Ντίνος Χριστιανόπουλος ποιητής (1931-)

 

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (Κωνσταντίνος Δημητριάδης) γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη στις 20 Μαρτίου 1931 όπου ζει μέχρι και σήμερα. Το ψευδώνυμο Χριστιανόπουλος το πήρε από τους πρώτους στίχους του ποιήματος του «Παράπονο ξενιτεμένου»(1945), όταν υπέγραψε με το παιδικό ψευδώνυμο «Χριστιανόπουλο». Εξάλλου η σχέση του ποιητή με την Εκκλησία και το Βυζάντιο ενισχύει την πεποίθηση του ότι ήταν το πιο ταιριαστό όνομα που θα μπορούσε να έχει.

Γιος προσφύγων από την Ανατολική Θράκη φοίτησε στο τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στην Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης από το 1958 ως το 1965 και κατόπιν ως επιμελητής εκδόσεων. Το 1958 ίδρυσε το περιοδικό Διαγώνιος που κυκλοφόρησε ως το 1983 με ολιγόχρονες παύσεις και τον εκδοτικό οίκο Εκδόσεις Διαγωνίου. Εκείνη την εποχή αναπτύχθηκε και ο κύκλο των ποιητών της Διαγωνίου.

Η πρώτη ποιητική του συλλογή «Εποχή των ισχών Αγελάδων» (1950) είναι επηρεασμένη από την ποίηση του Καβάφη, με την παρουσία του αιρετικού ερωτισμού και της ειρωνείας κατάφερε να ταράξει τα ποιητικά και λογοτεχνικά δεδομένα της εποχής. Το ισχυρότερο κίνητρο για να γράψει ποίηση είναι ο έρωτας. Τα ποιήματα του είναι πολύ λίγα μόλις 320 το καθένα από τα 320 αποτελεί απόσταγμα απ’ όπου εκθέτει τον εαυτό του και με αυτόν τον τρόπο λέει πράγματα σοβαρά.

Στις επόμενες εμφανίσεις του εκφράζεται καθαρά το κυρίαρχο θέμα της ποίησης του, η εφήμερη ομοφυλοφιλική σχέση και το ερωτικό πάθος που οδηγεί στην ταπείνωση και στη μοναξιά. Ο Χριστιανόπουλος ανήκει στην γενιά που βίωσε στα παιδικά και νεανικά της χρόνια τις συνέπειες της Κατοχής και του Εμφύλιου σπαραγμού.

Δημοσίευσε αρκετές ποιητικές συλλογές όπως τα «Ξένα γόνατα»(1954), «Ανυπεράσπιστος καημός»(1960), «Το κορμί και το σαράκι»(1970), «Το αιώνιο παράπονο»(1981) κ.α. Στίχους του έχουν μελοποιήσει οι Μάνος Χατζιδάκις, Σταύρος Κουγιουμτζής, Διονύσης Σαββόπουλος και Αργύρης Μπακιρτζής.

Την περίοδο που λειτουργούσε ο εκδοτικός οίκος Διαγώνιος πήρε και την απόφαση για την ηχογράφηση των ποιημάτων του αφού στον εκδοτικό οίκο υπήρχε ένα μικρό παράρτημα για κασέτες. Ήταν η εποχή που εξέδωσε τη συλλογή του με πεζά ποιήματα «Νεκρή πιάτσα». Η αποδοχή που είχε σε αυτήν την κασέτα του άρεσε πολύ. Κάπου εκείνη την εποχή ο Αλέξανδρος Πατσιφάς τον κάλεσε να διαβάσει ποιήματα του σε μια σειρά που ετοίμαζε στη Λύρα τον «Διόνυσο». Ο Πατσιφάς έκανε μεγάλο κατόρθωμα διαλέγοντας του κορυφαίους ποιητές αλλά και επειδή ήταν αποφασισμένος να τους επιβάλει σε ένα αδιάφορο κοινό.

Λάτρης του Τσιτσάνη, είχε ιδρύσει το 1998 το λαϊκό συγκρότημα «Η Παρέα του Τσιτσάνη».Δύο είναι τα πρόσωπα που θα δει κανείς να κοσμούν το γραφείο του: ο ένας είναι ο Καβάφης και ο άλλος ο Τσιτσάνης, όχι τυχαία – τον Τσιτσάνη τον γνώρισε την περίοδο της Κατοχής και το θεωρεί ιδιοφυία- τους θεωρεί ως ισάξιους για την προσφορά τους στον νεοελληνικό πολιτισμό και θα προσπαθήσει κάποια στιγμή να αποδείξει την συσχέτιση τους.

Η προσφορά του Χριστιανόπουλου εκτείνεται στη συγγραφή δοκιμίων, μελετών και πεζογραφημάτων.

Κατά καιρούς κυνηγήθηκε από το κοινωνικό κατεστημένο, όπως την εποχή της χούντας όταν αρνήθηκε να παραλάβει βραβείο για το πεζό του έργο Χιλιαστή. Το 2011 τιμήθηκε με το μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου του, αρνήθηκε και πάλι όμως να το παραλάβει και ως απάντηση του παρέπεμψε στο κείμενο του «Εναντιόν» από το 1979 όπου αναφέρεται «Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης απ’ όπου κι αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία από το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο υπείροχον έμμεναι άλλων, που μας άφησαν οι αρχαίοι». Τον Ιούνιο του 2011 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στο τμήμα που φοίτησε της Φιλολογίας.

Τρεις μόνο γυναίκες πέρασαν από την ζωή του Ντίνου Χριστιανόπουλου όπως έχει ο ίδιος δηλώσει: «Η μητέρα μου, η Θεσσαλονίκη και η ποίηση», δεν παντρεύτηκε ποτέ. Δεν εγκατέλειψε ποτέ την αγαπημένη του πόλη. Ο ίδιος μαζί με τους Γιώργο Ιωάννου και Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου έχουν καταταχθεί από τους κριτικούς στην «τριάδα των ερωτικών ποιητών» της Θεσσαλονίκης.

Στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο «Θεσσαλονίκην ου μ’ εθέσπισεν» ο ποιητής περιγράφει την πόλη ως « μυστηριώδη, ποτισμένη με τον μυστικισμό των Ισπανοεβραίων κατοίκων της και την ανατολίτικη αύρα των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν εδώ μετά το 1922, πόλη συνεχούς κι αδιάλειπτης ιστορικής πορείας 2.500 χρόνων». Ο Χριστιανόπουλος από το 1999 και για ένα διάστημα επτά με οκτώ χρόνων δεν έγραψε κανένα ποίημα θεωρώντας ότι έχει χάσει την έμπνευση του. Γράφει από εννέα ετών και κάθε γράψιμο αποτελεί λύτρωση, δηλαδή, αδειάζει και χαλαρώνει, καταστάσεις τις οποίες τις ζει ακόμη και σήμερα γράφοντας τρία με τέσσερα ποιήματα τον χρόνο. Για τον ίδιο έμπνευση είναι αυτή η αχτίδα που απεικονίζεται να μπαίνει στο κεφάλι του Ευαγγελιστή Ιωάννη όταν υπαγορεύει στον Πρόχωρο την Αποκάλυψη. Υπήρξε από τους ανθρώπους που περιπλανήθηκαν στη Θεσσαλονίκη περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, στα κρυφά της μέρη και στα απόκρυφα όπως και στα εντυπωσιακά. Στα ποιήματα του έχει αναφερθεί στην νύχτα που βρίσκει ότι έχει κάτι το γοητευτικό μέσα στην πόλη. Έχει αγαπήσει πολύ τον Βαρδάρη που το θυμάται από τον ανταρτοπόλεμο μέχρι την χούντα και τον θεωρεί μέρος πολιτισμού και Ιστορίας για την Θεσσαλονίκη.

Η απήχηση του παραμένει σημαντική σε παγκόσμιο επίπεδο με τις μεταφράσεις του έργου στα γαλλικά να γίνεται ανάρπαστη ενώ στην Αμερική έχει μεταφραστεί τριάντα φορές.

Ο ίδιος λέει για το έργο του «Όλα τα ποιήματα μου είναι καμιά 300αριά, ας πούμε, και καμιά 100αριά να μείνουν στο πέρασμα του χρόνου σπουδαίο πράγμα είναι. Τα διηγήματα μου είναι καλά αλλά είναι σαφώς κατώτερα. Οι μελέτες μου είναι ενδιαφέρουσες αλλά για έναν περιορισμένο κύκλο. Οι μεταφράσεις μου είναι καλές αλλά είναι λίγες. Επομένως με την ποίηση, ας μείνουν λοιπόν μερικά καλά ποιήματα μου. Είμαι πολύ ευχαριστημένος αν μετά από 50 χρόνια υπάρχουν ακόμη 10, 20, 30, 50 έως 100 ποιήματα μου».

 

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

 

 

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.