Γιάννης Δαλιανίδης (1923-2010)

 

Ο Γιάννης Δαλιανίδης γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη στις 31 Δεκεμβρίου του 1929, παιδί του πολέμου, μεγάλωσε με θετούς γονείς. Σπούδασε στην Δραματική Σχολή του Ωδείου Θεσσαλονίκης. Μετά την αποφοίτηση του σε ηλικία 17 με 18 χρόνων διέσχισε μια σπαρασσόμενη Ευρώπη με τραίνο προκειμένου να βρεθεί στην Βιέννη όπου σπούδασε χορό στην σχολή Μούσλιγκερ. Ξεκίνησε την καλλιτεχνική του πορεία ως χορευτής και χορογράφος με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Γιάννης Νταλ». Υπήρξε επίσης, στα πρώτα του βήματα ηθοποιός στο μουσικό θέατρο ήταν φυσικό να ανακαλύψει γρήγορα την αγάπη του για τον κινηματογράφο. Το 1949 εμφανίστηκε ως ηθοποιός στην ταινία «Δύο κόσμοι». Έχοντας πλέον τα εφόδια αποφάσισε όταν ήθελε να ασχοληθεί με το γράψιμο κινηματογραφικών σεναρίων και την σκηνοθεσία. Από το 1958 άρχισε να γράφει κινηματογραφικά σενάρια. Το πρώτο του σενάριο ήταν για «Το τρελοκόριτσο». Την επόμενη κιόλας χρονιά ξεκινάει και η καριέρα του ως σκηνοθέτη με την ταινία «Η Μουσίτσα» όπου πρωταγωνιστεί η Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον έκανε αμέσως αγαπητό. Συνέχισε να γράφει αισθηματικές κομεντί και να διασκευάζει θεατρικά έργα τα οποία και σκηνοθετούσε σε διάφορες εταιρίες παραγωγής. Το 1961 ξεκινάει να συνεργάζεται με τον Φίνο και σκηνοθετεί τον «Κατήφορο» με την Ζωή Λάσκαρη να κάνει την πρώτη της εμφάνιση στον κινηματογράφο, τολμώντας να θίξει σε αυτήν καθώς και πολλές άλλες ταινίες του θέματα ταμπού της εποχής όπως η πορνεία, ο τεντιμποϊσμός, οι εκτρώσεις, οι σεξουαλικές σχέσεις των εφήβων, κ.α. κερδίζοντας έτσι τον τίτλο του «κοινωνικού σκηνοθέτη». Ο Δαλιανίδης τόλμησε να «γδύσει» τους πρωταγωνιστές του κάτι το οποίο ήταν όχι μόνο πρωτόγνωρο αλλά και απαγορευμένο για την εποχή του. Ο ίδιος είχε δηλώσει σε συνέντευξη του ότι στις σκηνές αυτές που έπρεπε ένας ηθοποιός να βγάλει τα ρούχα του ο ίδιος αισθανόταν πολύ αμήχανα. Λόγω της τεράστιας επιτυχίας που γνώρισε ο «Κατήφορος» η καριέρα του Δαλιανίδη εκτινάχθηκε και ξεκίνησε η αποκλειστική συνεργασία του με την Φίνος Φιλμς μέχρι το 1977 χρονιά όπου γυρίζεται η τελευταία ταινία της εταιρίας. Το 1962 είναι η χρονιά όπου ο Ελληνικός κινηματογράφος συστήνει στο κοινό ένα νέο κινηματογραφικό είδος, το ελληνικό μιούζικαλ. Ακολουθεί μια σειρά από μιούζικαλ ένα είδος στο οποίο διακρίθηκε και από το οποίο έγινε αναγνωρίσιμος με μουσική πάντα του Μίμη Πλέσσα κάνοντας τον ίδιο «μάστορα» του είδους. Υπήρξε από τους πιο παραγωγικούς σκηνοθέτες και σεναριογράφους με αρκετές ταινίες κάθε χρονιά. Συνολικά σκηνοθέτησε πάνω από 60 ταινίες στις περισσότερες εκ των οποίων είχε γράψει και το σενάριο. Μερικές από τις μεγάλες επιτυχίες του είναι «Χριστίνα»(1960), «Ο κατήφορος» (1961), «Νόμος 4000» (1962), «Ένας κορίτσι για δύο» (1963), «Οι κληρονόμοι» (1964), «Κορίτσια για φίλημα»(1965) κ.α. Την δεκαετία του ’70 έκανε το ντεμπούτο του και στο θέατρο με το «Μαριχουάνα στοπ» και η επιτυχία συνέχισε να τον ακολουθεί. Μετά το τέλος του εμπορικού κινηματογράφου συνέχισε να εργάζεται στην τηλεόραση. Την δεκαετία του ’70 δημιούργησε πολλές τηλεοπτικές σειρές με την πλειοψηφία τους να γίνονται μεγάλες επιτυχίες. Δεν σταμάτησε όμως να γυρίζει και ταινίες. Σε αυτή την δεκαετία ανήκουν οι «Μια τρελή τρελή σαραντάρα»(1970), «Μια Ελληνίδα στο χαρέμι»(1971), «Η Μαρία της σιωπής»(1972), «Στον αστερισμό της παρθένου» (1973) και πολλές άλλες. Στις τηλεοπτικές σειρές που γύρισε ανήκουν «Το λούνα παρκ»(1974), «Τα λιονταράκια» (1985), «Το ρετιρέ» (1990), κ.α., ενώ η τελευταία του σειρά ήταν το 2000 «Μικρές αμαρτίες». Εξακολούθησε να δουλεύει στον κινηματογράφο μέχρι το 1988 με τελευταία του ταινία την  «Ισόβια». Από το 1980 έως το 1985 οι θεατές γέμιζαν τις κινηματογραφικές αίθουσες προκειμένου να δουν τις νεανικές κοινωνικές του ταινίες με την πρώτη του 1981 «Τα τσακάλια». Από το 1986 δεν παρέλειψε να παράγει και βιντεοταινίες   όπου γνώρισαν και την μεγάλη τους άνθιση, «Φουτ μπολ»(1985), «Πάρτυ για τρεις»(1986), «Μάρθα»(1989) κ.α. Η ικανότητα του να προσαρμόζεται στις εκάστοτε συνθήκες και να βρίσκετε στην κορυφή της δημοτικότητας τον έκανε να είναι πάντα ένας επιτυχημένος του είδους του.

Υπήρξε αναμφισβήτητα από τους εμπορικότερους σκηνοθέτες του ελληνικού κινηματογράφου που δεν έπαψε ποτέ να ονειρεύεται νέες κινηματογραφικές και όχι μόνο δημιουργίες και που πάντα μαγεύονταν από την σκοτεινή αίθουσα του κινηματογράφου. Δεν επεδίωξε ποτέ μια διεθνή καριέρα λόγω της προσωπικής του συστολής και του φόβου του, ένιωθε πάντα ότι δεν ήταν αρκετά καλός για κάτι τέτοιο.

Ο Γιάννης Δαλιανίδης πέθανε σε ηλικία 87 ετών στις 16 Οκτωβρίου του 2010 μετά από νοσηλεία του στο «Ερίκκος Ντινάν» λόγω βαριών αναπνευστικών προβλημάτων και πολυοργανικής ανεπάρκειας. Μέχρι την τελευταία του στιγμή πλάι του είχε την αγαπημένη του σύζυγο Δώρα καθώς και την πολύ καλή του φίλη Μάρθα Καραγιάννη. Δεν είχε αποκτήσει ποτέ παιδιά αλλά είχε την δική του οικογένεια που ήταν η καλλιτεχνική. Κληρονόμος των πνευματικών δικαιωμάτων των ταινιών του αλλά και όλης της ακίνητης και κινητής περιουσίας του ήταν ο βαφτισιμιός του Δημήτρης Ιμποχώρης στον οποίο είχε μεγάλη αδυναμία και γι’ αυτό τον έκανε βασικό κληρονόμο του. Η κηδεία του ήταν πολιτική και όχι θρησκευτική λόγω των πεποιθήσεων του.

 

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.