ΖΩΡΖ ΣΕΡΑ (1859-1891)

 

Ο Ζωρζ Σερά (GeorgeSeurat) ήταν  Γάλλος ζωγράφος, θεμελιωτής της μοντέρνας ζωγραφικής. Γεννήθηκε στο Παρίσι στις 2 Δεκεμβρίου του 1859 ήταν αστός, γιος πλούσιου γαιοκτήμονα της Καμπανίας του Αντουάν Κρισοστόμ Σερά ο οποίος πλούτησε από την εκμετάλλευση ακινήτων, ενώ η μητέρα του Ερνεστή Φεβρέ ήταν από το Παρίσι. Ο Ζωρζ ήταν το μικρότερο παιδί της οικογένειας, είχε έναν μεγαλύτερο αδελφό και μια αδελφή, τον Εμίλ  και την Μαρί-Μπερθ.  Ζωγράφιζε από μικρός, έβρισκε μεγάλη χαρά στα πινέλα και στα χρώματα. Μπήκε στην παρισινή Σχολή Καλών Τεχνών το 1878, ήδη εντυπωσιασμένος από τους ιμπρεσιονιστές. Περνούσε ώρες στην βιβλιοθήκη της σχολής αναζητώντας την συγκίνηση της αληθινής ζωγραφικής και τις αρχές της. Εκεί στην βιβλιοθήκη βρίσκει έναν παλιό τόμο με τίτλο « Περί των αδιάψευστων σημείων της τέχνης του Υμπέρ ντε Σορβίλ» έργο του 1827. Ο Σερά ονειρεύεται μια τέχνη που, θεμελιωμένη σε απόλυτα καθορισμένους νόμους, θα ήταν απόλυτη απέναντι στην ρευστότητα του κόσμου (Κασού). Η σχολή είναι βραχνάς απέναντι στις αναζητήσεις του γι’ αυτό την εγκαταλείπει χωρίς να σταματήσει ποτέ να ζωγραφίζει. Οι καλλιτεχνικές του σπουδές ολοκληρώθηκαν τον 1879 όταν έφυγε από την Παρισινή Σχολή Καλών Τεχνών για να υπηρετήσει στο στρατό. Μετά από ένα χρόνο επέστρεψε στο Παρίσι όπου διατηρούσε ένα στούντιο με τον φίλο του Αμάν-Ζαν ενώ νοίκιαζε και ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Σαμπρόλ. Για τα επόμενα δύο χρόνια δούλευε για να τελειοποιήσει την μονοχρωμική ζωγραφική.

Το 1883 δούλεψε όλη την χρονιά σε ένα έργο του, έναν μεγάλο καμβά με τίτλο «Οι Λουόμενοι στο Ανσιερέ» ένα μνημειώδες έργο, επηρεασμένο στα χρώματα από τους Ιμπρεσιονιστές, το έργο με απαλές, απλοποιημένες υφές και προσεκτικά περιγράμματα, με τις ανθρώπινες μορφές να μοιάζουν με αγάλματα, δείχνει τη νεοκλασική επίδραση του.

Την ίδια χρονιά στο Σαλόνι του εκθέτει κάποια σπουδαστικά έργα.  Ενώ ο Σεζάν ψηλαφούσε για να βρει τον τρόπο να συμφιλιώσει τις μεθόδους του Ιμπρεσιονισμού με την ανάγκη για τάξη, ένας πολύ νεότερος καλλιτέχνης ο Ζωρζ Σερά ξεκίνησε ν’ αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα σαν μαθηματική εξίσωση, με τον δικό του προσωπικό τρόπο. Χρησιμοποιώντας για αφετηρία τη μέθοδο ζωγραφικής του Ιμπρεσιονισμού, μελέτησε την επιστημονική θεωρία της χρωματικής δράσης και αποφάσισε να φτιάξει τις εικόνες του με μικρές, κανονικές κουκκίδες αδιάσπαστου χρώματος, όπως ένα ψηφιδωτό. Τα χρώματα, πίστευε, θα έσμιγαν μ’ αυτόν τον τρόπο στο μάτι, ή μάλλον στο νου, χωρίς να χάσουν την ένταση και τη λάμψη τους. Η ακραία όμως αυτή τεχνική, που έγινε γνωστή με τον όρο pointillisme (πουαντιγισμός= στιγματογραφία) – ο ίδιος αποκαλούσε ντιβιονισμό, τα χρώματα της φύσης αναλύονται στις συστατικές τους αποχρώσεις με μικρές πινελιές, αφήνοντας το μάτι να ανασυνθέσεις τις αποχρώσεις αυτές σε ένα ενιαίο οπτικό σύνολο – έκανε φυσικά τα έργα του μάλλον δυσανάγνωστα, αφού απέφευγε όλα τα περιγράμματα και διασπούσε κάθε φόρμα σε περιοχές από πολύχρωμες κουκκίδες. Έτσι, ο Σερά αναγκάστηκε να αντισταθμίσει την περίπλοκη τεχνική του με μια πιο ριζική απλοποίηση των σχημάτων από τον Σεζάν. Έχει σχεδόν κάτι το αιγυπτιακό η έμφαση που δίνει ο Σερά στις κάθετες και στις οριζόντιες και που τον απομάκρυνε προοδευτικά όλο και περισσότερο από την πιστή απόδοση της φυσικής παρουσίας των πραγμάτων, οδηγώντας τον προς τη διερεύνηση σχημάτων με ενδιαφέρον και εκφραστική δυνατότητα.

Το καλοκαίρι του 1884 ολοκληρώνει το έργο του «Ένα κυριακάτικο απόγευμα στο νησί LaGranteJatte», μεγέθους τριών μέτρων, το οποίο δούλευε για δύο χρόνια καθισμένος στο πάρκο και δημιουργώντας τα περιγράμματα. Σε αυτό το έργο παρουσιάζονται μέλη όλων των κοινωνικών τάξεων σε διαφορετικές σκηνές. Οι μικροσκοπικές κουκίδες των χρωμάτων επιτρέπουν στο μάτι του θεατή να συνδυάσει τα χρώματα οπτικά, αντί για να είναι τα χρώματα αναμεμιγμένα από τον ζωγράφο δημιουργώντας ένα μοναδικό οπτικό εφέ.

Ο πρόωρος θάνατος του σε μια κρίσιμα φάση για την εξέλιξη της σύγχρονης τέχνης, δεν τον άφησε να ολοκληρώσει το έργο του. Μέσα από τους πίνακες του όμως διαφαίνεται η κατεύθυνση που θα έπαιρνε η τέχνη του 20ου αιώνα. Ο Σερά μαζί με τον Πολ Σινιάκ συνέδεσε το όνομα του με το κίνημα του νέο-ιμπρεσιονισμού, μια άλλη ονομασία για τον πουαντιγισμός, οι οποίοι πρώτοι εφάρμοσαν στα έργα τους τις θεωρίες του χρώματος. Το κίνημα αυτό ήταν στενά συνδεδεμένο με τον ιμπρεσιονισμό, αλλά τα έργα των νέο-ιμπρεσιονιστών ήταν πιο αυστηρά.

Ο Σερά πέθανε στο πατρικό του σπίτι στο Παρίσι στις 29 Μαρτίου του 1891, ανήμερα του ρωμαιοκαθολικού Πάσχα σε ηλικία μόλις 31 ετών, με τα αίτια του θανάτου του να είναι αδιευκρίνιστα και έχει αποδοθεί ποικιλοτρόπως σε μια μορφή μηνιγγίτιδας, πνευμονίας, μολυσματική κηνάγχη και τη διφθερήτιδα. Ο γιος του πέθανε δύο εβδομάδες αργότερα από την ίδια ασθένεια. Το τελευταίο του έργο «Το τσίρκο» έμεινε ημιτελές κατά τον χρόνο του θανάτου του. Ο Σερά είχε ήδη προλάβει όμως να σπείρει μια νέα άνοιξη στην κουρασμένη μέχρι τότε ζωγραφική.

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου