Το σύνθημα αυτό γεμάτο οργή μα και ελπίδα, ακουγόταν στην κηδεία του Γρηγόριου Λαμπράκη, του αδικοχαμένου Λαμπράκη, που δολοφονήθηκε από παρακρατικούς. Στο άκουσμα αυτού του ΖΕΙ ΖΕΙ ΖΕΙ βρήκε και ο Βασίλης Βασιλικός τον τίτλο του βιβλίου του. ‘’Ζ’’. Η προφορά του τίτλου είναι ηχητική και μας παραπέμπει ακριβώς σε αυτό το σύνθημα. Το βιβλίο του είναι ένα φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος, ένα σύμβολο, το πέσιμο της μάσκας του κράτους και των ελεεινών πράξεων του, που ως ομίχλη εμποδίζει την θέαση του παραδείσου. Το Ζ γράφτηκε μέσα σε 21 ώρες. Τα γεγονότα έπρεπε να παρουσιαστούν ανόθευτα στην δίκη για την δολοφονία του Λαμπράκη αλλά και να μείνουν αυτούσια στις επόμενες γενιές. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος συγγραφής του βιβλίου από τον Βασιλικό, έπειτα από παρότρυνση του φίλου του Δ. Δεσποτίδη, που τον θεωρούσε ως πλέον κατάλληλο για αυτό. Έτσι και έγινε λοιπόν, και χάρη στην συγγραφική ικανότητα του Βασιλικού μα και στην τόλμη του να αφηγηθεί τα γεγονότα χωρίς καλλωπισμούς και χωρίς να αποκρύψει την αλήθεια, μπορούμε σήμερα να ξέρουμε τι πραγματικά συνέβη. Αναδεικνύεται έτσι ένα παρακράτος, που χρησιμοποιεί θεμιτούς μα και αθέμιτους τρόπους για να ασκήσει υπόγεια πολιτική, να χειραγωγήσει φτωχούς, να τους κάνει όργανα σε μια αντικομουνιστική τακτική και, επομένως, οι παρασκηνιακοί μηχανισμοί να καταφέρουν να νοθεύσουν τη δημοκρατία. Ο Βασιλικός κατάφερε να μας κατατοπίσει και να μας βοηθήσει να καταλάβουμε, πως η δολοφονία του αριστερού βουλευτή της ΕΔΑ, Γρηγόριου Λαμπράκη, έγινε με στόχο να τρομοκρατηθούν οι ‘’συμπαθούντες’’ της Αριστεράς, καθότι ο Λαμπράκης δεν ήταν γνήσια αριστερός μα ανήκε και αυτός στους συμπαθούντες. Κατέβηκε με ένα αριστερό κόμμα στις εκλογές καθαρά και μόνο γιατί η ιδεολογία του βρισκόταν απλώς πιο κοντά με αυτό, σε καμιά περίπτωση δεν ταυτιζόταν. Η εποχή που γράφτηκε το έργο ήταν η εποχή της δικτατορίας και της λογοκρισίας. Ο Βασιλικός έχοντας τον φόβο της φυλάκισης ,εφηύρε, όπως λέει, το Τζουράσικ πάρκ! Μιλούσε ,δηλαδή, με προσφωνήσεις όπως Τυραννόσαυρος ,Μαστοδοντόσαυρος και όχι με τα ονόματα των πρωταγωνιστών των γεγονότων μα και του βιβλίου του. Για την Θεσσαλονίκη επέλεξε το όνομα Ουδετερούπολη. Μέσα από τις σελίδες του Ζ σώζεται ένα σπουδαίο ιστορικό γεγονός που δυστυχώς δεν διδάσκεται στα σχολεία και που θα είχε περάσει στην ανυπαρξία και στην αφάνεια.

 

Η παρακάτω προσωπική ιστορία του ίδιου του Βασιλικού μας δίνει το κλίμα της εποχής, καθώς και τον φόβο που υπήρχε τότε απέναντι στις αλήθειες.

 

«…Στη μεταπολίτευση όταν γύρισα στην Ελλάδα, με πλησιάζει ένα ζευγάρι και μου λέει: «Κύριε Βασιλικέ, τρομοκρατηθήκαμε εξαιτίας σας στη Χούντα». Λέω: «εξαιτίας ΜΟΥ;», «Ναι» μου λένε. Και μου διηγούνται το εξής απίθανο περιστατικό: Ήτανένα συμπαθητικό ζευγάρι που κατά τη διάρκεια της χούντας αν και ήταν εναντίον της, δεν ήταν οργανωμένοι αντιστασιακοί, δηλαδή δεν είχαν ανάμειξη σε κάποια συγκεκριμένη οργάνωση. Ζούσαν στο Παγκράτι και ένα βράδυ, χτυπάει η πόρτα, ρωτάνε ποιος είναι και απαντούν απ’ έξω «είμαστε από την Ασφάλεια». Μόλις ακούν τη λέξη «ασφάλεια», τρομάζουν και οι δυο τους …εν τω μεταξύ μαγείρευαν και μία κακαβιά, γιατί ο άντρας ήταν ερασιτέχνης ψαράς, αρχίζουν να κοιτάζονται έντρομοι, να αναρωτιούνται για ποιο λόγο χτυπάει την πόρτα η ασφάλεια, και καθώς το μάτι τους έκανε ένα πανοραμίκ του δωματίου, κολλάει στο βιβλίο «Ζ» που ήταν πάνω στο ράφι της βιβλιοθήκης, και λόγω του ενός γράμματος έκανε μπαμ. Ξεχώριζε. Οπότε, τους μπήκε η ιδέα ότι αυτό πρέπει να το εξαφανίσουνε. Πάνω στον πανικό τους, δεν ξέρανε που να το κρύψουμε. Όπως μου λέγανε, σκεφτήκανε το στρώμα, σκεφτήκανε τα σκουπίδια,σκεφτήκανετο ένα το άλλο, αλλά εν τω μεταξύ η πόρτα συνέχιζε να χτυπάει όλο και πιο δυνατά και οι ασφαλίτες φώναζαν «Ανοίχτε αλλιώς θα σπάσουμε την πόρτα!». Έτσι μέσα στον πανικό τους, καθώς έβραζε στην κατσαρόλα η κακαβιά το έριξαν μέσα. Ανοίγουνστη συνέχεια την πόρτα, μπαίνουν δύο άτομα της ασφάλειας, τους λένε «Κάνουμε μια έρευνα» και αφού ερευνούν όλο το σπίτι, το κάνουν φύλλο και φτερό, σε τρία τέταρτα που τελειώνουν και δεν βρίσκουν τίποτε τα ενοχοποιητικό, κινούν να φύγουν, και επειδή μάλλον ευωδίαζε σε όλο το σπίτι η κακαβιά, κάτι θα τους είπαν, και η γυναίκα, τότε, χωρίς να το καταλάβει, τους λέει «κοπιάστε να δοκιμάσετε».»Έτσι…» η γυναίκα μου λέει « …σε φάγαμε!».Φαίνεται ότι εκείνη τη μέρα, κάποιος για να μην μαρτυρήσει δικούς του συντρόφους, έδωσε δύο άσχετα ονόματα, που ήξεραν ότι αν πάνε εκεί δεν θα βρουν τίποτα. Μάλλον έτσι ερμήνευσαν και εκείνοι την ιστορία. Και καλά έκανε, όποιος το έκανε, για να γλυτώσει τα βασανιστήρια. Λοιπόν, καθώς έτρωγαν την κακαβιά, ένας από αυτούς ρώτησε: «Από μελανούρια την κάνατε;» (γέλια)

Υπεύθυνη εκδοτικού οίκου Σκέψις

Αλεξίου Τάνια

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.