ΠΩΛ ΓΚΩΓΚΕΝ (1848-1903)

 

Ο Πωλ Γκωγκέν γεννήθηκε στο Παρίσι στις 7 Ιουνίου του 1848 από γονείς ισπανικής καταγωγής, αποίκους στη Λατινική Αμερική. Έτσι, τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Λίμα στο Περού. Σπούδασε στην Ορλεάνη της Γαλλίας και αμέσως μετά ταξίδεψε ανά τον κόσμο με εμπορικά πλοία και αργότερα με το Γαλλικό Ναυτικό για περίπου 6 χρόνια. Επέστρεψε στην Γαλλία το 1870 όπου εργάστηκε ως βοηθός χρηματιστή. Παράλληλα, περνούσε μεγάλο μέρος από τον ελεύθερο χρόνο του ζωγραφίζοντας παρέα με τον Καμίλ Πισσαρό και τον Σεζάν. Αν και οι πρώτες προσπάθειες του ήταν αδέξιες, σημείωσε σταδιακά αξιοσημείωτη πρόοδο. Μέχρι το 1886 ο Γκωγκέν ήταν σε επαφή με τους ιμπρεσιονιστές ζωγράφους και συμμετείχε σε εκθέσεις τους.

Το 1884 μετακομίζει με την οικογένεια του στην Κοπεγχάγη όπου προσπάθησε χωρίς όμως επιτυχία να κάνει μια καριέρα στις επιχειρήσεις. Τελικά, το 1885 επέστρεψε στο Παρίσι αφήνοντας πίσω στην Δανία της οικογένεια του και αποφασισμένος να ασχοληθεί ολοκληρωτικά στην ζωγραφική. Χωρίς αρκετούς οικονομικούς πόρους μετά βίας κατάφερνε να επιβιώσει. Ήταν ήδη παντρεμένες με παιδιά και λόγω αυτής της δύσκολης κατάστασης η γυναίκα του και τα παιδιά του γύρισαν πίσω στο πατρικό της.

Από το 1886 έως το 1891 ο Γκωγκέν έζησε κυρίως στην περιοχή της Βρετάνης, όπου επίσης ζούσαν και άλλοι πειραματικοί ζωγράφοι που εντάσσονταν συχνά στην λεγόμενη «Σχολή PontAven». Επηρεασμένος από τον ζωγράφο Εμίλ Μπερνάρ, ο Γκωγκέν μετέβαλε σημαντικά το ύφος της ζωγραφικής του, τα κύρια χαρακτηριστικά της οποίας ήταν η χρήση μεγάλων επιφανειών και έντονων χρωμάτων. Παράλληλα, περίπου το 1888, ήρθε σε επαφή με το έργο του Βίνσεντ βαν Γκόγκ με τον οποίο δημιούργησε μια φιλική σχέση και το οποίο αναγνώρισε ως ιδιαίτερα σημαντικό. Κάποια στιγμή συγκατοίκησαν για ένα διάστημα δύο μηνών, όμως επειδή και οι δύο εκείνη την περίοδο έπασχαν από κατάθλιψη η συγκατοίκηση τους κατέληξε σε έντονη διαμάχη. Ο Βαν Γκογκ σ’ έναν παροξυσμό τρέλας, επιτέθηκε στον Γκωγκέν, που τον άφησε κι έφυγε τρομαγμένος για το Παρίσι. Ήταν τότε που ο βαν Γκόγκ έκοψε μέρος από το αριστερό αυτί του αφού προηγουμένως είχε απειλήσει να σκοτώσει τον Γκωγκέν.

Ο Γκωγκέν δήλωνε πλέον απογοητευμένος από τον ιμπρεσιονισμό που τον θεωρούσε ότι ήταν πολύ εξεζητημένος σε σύγκριση με την ένταση και την απλότητα που ο ίδιος ποθούσε και στράφηκε περισσότερο στην αφρικανική και ασιατική τέχνη. Στην αρχή μελέτησε την λαϊκή τέχνη, αλλά και αυτή δεν τον κράτησε για πολύ. Αισθανόταν την ανάγκη να φύγει από την Ευρώπη και να ζήσει ανάμεσα στους ιθαγενείς, στις Νότιες θάλασσες, σαν ιθαγενής κι αυτός, για να βρει τη σωτηρία τους.

Σε κακή ψυχολογική κατάσταση ο Γκωγκέν αποφασίζει το 1891 να εγκαταλείψει την Ευρώπη και να ταξιδέψει στην Πολυνησία και αργότερα στις νήσους Μαρκησίες. Αρχικά εγκαταστάθηκε σε ένα από τα μυθικά νησιά του νότιου Ειρηνικού την Ταϊτή, αναζητώντας την απλή ζωή κι αυτό γιατί πίστευε ότι η τέχνη κινδύνευε να γίνει ανειλικρινής κι επιπόλαιη και πως όλη η ευφυΐα και η γνώση που είχαν μαζευτεί στην Ευρώπη στερούσαν τον άνθρωπο από το μεγαλύτερο δώρο – τη δύναμη και την ένταση του συναισθήματος και τον άμεσο τρόπο έκφρασης.  Ο Γκωγκέν δεν ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης που είχε αυτές τις αμφιβολίες σχετικά με τον πολιτισμό της εποχής του. Οι καλλιτέχνες εκείνης της εποχής ονειρεύονταν μια τέχνη χωρίς τα τεχνάσματα που μπορούσε να μάθει κανείς, ένα στυλ που δεν ήταν σκέτο στυλ, παρά κάτι δυνατό, με ρίζες βαθιές όπως το ανθρώπινο πάθος. Στην Ταϊτή πέρασε σχεδόν το υπόλοιπο της ζωής του πραγματοποιώντας μόνο μία επίσκεψη στην Γαλλία. Τα έργα της περιόδου αυτής θεωρούνται ίσως τα καλύτερα δείγματα της δουλειάς του και ξεχωρίζουν για τον έντονο συμβολισμό τους και τον πολλές φορές συμβολικό χαρακτήρα τους, εμφανώς επηρεασμένος από τον πολιτισμό των ιθαγενών της Πολυνησίας. Τα έργα που έφερε από την Ταϊτή προβλημάτισαν ακόμη και μερικούς από τους παλιούς του φίλους. Τόσο ήταν άγρια και πρωτόγονα. Αυτό ακριβώς επιζητούσε ο Γκωγκέν. Ήταν περήφανος που τον έλεγαν «βάρβαρο». Ακόμα και το χρώμα και το σχέδιο του έπρεπε να είναι «βάρβαρα», για να δικαιώσουν την ομορφιά των αγνών παιδιών της φύσης που έμαθε να θαυμάζει στην Ταϊτή. Δεν είναι δύσκολο ακόμη και σήμερα κοιτώντας αυτά τα έργα να καταλάβουμε ότι ο Γκωγκέν άγγιξε μια νέα χορδή. Δεν είναι μόνο  η θεματολογία στα έργα του που είναι παράξενη και εξωτική. Προσπάθησε να μπει στο πνεύμα των ιθαγενών και να κοιτάξει τον κόσμο όπως εκείνοι. Μελέτησε τις μεθόδους των ντόπιων τεχνιτών και συχνά έβαζε στα έργα του αναπαραστάσεις από τα έργα τους. Προσπάθησε να εναρμονίσει τα δικά του πορτρέτα των ντόπιων με αυτή την πρωτόγονη τέχνη, και έτσι απλοποίησε τα περιγράμματα των μορφών και δεν δίσταζε να χρησιμοποιήσει μεγάλες επιφάνειες με ζωηρά χρώματα. Δεν τον ένοιαζε αν αυτές οι απλοποιημένες φόρμες και οι χρωματικές συνθέσεις έκαναν τις εικόνες του να μοιάζουν επίπεδες. Αγνόησε πρόθυμα τα προαιώνια προβλήματα τις δυτικής τέχνης, καθώς σκεφτόταν πως έτσι θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα τον αμόλυντο δυναμισμό των παιδιών της φύσης. Είναι αυτό που ονομάζουμε «μοντέρνα τέχνη» διαμορφώθηκε μέσα από αυτό το αίσθημα του ανικανοποίητου. Ίσως να μην πετύχαινε απόλυτα τον στόχο του το πάθος του όμως γι’ αυτόν ήταν τόσο γνήσιο όσο και του Σεζάν και του Βαν Γκόγκ. Γιατί ο Γκωγκέν θυσίασε την ζωή του για ένα ιδανικό. Πίστευε ότι στην Ευρώπη δεν τον καταλάβαιναν και θέλησε να γυρίσει στα νησιά των Νότιων Θαλασσών για πάντα. Ύστερα από χρόνια μοναξιάς και απογοήτευσης πέθανε εκεί κάτω άρρωστος και φτωχός. Το σύνολο του έργου του Γκωγκέν, και κυρίως οι πειραματισμοί του γύρω από τη χρήση των χρωμάτων θεωρούνται ότι επηρέασαν σημαντικά τα καλλιτεχνικά ρεύματα του 20ου αιώνα και ειδικότερα τον φωβισμό.

 

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων.