ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ (1881-1955)

 

Ο Θεόφραστος Τριανταφυλλίδης γεννήθηκε στην Σμύρνη το 1881, ο πατέρας του ήταν ευκατάστατος σταφιδέμπορας γεγονός που επέτρεψε στον Θεόφραστο να ασχοληθεί με την ζωγραφική χωρίς να τον απασχολεί το οικονομικό ειδικά στα πρώτα χρόνια της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας.

Από το 1900 έως το 1907, ο Τριανταφυλλίδης σπούδασε ζωγραφική στην Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Εκεί ο δάσκαλος του Γ. Ιακωβίδης – ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του καλλιτεχνικού κινήματος της Σχολής του Μονάχου – τον προέτρεψε να συνεχίσει τις σπουδές του στο Μόναχο στο εργαστήριο του Λούντβιχ φον Λοφτς κάτι το οποίο και έκανε. Το 1910 εγκατέλειψε το Μόναχο για να πάει στο Παρίσι όπου συνέχισε τις καλλιτεχνικές σπουδές του στο εργαστήριο του Ντεζιρέ-Λουκά. Τα λίγα χρόνια που έμεινε στο Παρίσι καθόρισαν την μετέπειτα καλλιτεχνική του πορεία. Πριν ακόμη επιστρέψει στην Ελλάδα, αποφάσισε να εγκαταλείψει οριστικά τον ακαδημαϊσμό και να στραφεί προς τα σύγχρονα ρεύματα της εποχής.

Το 1912 ο Τριανταφυλλίδης κατατάχθηκε στον Ελληνικό στρατό και πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους όπως είχαν κάνει και άλλοι ζωγράφοι της γενιάς τους. Το 1913 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και άρχισε να ζωγραφίζει στο ίδιο εργαστήριο με τον Κ. Μαλέα. Μαζί του καθώς και με τον Ν. Λύτρα κ.α. υπήρξαν ιδρυτές της «Ομάδας Τέχνης» η οποία έφερε σημαντικές αλλαγές στα εικαστικά πράγματα της Ελλάδας με την πρώτη έκθεση τους το 1917. Ο Τριανταφυλλίδης υπήρξε στενός φίλος του Περικλή Βυζαντίου επίσης ζωγράφου με τον οποίο γνωρίστηκε την εποχή που σπούδαζε στο Παρίσι.

Ο Τριανταφυλλίδης στην αρχή ασχολήθηκε με σκηνές εσωτερικών χώρων, της καθημερινής ζωής οι οποίες χαρακτηρίστηκαν ηθογραφικές από κάποιους κάτι όμως το οποίο δεν ισχύει καθώς επίσης και με νεκρές φύσεις, προσωπογραφίες και τοπία. Τα έργα του διακρίνονται για την βαθιά τους εσωτερικότητα και την μελαγχολική τους διάθεση. Από το 1930 και μετά διαμόρφωσε το δικό του ιδιαίτερο ύφος το οποίο χαρακτηρίζεται από την απεικόνιση της λιτής καθημερινής ζωής του μικρασιατικού κόσμου και του κόσμου του μόχθου.

Στους πίνακες του οι μορφές είναι σχεδόν αφαιρετικές και δεν υπάρχουν περιγράμματα. «Η προοπτική διαλύεται στην ολιγοχρωμία και την αχλύ που δημιουργείται , καταργώντας κάθε χωριστικότητα. Πρόκειται για ένα μοντερνισμό χωρίς κραυγές» όπως γράφει και η Βασιλίκα Σαριλάκη στο βιβλίο της για τον Τριανταφυλλίδη .

Πολλοί κατατάσσουν το έργο του Τριανταφυλλίδη στην «γενιά του τριάντα» ανάμεσα στον ιμπρεσιονισμό και τον εξπρεσιονισμό. Ο ίδιος πάντως αρνήθηκε να ενταχθεί σε κάποιον καλλιτεχνικό χώρο και έλεγε ότι «ανήκουν σε σχολές όσοι δεν έχουν δύναμη να γίνουν οι ίδιοι δημιουργοί». Έτσι, γίνεται λόγος για «υποκειμενικό ζωγράφο» που με τα έργα του ξέφυγε από τα στενά όρια της «ελληνικότητας» όπως την προσδιορίζει η «γενιά του τριάντα». Τα τελευταία χρόνια της δημιουργία του ασχολήθηκε με θρησκευτικά θέματα.

Από την πρώτη του έκθεση το 1916, ο Τριανταφυλλίδης αρνήθηκε να κάνει ατομικές εκθέσεις και συμμετείχε μόνο σε ομαδικές, γεγονός που λειτούργησε ανασταλτικά για την αναγνώριση της αξίας του. Όπως χαρακτηριστικά έγραψε μια τεχνοκριτικός, «ο ζωγράφος αν και άτολμος στην προβολή της δουλειάς του αρνήθηκε τον ελληνοκεντρισμό της εποχής του ακολουθώντας τον δικό του μοναχικό δρόμο.»

Η Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 σήμαινε το τέλος της οικονομικής ευρωστίας για τον καλλιτέχνη και την αρχή των δεινών. Ο Τριανταφυλλίδης έχασε τα πάντα, το στήριγμα της πατρικής περιουσίας και αναγκάστηκε να ζει μόνο με όσα κατάφερνε να κερδίζει από την δουλειά του κάτι που ήταν πάρα πολύ δύσκολο την εποχή εκείνη στην Αθήνα. Μετά από την απώλεια της πατρικής περιουσίας εγκαταστάθηκε σε μια σοφίτα στην οδό Αιόλου. Το 1928 παντρεύετε την σύζυγο του Αριστέα η οποία όμως, έπαθε ολική παράλυση αμέσως μετά τον γάμο. Τα έξοδα που απαιτούνταν για την νοσηλεία της τον ανάγκασαν να πουλήσει το σπίτι του και να ζήσει μαζί με την σύζυγο του σε ένα δωμάτιο.  Σε μια πλημμύρα του Κηφισού την εποχή του Μεσοπολέμου καταστράφηκε το εργαστήριο του στα Πατήσια καθώς και τα περισσότερα από τα έργα του. Δέκα χρόνια μετά τον γάμο του πέθανε η σύζυγος του και αναγκάστηκε να μετακομίσει σε ένα χαμόσπιτο στην οδό Κοντού στον Άγιο Λουκά. Κατά την περίοδο της Κατοχής , κατόρθωσε να επιβιώσει παραδίδοντας μαθήματα ζωγραφικής και πουλώντας σε πάρα πολύ χαμηλές τιμές όσα έργα του είχαν απομείνει.

Ήταν άνθρωπος που αρκούνταν στα λίγα και έβρισκε την χαρά στα μικρά πράγματα και γι’ αυτό του έδωσαν τον χαρακτηρισμό ο «Παπαδιαμάντης της ζωγραφικής». Του άρεσε το ψάρεμα, η ζωή και η δουλειά στο εργαστήριο του, η ζεστή επαφή με τον άνθρωπο.

Το 1954 κλονίζετε σοβαρά η υγεία του. Πεθαίνει τελικά πάμφτωχος τον επόμενο κιόλας χρόνο στην κλινική «Κυανούς Σταυρός» και τάφηκε στο Μενίδι. Την επόμενη του θανάτου του, μερικοί φίλοι του στους οποίους συγκαταλέγεται και ο Περικλής Βυζάντιος, κατέγραψαν την μικρή κληρονομιά του καλλιτέχνη που ήταν μόλις 37 πίνακες. Πολλές δεκαετίες αργότερα ο ιστορικός τέχνης Α. Κωτίδης εντόπισε και μελέτησε περίπου 200 έργα του ζωγράφου που ήταν διάσπαρτα σε διάφορες ιδιωτικές συλλογές.

Εν τέλει ο Θεόφραστος Τριανταφυλλίδης αν και άγνωστος στο ευρύ κοινό κατατάσσεται στους κορυφαίους ζωγράφους του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, ιδιόρρυθμος και σεμνός, τα έργα του χαρακτηρίζονται για την αξιοποίηση των ιμπρεσιονιστικών και εξπρεσιονιστικών στοιχείων.

 

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.