαλκίδα, να υποχωρήσουν στην Χαιρώνεια και κατόπιν στην πατρίδα του Λιβανάτες.

Στο μοναστήρι της Βελιβούς, μεταξύ 27 Μαρτίου και 7 Απριλίου, η θέση του Ανδρούτσου έγινε δύσκολη και τελικά μετά από συνεννοήσεις με τον Νικόλαο Γκριτζιώτη, εγκατέλειψε κρυφά τους ντελήδες και παραδόθηκε στον Γκούρα που τον έστειλε με συνοδεία στην Αθήνα. Εκεί φυλακίστηκε στο κάτω μέρος του ψηλού Γουλά (πύργου) δεξιά από την είσοδο των Προπυλαίων της Ακρόπολης. Ακολούθησε μια απόπειρα απελευθέρωσης του. Ο Γκούρας όταν βρισκόταν στρατοπεδευμένος στον Όσιο Λουκά θα συναντήσει τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, φίλο του Ανδρούτσου και τον Κώστα Μπότσαρη. Ο Καραϊσκάκης μόλις πληροφορήθηκε την φυλάκιση του Ανδρούτσου εξοργίστηκε και έβρισε τον Γκούρα, και ξεκίνησε για το στρατόπεδο της Στερεάς προκειμένου να απελευθερώσει τον φίλο του όμως, δεν θα καταφέρει να πραγματοποιήσει τον σκοπό του γιατί εκεί έχει οχυρωθεί ο Γκούρας. Στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα που έχει δημιουργηθεί παρεμβαίνει η Διευθυντική Επιτροπή της Αθήνας και η κυβέρνηση προκειμένου να ηρεμίσει ο Καραϊσκάκης. Το σχέδιο της δολοφονίας του είχε ήδη καταστρωθεί και προγραμματιστεί για το βράδυ της 5ης Ιουλίου του 1825. Εκτελεστικά όργανα αυτής της δολοφονίας ήταν ο Μαμούρης, Παπακώστας, Τζαμάλας, Μήτρος και ο στρατιωτικός Θεοχάρης από το Λιδωρίκη, ενεργώντας κατά διαταγή του Γκούρα, απομάκρυναν τον δεσμοφύλακα, μπήκαν στο κελί του Ανδρούτσου, τον βασάνισαν για πολλές ώρες  και τον σκότωσαν με τα ίδια τους τα χέρια. Ύστερα έριξαν το σώμα του από το Πύργο(Φραγκόπυργος) κάτω στο λιθόστρωτο του Ναού της απτέρου Νίκης και διέδωσαν ότι τάχα ο φυλακισμένος είχε επιχειρήσει να δραπετεύσει. Το πρωί της επόμενης ημέρας οι σκοποί αντίκρισαν το αποτρόπαιο θέαμα απ’ ότι είχε απομείνει από το νεκρό σώμα του Ανδρούτσου. Η δολοφονία καλύφθηκε από την Αστυνομία με την ψεύτικη έκθεση του ιατροδικαστή ως δήθεν ατύχημα.

Τα οστά του Οδυσσέα Ανδρούτσου μεταφέρθηκαν μέσα σε μεταλλικό οστεοφυλάκιο στις 15 Ιουλίου του 1947 από τον στρατηγό Θρασύβουλο Τσακαλώτο στην Πρέβεζα από το Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, τοποθετήθηκαν στη βάση του αγάλματος που υπάρχει στην πλατεία της πόλης.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 αποτέλεσε μία από τις τρεις μεγάλες στρατιωτικές μορφές που έμειναν στην ιστορία του Αγώνα, οι άλλοι δύο ήταν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Και οι τρεις αυτοί σπουδαίοι πολέμαρχοι εκδιώχθηκαν, αφορίστηκαν και φυλακίστηκαν.

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.