Ο Γεώργιος Βιζυηνός ξεκίνησε το γράψιμο στο χώρο της ποιήσεως, γρήγορα όμως βρήκε την θέση έκφρασης του στα ελληνικά γράμματα μέσω των διηγημάτων και στην περίπτωση του των αυτοβιογραφικών διηγημάτων, που μαρτυρούν τα άσχημα βιώματα του συγγραφέα. Τα έργα του, όπως «Το αμάρτημα της μητρός μου», «Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου», «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» τον κατέταξαν ως έναν από τους σπουδαιότερους συγγραφείς της ελληνικής λογοτεχνίας και τον έκαναν να μιλήσει στις καρδιές των αναγνωστών του. Παιδί ακόμη τον έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη να μάθει ραπτική. Οι συγκυρίες, όμως και η έφεση του στην γνώση τον οδήγησαν στην Γερμανία για να σπουδάσει φιλοσοφία. Η εγκατάσταση του στην Αθήνα αργότερα υπήρξε πρόβλημα για τους κύκλους των διανοούμενων της εποχής. Το 1876 ο Βιζυηνός έγραφε από τη Γερμανία στον Ηλία Τανταλίδη: «Μη με μαλώσετε αν εμβαίνω με λερωμένα τσαρούχια εις το καθάριο σας κατώγι. Είμαι χωριατοπαίδι, καθώς γνωρίζετε, και έχω διανύσει μακρόν, πολύ μακρόν και λασπωμένον δρόμον…».

24400_papadiamantis

Το 1884 αποτελεί σταθμό στην ζωή του καθώς πεθαίνει ο Γεώργιος Ζαρίφης ο οποίος τον ενίσχυε οικονομικά και ο Βιζυηνός αρχίζει να αντιμετωπίζει προβλήματα. Ασχολήθηκε με μια αποτυχημένη μεταλλευτική επιχείρηση στο Σαμοκόβι, ενώ εργάστηκε ως δάσκαλος σε σχολείο και από το 1890 ως καθηγητής ρυθμικής και δραματολογίας στο Ωδείο Αθηνών. Εκεί γνώρισε τη 14χρονη μαθήτριά του Μπετίνα Φραβασίλη, την οποία ερωτεύτηκε σφόδρα και ήθελε συνέχεια να της γράφει ποιήματα. Το 1892 προσβάλλεται από φρενική νόσο και καταλήγει έγκλειστος στις 14 Απριλίου 1892 στο Δρομοκαίτιο Ψυχιατρείο , όπου βυθίζεται στις ουτοπικές του εμμονές και στο παραληρηματικό του πάθος για την Μπετίνα, η οποία πεθαίνει αναπάντεχα λίγες μέρες μετά τον θάνατο του Βιζυηνού το 1896.

Τον έθαψαν οι φίλοι του σε τάφο που παραχώρησε ο Δήμος Αθηναίων κοντά σε ένα μαντρότοιχο του νεκροταφείου και ο Παλαμάς διάλεξε έναν δικό του στίχο που του χάραξαν: «Κι αντηχούνε στη μαύρη σιγή, τα πικρά, τα πικρά μου τραγούδια».

assets_LARGE_t_420_41053536

Ο Γεώργιος Δροσίνης αναφέρει στα «Άπαντα» ότι ήταν «τρελός ησυχώτατος» και γι΄ αυτό τον άφηναν να περιφέρεται ελεύθερα με έναν φύλακα γύρω στα πεύκα. Ο ίδιος μάλιστα νόμιζε πια ότι εκείνος επιτηρούσε τον φύλακα.

Μέχρι το τέλος της ζωής του ο Βιζυηνός συνέχιζε να γράφει με το ίδιο πάθος, την ίδια ορμή και το ίδιο ταλέντο. Τα έργα του δεν σταμάτησαν να διαβάζονται ποτέ και να προσφέρουν διδάγματα με κάθε ανάγνωση.

Υπεύθηνη εκδοτικού οίκου Σκέψις ΕΟΕ

Τάνια Αλεξίου

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.