Αλέξανδρος Παπαναστασίου (1876-1936)

 

Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου ήταν πολιτικός, επιστήμονας, κοινωνιολόγος και ηγέτης του δημοκρατικού φιλελεύθερου χώρου, υπουργός σε πολλές κυβερνήσεις και δύο φορές πρωθυπουργός (1924 και 1932), ο ιδρυτής του καθεστώτος της Αβασίλευτης Δημοκρατίας το Μάρτιο του 1924.

Γεννήθηκε στις 8 Ιουλίου του 1876 το Λεβίδι Αρκαδίας. Ήταν γιος του Παναγιώτη Παπαναστασίου και της Μαριγώς Ρογάρη- Αποστολοπούλου. Σπούδασε Νομικά και κοινωνικές επιστήμες  στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στην Νομική και τη Φιλοσοφία στα πανεπιστήμια της Χαϊδελβέργης του Βερολίνου, του Λονδίνου και του Παρισιού.

Την εποχή που σπούδαζε στην Γερμανία επικρατούσαν εκεί  οι σοσιαλιστικές ιδέες, από τις οποίες επηρεάστηκε ο τρόπος σκέψης του. Ιδιαίτερα ασχολήθηκε με τα θεωρητικά προβλήματα του συνεργατισμού και διαμόρφωσε μέσα του έντονες συνεταιριστικές αντιλήψεις. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1907 και την επόμενη χρονιά ίδρυσε την Κοινωνιολογική Εταιρία και ήταν συνιδρυτής μαζί με τον Δελμούζο και τον Πετιμεζά της «Ομάδας των ακοινωνιολόγων».

Το 1910, μέλη της Κοινωνιολογικής Εταιρίας ίδρυσαν το Λαϊκό Κόμμα και στις εκλογές του ίδιου έτους ο Παπαναστασίου εκλέχθηκε βουλευτής. Έδωσε έντονες μάχες για την παράδοση των τσιφλικιών στους ακτήμονες της Θεσσαλίας. Το 1916 ως βουλευτής του κόμματος των Φιλελευθέρων, προσχώρησε στο κίνημα της Θεσσαλονίκης και αντιπροσώπευσε την Επαναστατική Κυβέρνηση των Ιονίων Νήσων. Τον Μάρτιο του 1917 του ανατέθηκε από την προσωρινή κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης η Γενική Διοίκηση των Ιονίων Νήσων. Εξελέγη πολλές φορές βουλευτής . Από το 1917 έως το 1920 ήταν Υπουργός Συγκοινωνιών και προσωρινά Υπουργός Περιθάλψεως και Εσωτερικών στην κυβέρνηση Βενιζέλου. Το 1922 προσυπέγραψε το Δημοκρατικό Μανιφέστο, με το οποίο καταγγέλθηκε η πολιτική των φιλοβασιλικών κυβερνήσεων στο Μικρασιατικό. Για την πράξη του αυτή συνελήφθη και φυλακίστηκε.

Όταν στις 14 Ιουνίου του 1917 η Προσωρινή Κυβέρνηση του Ε. Βενιζέλου μεταφέρεται στην Αθήνα και ανασχηματίζεται, ο Παπαναστασίου αναλαμβάνει το Υπουργείο Συγκοινωνιών και το κρατάει ως τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920. Ως Υπουργός Συγκοινωνιών προωθεί την αναδιοργάνωση του Πολυτεχνείου και της Σχολής Καλών Τεχνών και επικυρώνει με νόμο το νέο σχέδιο πόλεως της Θεσσαλονίκης, που είχε καταστραφεί από την πυρκαγιά του Αυγούστου του 1917 και εισηγείται στην Βουλή την σύσταση επιτροπής για την επίβλεψη του σχεδίου πόλεως της Αθήνας.

Το Μάρτιο του 1924 σχημάτισε κυβέρνηση με την υποστήριξη του κόμματος των Φιλελευθέρων, η οποία κατέθεσε στις 25 Μαρτίου το 1924 ψήφισμα στην Δ΄ Συντακτική Συνέλευση για την ανακύριξη αβασίλευτης Δημοκρατίας, κηρύσσοντας έκπτωτη την μοναρχία. Το ψήφισμα επικυρώθηκε με δημοψήφισμα στις 13 Απριλίου του 1924. Σημαντικά νομοθετήματα της πρωθυπουργίας του θεωρείται η ίδρυση πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη, η αναγνώριση της δημοτικής γλώσσας, κ.α. Από το 1926 έως το 1928 διετέλεσε υπουργός Γεωργίας στην Οικουμενική κυβέρνηση Ζαΐμη. Εκεί εφάρμοσε κάποιες από τις συναιτεριστικές του ιδέες και φρόντισε το θέμα των ακτιμόνων, κ.α. Στις 26 Μαΐου του 1932 πήρε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, η οποία ορκίστηκε αλλά παραιτήθηκε σχεδόν αμέσως, στις 3 Ιουνίου του 1932. Από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο του 1933 ήταν Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και προσωρινά Γεωργίας στην κυβέρνηση Βενιζέλου. Μετά την αποτυχία του κινήματος το 1935 παραπέφθηκε σε στρατοδικείο, αλλά απαλλάχθηκε.

Υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της βαλκανικής ειρήνηςκαι συνεργασίας και ίδρυσε την οργάνωση «Βαλκανική Ένωση» για το σκοπό αυτό. Αντιτάχθηκε στην δικτατορία του Πάγκαλου και του Μεταξά. Η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά τον έθεσε σε κατ’ ο΄κον περιορισμό.

Απεβίωσε ξαφνικά στις 17 Νοεμβρίου του 1936 από ανακοπή καρδιάς στην Εκάλη. Σήμερα, στο Λεβίδι Αρκαδίας υπάρχει μουσείο προς τιμή του,  όπου πέρα των προσωπικών του αντικειμένων φυλάσσεται και ο εγκέφαλος του Αρκά (πολιτικός) σε ειδικό χημικό υγρό.

Η προσωπικότητα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου είναι συνυφασμένη με την ανακήρυξη της δημοκρατίας (25 Μαρτίου 1924), την ανανέωση των δημοκρατικών θεσμών, την ανόρθωση και εκσυγχρονισμό του κοινοβουλευτισμού, τη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις αξίες και τις επιδιώξεις της δημοκρατίας, καθώς και με την πολιτική διαπαιδαγώγηση και την ηθική και κοινωνική εξύψωση του λαού. Η φυσιογνωμία του Παπαναστασίου συνδέεται με την υπεράσπιση της δημοτικής γλώσσας και με την ιδιαίτερη ενασχόληση του με το βιβλίο, τη λογοτεχνία, τη μουσική, τον πολιτισμό.

Η προσφορά του Αλέξανδρου Παπαναστασίου ήταν πολυδιάστατη κυρίως μέσα από τα πολιτικά του κείμενα με αναφορές σε κοινοβουλευτικές και επιστημονικές παρεμβάσεις, και αναδεικνύεται η πολυσήμαντη και πολυκύμαντη παρουσία του στην πολιτική ζωή.

Από την μελέτη του επιστημονικού λόγου του Παπαναστασίου εμφανίζονται άγνωστες ακόμη πτυχές της συνταγματικής του θεωρίας, οι οποίες είναι και σήμερα επίκαιρες.

 

Ο Α. Παπαναστασίου ασχολήθηκε σε μελέτες του με το θέμα του εθνικισμού (1916). Διαβάζοντας το ο σημερινός μελετητής του εθνικισμού, δεν μπορεί παρά να εκπλαγεί από την διορατικότητα του συγγραφέα. Ενδεικτικό είναι ότι ο Α. Παπαναστασίου προβλέπει με ακρίβεια την ίδρυση Ευρωπαϊκής Ένωσης ως απάντηση στα δεινά του εθνικισμού και προειδοπιεί ότι μία τέτοια ένωση θα αποτύχει αν αγνοήσει τις εθνικές ταυτότητες των μελών της. Προσπερνόντας την ανοίκεια – αν και όχι δύσκολη- γλώσσα του δοκιμίου, διαπιστώνουμε πως ο Παπαναστασίου αμφισβητεί με ιδιαιτέρως πιστικά επιχειρήματα όσους θεωρούν ότι τα έθνη προσδιορίζονται από αντικειμενικά χαρακτηριστικά (γλώσσα, αίμα, θρησκεία κλπ.): «Αποκλειστικότης λοιπόν καταγωγής, καθαρότης αίματος, αυτοχθονισμός υπάρχει μόνο εις την φαντασίαν των ανθρώπων … οι οποίοι πιστεύουν γενικώς, εναντίον προς τα ιστορικά δεδομένα, ότι τοιαύτη ιδιότης αυξάνει την αξίαν ενός έθνους».

Επίσης, αμφισβητεί την ύπαρξη «πολιτικής» εθνικής ταύτισης στην αρχαία Ελλάδα και στις μεσαιωνικές κοινωνίες, αλλά και τον οικονομικό ντετερμινισμό. Με άλλα λόγια, ήδη από τις αρχές του περασμένου αιώνα, ο Παπαναστασίου είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα «πολιτικά» έθνη είναι ιστορικές και όχι οργανικές κοινότητες. Ωστόσο, δεν αρνείται ότι πριν από τα πολιτικά έθνη υπήρχαν πολιτισμικές κοινότητες, οι οποίες αποτέλεσαν και τη βάση για την ανάπτυξη του εθνικισμού, θέση την οποία υιοθετεί σήμερα και ο σημαντικότερος εν ζωή μελετητής της εθνικής ταυτότητας, Άντονι Σμιθ. Στη συνέχεια, ο συγγραφέας εξηγεί τον σημαίνοντα ρόλο της απολυταρχίας στη διαμόρφωση των εθνών, τη – συχνά βίαιη- διαδικασία αφομίωσηςε των τοπικξών κοινοτήτων στους εθνικούς κορμούς, αλλά και τη διαμονοποίηση των ξένων στη διαδικασία της εθνογένεσης. Από την άλλη πλευρά, δίενι ιδιαίτερη έμφαση στο δημοκρατικό και χειραφετητικό αίτημα της «αρχής των εθνοτήτων», κάτι που συχνά παραγνωρίζεται ακόμη και σήμερα. Εν ολίγοις, παρά την «ηλικία του», το δοκίμιο του Παπαναστασίου θα μπορούσε να αποτελε΄σει μια ολοκληρωμένη εισαγωγή στι εθνικιστικό φιανόμενο, ακόμη και για τον σημερινό αναγνώστη.

Εξάλλου, γράφτηκε αμέσως μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και μέσα στη δίνη του Α΄Παγκοσμίου. Επομένως, τόσο το βασικό δοκίμιο του τόμου, όσο και τα αμέσως επόμενα κείμενα, τα οποία αναφέρονται στις σχέσεις της Ελλάδας με τους Βαλκάνιους γείτονες και την Τουρκία, συνιστούν πολύτιμο βοήθημα στην προσπάθεια κατανόησης της πιο ταραγμένης περιόδου στην ιστορία της χώρας μας, αλλά και της σύγχρονης Ευρώπης. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι ο συγγραφέας δεν υπήρξε απλώς ο επιφανέστερος προοδευτικός διανοητής της Ελλάδας, στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα, αλλά και ένας πολιτικός που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις της εποχής του.

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου