ΚΑΡΟΛΟΣ ΚΟΥΝ σκηνοθέτης (1908-1987)

 

Ο Κάρολος Κουν γεννήθηκε το 1908 στην Προύσα της βορειοδυτικής Τουρκίας και σε ηλικία 6 μηνών μετακόμισε με την οικογένεια του στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας του ήταν ο Ερρίκος Κοέν και η μητέρα του η Μελπομένη Παπαδοπούλου. Μεγάλωσε σαν ρωμιός σε ένα μεγάλο ρωμαίικο αστικό σπίτι. Ανατράφηκε με όλα τα ήθη και έθιμα που διατηρούσαν οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης. Έζησε το κλίμα της Πόλης των αρχών του 20ου αιώνα. Με γονείς ιδιαίτερα κοινωνικούς και κοσμικούς μεγάλωσε με μια Γερμανίδα γκουβερνάντα που του μάθαινε τα παραμύθια του Γκριμ, η φρόιλαϊν Μόζερ όπως ονομάζονταν. Αργότερα θα αποκτήσει και κατ’ οίκων δασκάλους έναν παπά που του έλυνε όλες τις απορίες για την Παλιά Διαθήκη και μια δασκάλα πιάνου. Αυτό που επηρέασε την μετέπειτα ζωή  του όπως ο ίδιος ομολογεί σε μία συνέντευξη του είναι η μοναχική ζωή που πέρασε ως παίδι, αποκλεισμένος σχεδόν στο σπίτι, τότε που του απαγορεύονταν να παίξει στο δρόμο με άλλα παιδιά. Μεγαλώντας σε ένα σπίτι με μεγάλους έμαθε να πλάθει ιστορίες με την φαντασία του παίζοντας επάνω στα έπιπλα. Τότε φάνηκαν και τα πρώτα ψήγματα της καλλιτεχνικής του φύσης. Ταξίδεψε πολύ με τους γονείς του στο Παρίσι και στο Βερολίνο όμως πάντα έμενε μόνος ακόμη και τότε. Με τους γονείς του στα παιδικά του χρόνια δεν είχε αναπτύξει στενό δεσμό. Όταν έγινε δώδεκα χρονών έδωσε εξετάσεις στην Ροβέρτειο Σχολή και αισθανόταν ότι αυτή είναι η αρχή του κόσμου μια λαχτάρα ότι πια θα είναι με παιδιά, με κόσμο. Φοίτησε στο κολέγιο εσωτερικός  σε όλη την διάρκεια της εφηβείας του ενώ αργότερα το  συνέχισε τις σπουδές του στην αισθητική στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης απ’ όπου θα αποφοιτήσει το 1929. Την ίδια περίοδο στο RobertCollegePlayersOfficers ο Κάρολος εργαζόταν ως γραμματέας και ταυτόχρονα συμμετείχε σε παραστάσεις ξεδιπλώνοντας το καλλιτεχνικό του ταλέντο.

Το 1929 επέστρεψε με την μητέρα του στην Ελλάδα. Τα πράγματα στην Πόλη είχαν αλλάξει ραγδαία και οι γονείς του δεν ήταν πλέον παντρεμένοι. Ο Κάρολος διορίστηκε καθηγητής αγγλικών στο Κολλέγιο Αθηνών. Η πρώτη σκηνοθετική του εμφάνιση ήταν στο έργο Το Τέλος του ταξιδιού του Σέριφ με μαθητές του στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Από το Κολέγιο παρουσίασε έργα του Αριστοφάνη και του Σαίξπηρ.

Το 1934 ίδρυσε τη Λαϊκή Σκηνή και συνεργάστηκε με διάφορους θιάσους μέχρι το 1936 μεταξύ των οποίων ήταν και αυτός της Κοτοπούλη και άλλων πολλών.

Το 1942 είναι η χρονιά ορόσημο μιας που ιδρύει το Θέατρο Τέχνης όπου ανέβασε έργα σπουδαίων θεατρικών συγγραφέων όπως ο Ίψεν, ο Τζορτζ Μπερνάρντ Σω του Πιραντέλλο, και μετά την αποχώρηση των Γερμανών κατακτητών για πρώτη φορά στην Ελλάδα έργα του Λόρκα, Τέννεσυ Ουίλιαμς, Μίλερ κ.α. Επίσης, την ίδια χρονιά ίδρυσε την Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης στην οποία φοίτησαν οι σπουδαιότεροι ηθοποιοί και σκηνοθέτες της μεταπολεμκής γενιάς.

Το 1949 οι οικονομικές δυσκολίες που πλήττουν το Θέατρο Τέχνης αναγκάζουν στην διακοπή της λειτουργίας του για να ανοίξει και πάλι το 1954 με τη μορφή κυκλικού θεάτρου . Μεταξύ 1950 και 1953 ο Κουν συνεργάζεται με το Εθνικό Θέατρο σκηνοθετώντας Τσέχωφ και Πιραντέλλο.

Στην Σχολή του Θεάτρου Τέχνης το 1954 και αφού έχουν ξεπεραστεί οι οικονομικές δυσκολίες εργάζεται με τους μαθητές του προκειμένου να ανεβάσει έργα πέρα των παλαιών συγγραφέων  παρουσίασε στο κοινό τα καινούργια ρεύματα του ξένου μεταπολεμικού θεάτρου (Μπρεχτ, Ιονέσκο, Μπέκετ, Πίντερ, Ντάριο Φο κ.α.) όπως επίσης και πολλών νέων Ελλήνων προικισμένων συγγραφέων, όπως είναι ο Καμπανέλλης, ο Κεχαγιάς, ο Αναγνωστάκης κ.α. επιστρέφοντας σε έργα των αρχαίων τραγικών και του Αριστοφάνη.

Στο αρχαίο δράμα θα αφοσιωθεί το 1957 αρχικά στο θέατρο του παρουσίασε τον Πλούτο και το 1959 τις Όρνιθες του Αριστοφάνη που θεωρήθηκε παράσταση σκάνδαλο λόγω της πρωτοποριακής του μορφής. Ακολούθησαν τα Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου καθώς και το Θέατρο των Εθνών του Παρισιού, Λονδίνου, Ζυρίχης, Μονάχου, Μόσχας, Λένιγκραντ, Βαρσοβίας, Βενετίας, Φεστιβάλ Βιέννης, Διεθνές Θεατρικό Φεστιβάλ Βελιγραδίου, Ελληνική εβδομάδα του Ντόρτμουντ, Φεστιβάλ Φλάνδρας και σκανδιναβικές πρωτεύουσες όπου παρουσίασε μεγάλα έργα των αρχαίων μας τραγικών.

Συνέχισε να ασχολήτε και με του ξένους θεατρικούς συγγραφείς ανεβάζοντας έργα τους.

Ο Κάρολος Κουν πέρασε από την Θεσσαλονίκη για πρώτη φορά το 1945 παρουσίασε κάτω από αντίξοες συνθήκες στο Βασιλικό Θέατρο τα έργα που ανέβασε κατά την διάρκεια της γερμανικής Κατοχής στην Αθήνα. «Θέλω να ευχαριστήσω την Θεσσαλονίκη για τις συγκινήσεις, τις εμπειρίες και τον πλούτο που μου έδωσε». Ο ίδιος περιγράφει γλαφυρά εκείνη την περίοδο σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του «Είχαμε κατοικία την ταράτσα του Βασιλικού Θεάτρου και μουσική συνοδεία τις δεκαοκτούρες». Ουσιαστικά όμως ο Κουν το 1958 κάνει αισθητή την παρουσία του στην πόλη, είναι η χρονιά που ο δήμος Θεσσαλονίκης του παραχώρησε χώρο προκειμένου να δημιουργήσει το θερινό Θέατρο Κήπου. Σε αυτό παρουσίασε όλο το χειμερινό του ρεπερτόριο περιοδεύοντας για πάνω από μία δεκαετία στις πόλεις της Βόρειας Ελλάδας ανεβάζοντας, μεταξύ άλλων, έργα των Λόρκα, Τσέχοφ, Πιραντέλο, Ουίλιαμς, Σαίξπηρ, Μπρεχτ και Καμπανέλλη. «Πόσες αγωνίες  με το κεφάλι υψωμένο με φόβο στον ουρανό μη βρέξει, μην πιάσει ο Βαρδάρης και σηκώσει τα σκηνικά. Μία βραδιά παίζαμε στη σκηνή κάτω από τη βροχή και οι θεατές παρακολουθούσαν ακίνητοι ως το τέλος…». Ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης αναδεικνύοντας τη συμβολή του Θεάτρου Τέχνης στην πνευματική ζωή της Θεσσαλονίκης το χαρακτήρισε ως ένα σπάνιας ποιότητας πνευματικό γεγονός, που δεν αφορά μόνον έναν περιορισμένο κύκλο ανθρώπων, αλλά είναι υπόθεση ευρύτερης πολιτιστικής σημασίας για τη διαμόρφωση ενός πνευματικού κλίματος στην πόλη. Ο Κάρολος Κουν με την παρουσία του στην Θεσσαλονίκη έφερε μία μικρή επανάσταση στην πολιτιστική ζωή της πόλης. «Πραγματικά δεν μπορεί να σκεφτεί κανείς πόση θεατρική ξηρασία θα υπήρχε στη Θεσσαλονίκη χωρίς τον Κάρολο Κουν», τονίζει ο συγγραφέας και καθηγητής στο τμήμα Νομικής ΑΠΘ, Γιώργος Αναστασιάδης.

Ο μεγάλος θεατράνθρωπος πίστευε ότι το θέατρο δε θα έπρεπε να κρατηθεί σε στενά ακαδημαϊκά πλαίσια. «Το θέατρο δεν είναι ακαδημαϊκό επάγγελμα. Ο θάνατος του θεάτρου είναι η ακαδημαϊκή παιδεία. Δε μας ενδιαφέρει η πλατιά μόρφωση όσο το είδος της μόρφωσης που θα προσφέρει. Θέλουμε να είναι μορφωμένοι οι ηθοποιοί μας, αλλά όχι με ένα συγκεκριμένο υλικό που θα αναγκαστούν να διδαχθούν. Κάτω τα χέρια από την θεατρική παιδεία. Είναι κάτι που ανήκει στον καλλιτέχνη». Για τον Κουν το θέατρο ήταν κάτι ζωντανό που δημιουργείται και αλλάζει όλη την ώρα. Πίστευε σε μια θεατρική παιδεία που θα έδινε την ευκαιρία σε όλους, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου, να γίνουν ηθοποιοί, καθώς το σανίδι θα κρίνει, όπως συνήθιζε να λέει, ποιος αξίζει πραγματικά να ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο. Ο Κουν αγωνιούσε για το αναξιοποίητο έμψυχο δυναμικό της χώρας που πνίγεται κάτω από μία κοινωνία που δεν ενδιαφέρεται να παράγει αξιόλογη παιδεία. «Είχα ένα φίλο που αγόρασε μικρός ένα βιολί, αλλά του το έσπασαν οι γονείς του. Αυτή η εικόνα του σπασμένου βιολιού με κηνυγάει. Αναρωτιέμαι πόσα σπασμένα βιολιά υπάρχουν γύρω μας. Πόσοι άνθρωποι που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν, αν τους βοηθούσαμε να δημιουργηθούν»

Έγραψε τις μελέτες «Η αρχαία τραγωδία-κωμωδία» και «Ο σκηνοθέτης και το αρχαίο δράμα»

Τιμήθηκε με το παράσημο του Φοίνικα, το Αργυρό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών και το Βραβείο του Θεάτρου των Εθνών.

Ο Κάρολος Κουν αφήνει την τελευταία του πνοή σε ηλικία 79 ετών στις 14 Φεβρουαρίου του 1987, το ελληνικό θέατρο θρήνησε την απώλεια ενός από τους μεγαλύτερους Έλληνες σκηνοθέτες όλων των εποχών όμως είχε και έχει μια σπουδαία παρακαταθήκη. Το γεγονός ότι στην κηδεία του μεγάλου θεατρανθρώπου παρευρέθηκαν 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι είναι μια απόδειξη ότι είχε μια θέση κορυφαία στην συνείδηση του ελληνικού λαού. Με την διαθήκη του κληροδότησε ον τίτλο Θέατρο Τέχνης στους Γ. Λαζάνη, Μ. Κουγιουμτσή και Γ. Αρμένη με την προτροπή να συνεχίσουν την συνεργασία τους στο Θέατρο Τέχνης.

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.