Ο Σπύρος Καγιαλές  Καγιαλεδάκης, γεννήθηκε το 1872. Η μητέρα του Μαρία, το γένος Ορνεράκη, ήταν από τα Σφακιά. Ο πατέρας του Δημήτρης, καταγόταν από τη Γραμβούσα. Ο Καγιαλές καταγόταν από ιστορική οικογένεια. Όλοι οι άνδρες της οικογένειας έλαβαν μέρος σε όλους τους αγώνες της εποχής τους για την Ελευθερία και την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Ο πατέρας του ήλθε νωρίς, μαζί με την οικογένειά του, από τα Καμπιά και εγκαταστάθηκε στην οδό Λάκων, στη Χαλέπα. Όταν αργότερα εγκαταστάθηκαν εκεί και τα παιδιά του με τις οικογένειές τους, ολόκληρη η γειτονιά αποκλήθηκε «Καγιαλεδιανά».

Στο Ακρωτήρι ο Σπύρος Καγιαλές υπηρέτησε από την αρχή της Επανάστασης του 1897 μαζί με τους αδελφούς του Γιώργο, Μανώλη, Αντώνη και Σήφη. Επίσης, έλαβε μέρος στις μάχες του Δρίσκου κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, όπου και πάλι διακρίθηκε για την ανδρεία του και τιμήθηκε με την απονομή ειδικών μεταλλίων και διπλώματος.

Γενναίος πολεμιστής υπήρξε και ο μονάκριβος γιος του Γιώργος, που διακρίθηκε στα πεδία των μαχών στη Μακεδονία, όπου και έπεσε. Ο χαμός του αγαπημένου του γιου, σημάδεψε την υπόλοιπη ζωή του και υπήρξε η πραγματική αιτία του θανάτου του, αργότερα. Από τη γυναίκα του Μαρία, το γένος Καπνισάκη, που ήταν από τα Κοντόπουλα των Κεραμειών, απόκτησε εκτός από τον Γιώργο και μία κόρη, την Ειρήνη, που δε ζει πλέον και την οποία είχε παντρέψει στις Η.Π.Α. με ένα άξιο Κρητικόπουλο, τον Παύλο Μαντά.

Ενώ θα πρέπει να πούμε πολλά γι’ αυτόν τον Μεγάλο ηρωά μας, αυτό που έχει μεγάλη αξία να αναφέρουμε την ύψωση της Ελληνικής σημαίας (που μας παρέδωσε ο ύπαρχος του θωρηκτού «Ύδρα» Κωνσταντίνος Κανάρης, εγγονός του ναύαρχου Κανάρη).  Που Εκτός από τους τούρκους, είχαν να αντιμετωπίσουν και την αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων (Ιταλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Γερμανίας, Αγγλίας και Ρωσίας), που στις 9 Φεβρουαρίου 1897, ξεκινούν σφοδρό βομβαρδισμό.

Μία από τις οβίδες κτυπά και καταρρίπτει τον ιστό με την ελληνική σημαία. Ο οπλίτης Σπύρος Καγιαλές-Καγιαλεδάκης με μεγάλο κίνδυνο για την ζωή του πετάγεται μέσα στην πύρινη κόλαση του βομβαρδισμού, ξαναστήνει τον ιστό και η σημαία κυματίζει και πάλι περήφανη. Μια νέα οβίδα καταρρίπτει και πάλι τον ιστό. Ο Σπύρος Καγιαλές-Καγιαλεδάκης τον ξαναστήνει όπως πριν, τρίτη οβίδα θρυμματίζει πια τον ιστό και ρίχνει κάτω την σημαία. Τότε συνέβη κάτι το απίστευτο, κάτι ανεπανάληπτο, ο Σπύρος Καγιαλές – Καγιαλεδάκης αρπάζει την σημαία και την ανυψώνει κάνοντας το ίδιο του το σώμα κοντάρι, μόλις οι ναύαρχοι του ενωμένου στόλου είδαν με τα κιάλια ότι η σημαία και πάλι κυματίζει με κοντάρι έναν… επαναστάτη, δεν πίστευαν στα μάτια τους και αμήχανοι διέταξαν παύση πυρός. Το στρατόπεδο δονείται από ζητωκραυγές και πανηγυρισμούς. Στο ελληνικό θωρηκτό «‘Υδρα»  ψέλνεται ο εθνικός ύμνος. Ζητωκραυγές και χειροκροτήματα ακούγονται πλέον όχι μόνο από τα ελληνικά, αλλά και από τα ιταλικά και γαλλικά πλοία.

Η ιστορία κατέγραψε στις χρυσές της σελίδες την πράξη του Σπύρου Καγιαλέ. Η επιλογή του να μετατρέψει το σώμα του σε ιστό στην κορυφή του βράχου μέσα στον «ορυμαγδό και την κόλαση του πυρός», εκεί όπου δύο φορές πριν οι εχθρικές οβίδες είχαν πετύχει τον ιστό και τον σώριασαν καταγής, περιέχει την απόφαση της θυσίας, μπροστά στην ευθυβολία των ρωσικών πυρών. Εδώ φαίνεται και το μεγαλείο της πράξης του, που έθεσε τους Ευρωπαίους προ των ευθυνών τους.

Ο Ιταλός υποναύαρχος τότε, Κανεβάρο, γράφει στα απομνημονεύματά του:

Ο ναύαρχος Κανεβάρο:
Μου έκανε βαθιά εντύπωση η ψυχραιμία των επαναστατών.
Μου έφερε δάκρυα στα μάτια η στάση των.
Μου συγκλονιζόταν η ψυχή όταν μετά από κάθε οβίδα ακουγόταν η ζητωκραυγή: Ζήτω η Ελλάς!
Η ανύψωση της σημαίας με αυτόν τον τόσο ηρωικό τρόπο, αποτέλεσε μια στιγμή της ζωής μου που δεν θα λησμονήσω ποτέ.
Η ψυχή μου ήταν απ’ αρχής μαζί τους, όπως και των πληρωμάτων μου, που βομβάρδιζαν με πόνο στην καρδιά και ζητωκραυγάζοντας τους γενναίους.

(Εφημερίδα «Ηνωμένος Τύπος» Χανίων, 9 Φεβρουαρίου 1937).

Πηγή: Βιβλιοθήκη ΕΟΕ (Iούλιος Βερν).

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου