Σήμερα που η χώρα μας είναι υπό πολιτισμένη κατοχή – δηλαδή υπο οικονομική κηδεμονία – σε πείσμα των χαρτογιακάδων που θέλουν τον ΕΛΛΗΝΑ ΠΟΛΙΤΗ να μην έχει μνήμη για να μην τολμά να μνημονεύει τους άθλους των προγόνων του, θα αναφερθούμε σε ένα άλλο γεγονός που και τότε η ΠΑΤΡΙΣ ήταν υπο στρατιωτική κατοχή, για να δούμε πως αντιδρούσε ο τότε ΕΛΛΗΝΑΣ δια να πάρει πίσω την ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ του και να ζήσουν οι νέες γενιές ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ μέσα στα πανανθρώπινα Ελληνικά ιδεώδη. Μην λησμονούμε ότι ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ πάντα αντιμετώπιζε προκλήσεις, οι οποίες είχαν ως κύριο γνώμονα την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ του. Για τον λόγο τούτον αν γυρίσουμε την πλάτη μας εις τους προγόνους μας, είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε ως σκλάβοι.

Σαν σήμερα, στις 10 Ιουνίου του 1821 έγινε η μάχη των Βασιλικών, όπου ο ήρωας ΚΑΠΕΤΑΝ ΧΑΨΑΣ αντιμετώπισε πολυάριθμα στρατεύματα των Τούρκων. Η μάχη αυτή είναι σημαντική γιατι ομιλούμε δια την επανάσταση των Χαλκιδικιωτών ενάντια στην οθωμανική τυραννία, η οποία λίγο έλειψε να καταφέρει να απελευθερώσει και την Θεσσαλονίκη.

Την εποχή εκείνη ξεκίνησε από την Δράμα ο Μεχμέτ Μπαϊράμ Πασάς με 30.000 πεζούς και 5.000 ιππείς. Ο προορισμός του ήταν να χτυπήσει τους επαναστάτες της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου. Όμως έπρεπε πρώτα να καταστείλει τους επαναστατημένους Χαλκιδικιώτες, οι οποίοι είχαν εξοντώσει την φρουρά του Πολυγύρου, η οποία μετα από τον ναυτικό αποκλεισμό της Χαλκιδικής από καραβοκύρηδες των Ψαρών είχε σκοτώσει τον δήμαρχο (μουχτάρη) Πολυγύρου τον Κύρκο Παπαγεωργάκη, που ήταν μυημένος Φιλικός. Έτσι, από τον θάνατο του δημάρχου ξεσηκώθηκαν οι  Χαλκιδικιώτες και ανέλαβαν τον αγώνα οι Φιλικοί της Θεσσαλονίκης και της Χαλκιδικής. Την απόφαση έλαβαν εις  την Μονή Εσφιγμένου, όπου ο ηγούμενος Ευθύμιος ήταν μέλος των Φιλικών. Αρχηγός του αγώνος ορίζεται ο ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΠΑΣ, ο οποίος από το 1817 προετοίμαζε την επανάσταση της Χαλκιδικής.

Μετά από τις ήττες των Τούρκων από τους Χαλκιδικιώτες, ο Γιουσούφ Πασάς εκνευρίζεται και σφάζει 200 ομήρους που κρατούσε στην Θεσσαλονίκη. Δια να εννοήσουμε το κλίμα της εποχής,  διαβάζουμε την αναφορά που έδωσε ο Αυστριακός πρόξενος εις τον καγκελάριο Μέτερνιχ: «Η Ελληνική επανάσταση που έχει ξεσπάσει κιόλας σε πολλές επαρχίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, προκαλεί τη γενική κατάπληξη. Σταματούν οι δουλειές και όπου υπάρχουν πολλοί Έλληνες οι εχθροπραξίες είναι ανοιχτές. Κινήσεις ζωηρές γίνονται και στη Θεσσαλονίκη μέρα μεσημέρι, επειδή οι επαναστάτες βρίσκονται μόνο λίγες ώρες μακρυά. Βρίσκονται σε ένα χωριό που ονομάζεται Γαλάτιστα και ξεσηκώνουν παντού τις ψυχές των κατοίκων. Πολυάριθμα πολεμικά καράβια με ξεχωριστή καινούρια σημαία λυμαίνονται τη θάλασσα, συλλαμβάνουν τουρκικά πλοία, κάνουν νηοψίες στα πλοία των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, που όμως τα σέβονται. Στο μεταξύ εδώ αυξάνονται οι αταξίες. Η αδημονία και ο γενικός φόβος μήπως οι Έλληνες χτυπήσουν από στεριά και θάλασσα την πόλη υπάρχει διάχυτος, αν και η κυβέρνηση έχει συλλάβει ως ομήρους τους πιο πλούσιους Έλληνες που ασκούν και την πιο μεγάλη επιρροή«.

Όταν ο ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΠΑΣ μαθαίνει πως κινείται εναντίον τους πολυάριθμος τούρκικος στρατός, μαζί με τον οπλαρχηγό ΣΤΑΜΟ ΧΑΨΑ από την Κασσανδρία και τους υπαρχηγούς Δουμπιώτη και Βασιλικό, μαζεύουν στρατό από 4.000 άνδρες με την βοήθεια κάποιον καλογέρων του Άθω και ελευθερώνουν την ΙΕΡΙΣΣΟ και την ΚΟΜΙΤΣΑ (το χωριό αυτό καταστράφηκε μετέπειτα από τους Τούρκους). Απο εκεί αποφασίζουν να διαχωρίσουν τον στρατό τους κι έτσι ο ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΠΑΣ παίρνει 2.000 άνδρες και κατευθύνεται προς Ρεντίνα για να προλάβει τον τουρκικό στρατό να μην περάσει από εκεί. Δυστυχώς, όμως, οι Τούρκοι είχαν ήδη περάσει κι έτσι αναγκάστηκε ο ΠΑΠΠΑΣ να τους κυνηγήσει και να δώσει σκληρή και ηρωική μάχη στην πεδιάδα της ΝΕΑΣ ΑΠΟΛΛΩΝΙΑΣ, όπου λόγω της ανοιχτής τοποθεσίας  και του υπέρτερου αριθμού των Τούρκων, οι επαναστάτες υποχώρησαν προς το εσωτερικό της Χαλκιδικής, ενώ ο Μπαϊράμ Πασας δεν τους κατεδίωξε και συνέχισε προς Θεσσαλονικη.

εμμανουηλ παππας

Εμμανουήλ Παππάς.

Το δεύτερο τμήμα των 2.000 επαναστατών είχε ως αρχηγό τον ΚΑΠΕΤΑΝ ΧΑΨΑ (το πραγματικό του όνομα ήταν ΚΑΨΑΣ αλλά λόγω του γεγονότος ότι είχε «φάει» πολλούς Τούρκους, οι οποίοι και τον φοβόντουσαν, πήρε το παρατσούκλι ΧΑΨΑΣ, δηλαδή κάτι ανάλογο του τουρκοφάγος), ο οποίος αφού στρατοπέδευσε δια λίγο εις την Γαλάτιστα ξεκίνησε για να καταλάβει την Θεσσαλονίκη. Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΧΑΨΑΣ συναντά εις την Θέρμη το ιππικό του Αχμέτ Μπεη των Γιαννιτσών, όπου πανικόβλητοι οι Τούρκοι μετά από συμπλοκή, επιστρέφουν στην Θεσσαλονίκη χάνοντας σημαντικό αριθμό πολεμιστών. Την ίδια στιγμή  ο Μπαϊράμ Πασάς είχε φτάσει στην Θεσσαλονίκη και μαθαίνοντας για τα κατορθώματα του ΧΑΨΑ κινείται πλέον εναντίον του. Γίνεται πολεμικό συμβούλιο και οι Έλληνες αποφασίζουν να αμυνθούν στους πρόποδες του βουνού Βούζαρη, όπως ειχε προτείνει ενας γέρος προεστός από τα βασιλικά, ο Γεώργιος Κοτζιάς. Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΧΑΨΑΣ έδωσε την εντολή να εκκενωθεί το χωριό των Βασιλικών και τα γυναικόπαιδα να πάνε εις την μονή της Αγίας Αναστασίας. Όμως δεν τα κατάφεραν όλοι γιατι τους πρόλαβε το ιππικό του Μπέη και, με την συνήθη τους τακτική, έσφαξαν όσους συνάντησαν στο χωριό και στον δρόμο δια το μοναστήρι.

χαψας

Το μνημείο του Καπετάν Χάψα, κείμενο επί της Εθνικής Οδού Βασιλικών – Πολυγύρου (διασταύρωση Ι. Μονής Αγίας Αναστασίας), ανηγέρθη το έτος 1997, μερίμνη του Παγχαλκιδικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης «Ο Αριστοτέλης».

Η εμπροσθοφυλακή του Μπέη συγκρούστηκε στους πρόποδες του Βούζαρη με τα παληκάρια του ΧΑΨΑ, η οποία χάνοντας την μάχη οπισθοχώρησε, δια να ενωθεί με το κυρίως σώμα του στρατού των Τούρκων. Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΧΑΨΑΣ τους κυνήγησε με τα γιαταγάνια, μέχρι που έπεσε πάνω σε όλον τον στρατό του Μπέη. Τότε ακολούθησε μια σφοδρή και γενναία μάχη, που όμοια της μπορεί να θεωρηθεί η μάχη των Θερμοπυλών. Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΧΑΨΑΣ, ως άλλος ΛΕΩΝΙΔΑΣ, ορμά με τα παληκάρια του χωρίς δεύτερη σκέψη στις ορδές των βασιβουζούκων βαρβάρων. Ήθελε να πάρει εκδίκηση για τις σφαγές, τους βιασμούς  και να αποτινάξει τα μολυσμένα πόδια των βαρβάρων που πατούσαν την αγιασμένη γη των προγόνων του.

Σύμφωνα με περιγραφές επιζώντων της μάχης τούτης, αναφέρεται πως η περιοχή πλημμύρισε από το αίμα των Τούρκων. Την τελευταία φορά που αντίκρυσαν τον ΧΑΨΑ ήταν όταν τον είδαν με ένα σπαθί στο χέρι και με ένα μαχαίρι στα δόντια να ορμά στον κύριο όγκο του τούρκικου στρατού και να αρχίζει να τους πετσοκόβει ως θεριό ανήμερο. Από εκείνη την στιγμή ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΧΑΨΑΣ άρχισε να περιδιαβαίνει τα Ηλύσια Πεδία που κατοικούν οι ήρωες πρόγονοί του, οι οποίοι του έχουν ετοιμάσει την υποδοχή του και την ευχαριστία τους που δεν τους πρόδωσε ποτέ. Το ίδιο έπραξαν και οι οπλαρχηγοί του από τον Βάβδο: οι Χαλάλης, Τουρλάκης και Καραγιάννης. Έπεσαν όλοι πολεμώντας μέχρις ενός. Ο απολογισμός της ηρωικής μάχης ήταν 63-68 ΕΛΛΗΝΕΣ και εκατοντάδες Τούρκοι. Πολλοί πολεμιστές – τα «ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΧΑΨΑ» όπως τα ονόμασε ο λαός – ενώθηκαν με τους αγωνιστές του ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΠΑ και συνέχισαν τον ιερό αγώνα.

Μόλις η μάχη τελείωσε, τα γυναικόπαιδα που είχαν βρει καταφύγιο εις την Αγία Αναστασία, άρχισαν να πανικοβάλλονται για την γνωστή τύχη που τους περίμενε από τα χέρια των μανιασμένων Τούρκων. Τότε ένας γέροντας, ο Χιμευτός (προεστός της Κασσανδρείας), και ενώ είχε παρακολουθήσει όλην την μάχη από ψηλάόπου βρισκόταν, είπε πως θα κατέβει να βρεί τον φίλο του Αγκούς Αγά, για  να τον παρακαλέσει να μιλήσει στον Μπαϊράμ Πασά ώστε να επιδείξει οίκτο και να μην ατιμαστούν τα γυναικόπαιδα. Ακούγοντας αυτά ο Τσολάκης και ο Σκανδήλας, προσφέρθηκαν να τον ακολουθήσουν και εκείνοι για να μην είναι μόνος του. Ο Τουρκαλβανός Αγκούς, μόλις τους είδε, γέλασε ειρωνικά και ακολούθησε ο εξής διάλογος:

«– Χρόνια και ζαμάνια μπρέ.

– Άλλαξαν οι καιροί αγά μου.

– Η ανταρσία;

– Ναι, η ανταρσία.

– Και γιατί ήρθες εδώ τι θέλεις να ζητήσεις;

– Ήρθα να δηλώσω υποταγή.

– Εσύ; Το θεριό της Χαλκιδικής;

– Είμαι γέρος και ανήμπορος Αγκούς, δεν ήρθα όμως να ζητήσω τίποτα για τον εαυτό μου. Ήρθα για τα γυναικόπαιδα που είναι στο μοναστήρι. Θέλουμε την ειρήνη και θέλουμε ήσυχη ζωή…

– Κάτω από την προστασία του πολυχρονεμένου μας σουλτάνου μπρέ;

– Ναι, κάτω από την προστασία του.

– Συνέχισε μπρέ.

– Να μεσιτεύσεις, Αγκούς, στον Μπαϊράμ για αμνηστία. Είσαι φίλος μου γι’ αυτό ήρθα σε εσένα.

– Είμαι σκύλος μπρέ και όχι φίλος σου.».

Γύρισε τότε ο Αγκούς αγά προς τους άνδρες του και έδωσε διαταγή:

«– Πάρτε τους δυο και χαλάστε τους.«.

Ο Τσολάκης και ο Σκανδήλας σκοτώθηκαν μπροστά στα μάτια του γέροντα.

«- Άπιστο ζαγάρι καλύτερα να σφάξεις κι εμένα, φώναξε ο Γέρο Χιμευτός.

Όχι, όχι, απάντησε ο Αγκούς, Εσύ θα μείνεις ζωντανός, γιατί είσαι φίλος μου και γιατί έτσι προστάζει το δικό μου το αλβανίτικο δίκαιο.«.

Ο γέροντας ανηφόρισε προς το μοναστήρι και μέσα στην νύχτα πήρε τα γυναικόπαιδα και τα οδήγησε μέσα από τα βουνά στην Χαλκιδική.

Οι Τούρκοι νομίζοντας πως υπάρχουν στο μοναστήρι επαναστάτες έστειλαν μιαν περίπολο. Κάποιος καλόγερος έριξε πυροβολισμούς σκοτώνοντας 3 Τούρκους κι έτσι, ο Μπαϊράμ έδωσε την διαταγή να κάψουν το μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας και να σκοτώσουν όποιον βρουν και να αρπάξουν ό,τι τους αρέσει.

Για την ιστορία, όσοι επέζησαν από την μάχη συνέχισαν να πολεμούν στην Χαλκιδική υπο τις διαταγές του ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΠΠΑ, μέχρι που έδωσαν την τελευταία μάχη έξω από τον Πολύγυρο,όπου ακόμα και ο Μπαϊράμ Πασάς θαύμασε την ανδρεία τους. Στο πέρασμά του από την Χαλκιδική ο Πασάς κατέστρεψε πολλα χωριά, ενώ από τον Πολύγυρο συγκεκριμένα σώθηκαν μόνο δυο σπίτια και κάηκαν 1600. Από την προσπάθεια του Πασά να καταπνίξει την επανάσταση της Χαλκιδικής κερδήθηκε πολύτιμος χρόνος για τους ΕΛΛΗΝΕΣ της Πελοποννήσου ώστε να οργανώσουν καλύτερα τις εκεί επιχειρήσεις. Από σύμπτωση της μοίρας, ο Μπαϊράμ Πασάς χάνει αργότερα την μεγάλη μάχη στα Βασιλικά της Βοιωτίας, όπου και ο ίδιος σκοτώνεται!

βασιλικα2

Μνημείο στην περιοχή της μάχης των Βασιλικών.

Κλείνοντας, παραθέτω τα λόγια του ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ για να τα έχουμε εμείς οι απόγονοί του ως Ευαγγέλιο εις την ψυχή μας: «Κι όσο αγαπώ την Πατρίδα μου δεν αγαπώ άλλο τίποτα. Να ’ρθει ένας να μου ειπεί ότι θα πάγει ομπρός η Πατρίδα, στρέγομαι να μου βγάλει και τα δυο μου μάτια. Ότι αν και στραβός και η πατρίδα μου είναι καλά με θρέφει. Αν είναι η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια να ’χω στραβός θανά είμαι. Ότι σ’ αυτείνη θα ζήσω, δεν έχω σκοπό να πάγω αλλού«. Μέσα από την Εθνογνωσία ιχνηλατούμε τα υπαρξιακά θεμέλια του ΕΙΝΑΙ μας, ‘οπου η ταυτότητα της ψυχής μας είναι η ΜΝΗΜΗ μας. Μην ξεχνάμε ότι, όπως είπε και ο Ποιητής του Αγώνα: «η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ είναι από τα ΚΟΚΚΑΛΑ ΒΓΑΛΜΕΝΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΑ ΙΕΡΑ….» Πρέπει να κοινωνούμε από το ποτήρι της ΘΥΣΙΑΣ των προγόνων μας, για να νιώθουμε άξιοι για τα παιδιά μας.

Ευάγγελος Κελμαλής

Πηγες:

«Από την Επανάστασιν της Χαλκιδικής του 1821, Περιοδ. Παγχαλκιδικός Λόγος, τ. 3ο, Απρίλιος-Μάιος 2010, Γιάννη Καταβάτου«.

«Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Σπυρίδωνος Τρικούπη».

«Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, υπό Φωτάκου πρώτου υπασπιστού του Θεοδώρου Κολοκοτρώνου».

«Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Γουσταύου Φρειδερίκου Χέρτσβεργ».

Παγχαλκιδικός Σύλλογος «Ο ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ».

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου