10

ΣΤΑ ΤΡΕΝΑ

«Θέλω να πάω στα τρένα…», έλεγε και ξανάλεγε.

Πάντα του άρεσαν τα τρένα…Οι σιδηροδρομικές γραμμές του έδιναν την αίσθηση ενός ατελείωτου ταξιδιού…

«Όταν ταξιδεύεις με το τρένο, είναι σαν να ταξιδεύεις στο όνειρο», συνήθιζε να λέει.

Τον ξεκούραζε να τα κοιτάζει καθώς περνούσαν, πλάθοντας ιστορίες  στο μυαλό του για φανταστικά μέρη που περίμεναν τους επιβάτες στο τέλος κάθε σταθμού.  Ήταν το μόνο μέσο που χρησιμοποιούσε όταν ταξίδευε. Καθώς τα τοπία εναλλάσσονταν με γρήγορες ταχύτητες, ένιωθε ότι αντίκρυζε κάθε φορά κι ένα διαφορετικό κόσμο…. Όταν η ομίχλη σκέπαζε τα πάντα, το θέαμα γι αυτόν ήταν μυστηριώδες και συναρπαστικό. Οι σιδηροδρομικές γραμμές αιωρούνταν στο κενό και γύρω τους απλωνόταν το χάος…

εικόνα 155

Αν και βρίσκονταν στη μέση του καλοκαιριού, η μέρα ήταν συννεφιασμένη κι ο αέρας ανεξήγητα ψυχρός. Ήξερε ότι αυτή η υγρασία δεν του έκανε καθόλου καλό στην ηλικία που ήταν. Παρόλα αυτά, δεν τον πείραζε να βρέξει. Άλλωστε όταν ήταν μικρός του άρεσε να τρέχει μέσα στη βροχή, ή να κάθεται με τις ώρες μπροστά στο παράθυρο και να χαζεύει τις χοντρές σταγόνες που σκορπίζονταν στο έδαφος σαν μικρά, αστραφτερά διαμάντια. Πάντα πίστευε ότι όταν έβρεχε έκλαιγε ο ουρανός κι όσο πιο δυνατή ήταν η μπόρα, τόσο πιο δυνατό ήταν και το ξέσπασμά του. Και για ένα περίεργο λόγο, ένιωθε σαν να ξεσπούσε και να ηρεμούσε κι ο ίδιος.

εικόνα 192

Προχώρησε για λίγο με αργά βήματα και βρέθηκε στο νεκροταφείο των τρένων. Αν και η απόσταση ήταν πολύ μεγάλη, βρέθηκε εκεί μέσα σε λίγα λεπτά. Ήταν όμως πολύ κουρασμένος για να σπαταλήσει χρόνο και να αναλύσει πώς συνέβη αυτό. Διάβηκε την τεράστια σιδερένια πόρτα και στάθηκε για μερικές στιγμές κοιτώντας γύρω του. Μέσα σε μια τεράστια έκταση, έστεκαν  εγκαταλελειμμένα  χιλιάδες βαγόνια και ντιζελάμαξες, σαν ακίνητα φαντάσματα. Τα μέταλλα ήταν σκουριασμένα, οι πόρτες κρέμονταν μισάνοιχτες, το εσωτερικό των βαγονιών ήταν παρατημένο και τα γκράφιτι έδιναν χρώμα στη σκουριά, κάνοντας τα να μοιάζουν αλλόκοτα. Τα αγριολούλουδα είχαν πνίξει τα παλιά σιδερικά, δυσκολεύοντας κάποιον να τα πλησιάσει. Έμοιαζαν με φύλακες, που κρατούσαν σιωπηλά τους πεζούς μακριά τους. Οι σιδηροδρομικές γραμμές, έδιναν την εντύπωση ότι εκτείνονταν προς το άπειρο.

εικόνα 125

Αν και δεν του το επέτρεπαν οι δυνάμεις του, συνέχισε να προχωράει, μέχρι που βρέθηκε στο σιδηροδρομικό σταθμό, που αντίθετα με το νεκροταφείο τρένων, έσφυζε από κίνηση και ζωή. Ήταν ακριβώς όπως τον θυμόταν. Τα άδεια τρένα περίμεναν καρτερικά να γεμίσουν επιβάτες, για να αποκτήσουν ζωή και να ξεκινήσουν τα ταξίδια τους. Ο σταθμάρχης έλεγχε τα δρομολόγια και οι εργάτες πηγαινοέρχονταν τοποθετώντας τα φορτία στα κατάλληλα βαγόνια. Προχώρησε με αργά βήματα κατά μήκος των γραμμών. Τα κόκκινα φώτα από τους σηματοδότες έλαμπαν στο βάθος, ενώ μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα του ο σιδηρόδρομος άγγιζε τον ορίζοντα, και χανόταν στο άγνωστο, σε ένα πολύ μικρό στρώμα ομίχλης.

εικόνα 144

Κάθησε σε ένα παγκάκι, ακούμπησε δίπλα του το μπαστούνι και κοίταξε νοσταλγικά γύρω του. Εκείνη την ώρα ακούστηκε ο συναγερμός που ειδοποιεί τους περαστικούς και τα αυτοκίνητα να σταματήσουν. Οι προστατευτικές μπάρες κατέβηκαν, ένα τρένο πέρασε σε λίγα λεπτά από μπροστά του και χάθηκε στον ορίζοντα αφήνοντας του την αμφιβολία αν ήταν αληθινό, ή αν ήταν απλά ένας απόηχος, ένα φάντασμα του παρελθόντος….του δικού του παρελθόντος. Ίσως ήταν ιδέα του, αλλά νόμισε πως είδε γνώριμα πρόσωπα στα παράθυρα να του χαμογελούν. Χαμογέλασε κι εκείνος. Πόσο θα ήθελε να ήταν κι αυτός μέσα και να έφευγε μακριά…να δραπέτευε…

εικόνα 026

Το ελαφρό αεράκι χάιδεψε τα λιγοστά του μαλλιά και τον πλημμύρισε μια γλυκιά ξεγνοιασιά, σαν αυτή που νιώθουμε πολλές φορές όταν είμαστε παιδιά και κάνουμε τα πιο αθώα και ταυτόχρονα πιο αληθινά όνειρα. Τότε που η ζωή μας ήταν απλή και δεν χρειαζόμασταν πολλά για να χαμογελάσουμε: μας αρκούσε η έκπληξη που θα ανακαλύπταμε μέσα στο σοκολατένιο αυγό και το φλουρί που θα μας τύχαινε όταν κοβόταν η βασιλόπιτα.

Ξαφνικά άρχισαν να περνούν από το μυαλό του εικόνες από τα πρώτα χρόνια της ζωής του μέχρι σήμερα. Λάτρευε τις ταινίες που διαδραματίζονταν σε τρένα…του έδιναν την εντύπωση ότι μπορούσε να αφήσει πίσω του την πραγματικότητα, και να δραπετεύσει σε ένα κόσμο μαγικό. Το πρώτο δώρο που θυμόταν να παίρνει σαν παιδί, ήταν ένα ηλεκτροκίνητο τρενάκι. Το παρακολουθούσε με τις ώρες να κάνει κύκλους πάνω στις γραμμές του και να περνάει μέσα από τούνελ. Γεννημένος από φτωχούς γονείς, το ηλεκτροκίνητο τρενάκι, δεν ήταν απλώς το πρώτο, αλλά το μοναδικό δώρο που πήρε στη ζωή του. Το εισόδημά τους ήταν ελάχιστο κι έτσι παράλληλα με το σχολείο, έπρεπε να δουλέψει κι εκείνος για να βοηθήσει. Έπιασε λοιπόν δουλειά στα τρένα. Στην αρχή ξεκίνησε σαν το παιδί για όλες τις δουλειές, βοηθώντας τους επιβάτες με τις αποσκευές τους, κάνοντας θελήματα για τους σταθμάρχες και τους οδηγούς των τρένων. Στον ελεύθερο χρόνο του, ο οποίος ήταν ελάχιστος, αντί να παίζει με τα παιδιά της γειτονιάς του, έμενε στο σταθμό, χάζευε τα τρένα που περνούσαν και ονειρευόταν ότι ταξιδεύει κι εκείνος μαζί τους για να ζήσει το δικό του παραμύθι. Κι όταν δεν τον έβλεπε κανείς, σκαρφάλωνε στην κορυφή των βαγονιών κι αγνάντευε την απεραντοσύνη του κόσμου που απλωνόταν κάτω από τα πόδια του. Ονειρευόταν ότι το τρένο ταξίδευε κι ο αέρας φυσούσε με δύναμη πάνω στο πρόσωπο του. Αισθανόταν μια γλυκιά, απέραντη ευτυχία, μια ελευθερία που δεν θα μπορούσε να βρει πουθενά αλλού. Κάθε φορά που ο καιρός προμήνυε βροχή, τα μαύρα σύννεφα πλησίαζαν απειλητικά, δίνοντας μια απόκοσμη και ταυτόχρονα τρομακτική απόχρωση στο σκηνικό. Κι εκείνος έμενε εκεί, κοιτάζοντας με θαυμασμό τους κεραυνούς να σκίζουν στα δύο τον ορίζοντα μέχρι να τον δει κάποιος και να τον κατεβάσει με το ζόρι, γιατί κινδύνευε να πάθει ηλεκτροπληξία.

εικόνα 019

Καθώς περνούσαν τα χρόνια και σκούριαζαν τα τρένα και πάλιωναν τα βαγόνια κι έρχονταν στη θέση τους καινούρια και πιο λαμπερά, έτσι μεγάλωνε κι αυτός μαζί τους. Αναβαθμίστηκε. Από παιδί για όλες τις δουλειές έγινε σταθμάρχης. Παρακολουθούσε τα τρένα να φεύγουν το ένα μετά το άλλο και να περνούν μπροστά από τα μάτια του όπως περνούσε κι όλη του η ζωή. Κι εκείνος, την κοιτούσε ήρεμα από τη γωνιά του σταθμαρχείου του σαν απλός παρατηρητής. Κατάφερε να κάνει μερικά ταξίδια με τρένα. Κοντινά βέβαια. Άλλωστε, όπως είπαμε, ήταν το μόνο μέσο που χρησιμοποιούσε όταν ταξίδευε και λόγω της οικονομικής του κατάστασης αλλά και λόγω της παραμυθένιας διάστασης που είχαν αποκτήσει στο μυαλό του. Μέχρι που έγινε κι εκείνος ένα γέρικο τρένο, σαν εκείνα τα παλιά βαγόνια που τα στέλνουν γι απόσυρση γιατί κανείς δεν χρειάζεται πλέον τις υπηρεσίες τους.

Σηκώθηκε και προχώρησε κουτσαίνοντας ελαφρά προς το αμαξοστάσιο. Αν και απαγορευόταν κανείς δεν φάνηκε να του δίνει σημασία. Ο χώρος ήταν άδειος, εκτός από ένα πολύ παλιό τρένο, που βρισκόταν σταματημένο μπροστά στην είσοδο. Τα φώτα που έπεφταν πάνω του, του έδιναν μια πρασινωπή απόχρωση κάνοντας το να φαντάζει απόκοσμο, λες κι έβγαινε από παραμύθι, κι ετοιμαζόταν να ταξιδέψει πάλι μέσα σ’ αυτό. Το κοίταξε για μερικές στιγμές και περιεργάστηκε τις χαρακιές στα μισοσπασμένα παράθυρα και τη σκουριά που έτρωγε σιγά σιγά τη λαμαρίνα. Κάνοντας ένα κύκλο γύρω του περπατώντας με δυσκολία μέσα στα χώματα και τις πέτρες που υπήρχαν στο έδαφος, βρέθηκε μπροστά στη μισάνοιχτη πόρτα ενός βαγονιού. Στάθηκε σκεφτικός, προσπαθώντας να αποφασίσει αν έπρεπε να μείνει ή να φύγει.

εικόνα 011

Το παλιό τρένο σφύριξε ξαφνικά και οι μηχανές του άναψαν. Οπισθοχώρησε ξαφνιασμένος, γιατί δεν φαινόταν σε κατάσταση να ταξιδέψει, αλλά να διαλυθεί. Για ένα περίεργο λόγο όμως, ένιωσε τις αισθήσεις του να παραλύουν. Ο ήχος της μηχανής που ετοιμαζόταν να φύγει, ασκούσε πάνω του μια περίεργη έλξη. Δεν μπόρεσε να αντισταθεί. Πήρε μια βαθιά ανάσα, και ανέβηκε με κόπο.

Το πρώτο βαγόνι, έμοιαζε με δωμάτιο εγκαταλελειμμένου κτιρίου. Το φως που έμπαινε από τα σπασμένα παράθυρα, δημιουργούσε απόκοσμες σκιές στους τοίχους και στο έδαφος. Παντού γύρω του υπήρχαν σκουπίδια, σπασμένα γυαλιά, ξύλα, αναποδογυρισμένες καρέκλες, κομμάτια από κεραμίδια και κατεστραμμένα παιδικά παιχνίδια. Σε κάθε βήμα που έκανε, ένιωθε το πάτωμα να τραντάζεται επικίνδυνα, λες κι ήταν έτοιμο να σκιστεί στα δύο, κι εκείνος να πέσει και να βυθιστεί στην άβυσσο. Σε μια γωνιά, βρισκόταν ένα σκονισμένο τραπεζάκι, που έγερνε ελαφρά. Το πλησίασε και πήρε στα χέρια του ένα μικρό βιβλιαράκι που ήταν ακουμπισμένο πάνω του. Τίναξε την σκόνη με τα χέρια του κι άρχισε να το ξεφυλλίζει. Παρατήρησε ότι σε κάθε σελίδα, ήταν ζωγραφισμένο ένα τρένο. Όσο γυρνούσε τις σελίδες, το τρένο έμοιαζε να προχωράει, κι ενώ στην αρχή κινούνταν στο έδαφος, στη συνέχεια πέταξε στον ουρανό. Έμοιαζε με τα παλιά καρτούν. Το ξεφύλλισε αρκετές φορές χαμογελώντας. Σύντομα όμως το χαμόγελο έδωσε τη θέση του στη μελαγχολία καθώς αυτό ήταν ένα παιδικό του όνειρο που δεν θα γινόταν ποτέ πραγματικότητα. Προχωρώντας πιο μέσα, σκόνταψε ελαφρά σε μια παλιά κουβέρτα καλυμμένη με μούχλα. Κι όμως η κουβέρτα αυτή του είχε προσφέρει μεγάλη ζεστασιά τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Παραπέρα βρισκόταν μια πολύ παλιά ξυλόσομπα, ένα ακόμα μέσο που χρησιμοποιούσε για να μην παγώσει από το κρύο, όχι όμως με μεγάλη επιτυχία, αφού δεν έβρισκε εύκολα ξύλα, κι όταν έβρισκε, ήταν συνήθως βρεγμένα. Κατευθύνθηκε προς το βάθος του βαγονιού. Όσο περισσότερο απομακρυνόταν από όλα αυτά, τόσο ένιωθε ότι ανήκαν πλέον στο παρελθόν… Συνέχισε με κόπο, αφήνοντας όλο αυτό το χάος πίσω του.

εικόνα 001

Προχώρησε για λίγα λεπτά, μέχρι που ο διάδρομος έγινε στενός και βρέθηκε μπροστά σε μια κλειστή πόρτα. Την έσπρωξε χωρίς δεύτερη σκέψη κι εκείνη άνοιξε αμέσως. Στάθηκε για λίγο στο άνοιγμα και κοίταξε γύρω του. Αν και το φως εξακολουθούσε να είναι λιγοστό, μπορούσε να διακρίνει καθαρά τις λεπτομέρειες του χώρου. Μπροστά του υπήρχε ένα τελείως άδειο δωμάτιο, εκτός από ένα σκαμνάκι που βρισκόταν στη μέση. Μόλις όμως πέρασε το κατώφλι, η πόρτα έκλεισε πίσω του με έναν εκκωφαντικό θόρυβο, ενώ ταυτόχρονα, άναψε ένας προβολέας που φώτισε το κέντρο του χώρου. Αμέσως, εμφανίστηκε ένα μικρό ηλεκτροκίνητο τρενάκι που κινούνταν πάνω σε σιδηροδρομικές γραμμές οι οποίες απλώνονταν γύρω γύρω σε όλο το δωμάτιο. Το αναγνώρισε αμέσως. Ήταν το δικό του ηλεκτροκίνητο τρενάκι που είχε χαλάσει εδώ και χρόνια. Ξαφνικά αποκτούσε και πάλι ζωή μπροστά στα μάτια του. Πέρασε πάνω από τις γραμμές και κάθησε στο σκαμνάκι παρατηρώντας τη διαδρομή του νοσταλγικά. Εκείνο σφύριζε, έκανε κύκλους γύρω του, και περνούσε μέσα από τούνελ που είχαν εμφανιστεί από το πουθενά πάνω στις γραμμές. Ύστερα από λίγο, άρχισε να βγαίνει καπνός από την καμινάδα που υπήρχε στην οροφή του. Έμοιαζε πλέον σαν ένα αληθινό τρένο σε μικρογραφία. Καθώς περνούσε από δίπλα του, έσκυψε και πλησίασε το πρόσωπό του στα παράθυρα. Διαπίστωσε ότι ήταν ελαφρώς φωτισμένα κι είχαν τραβηγμένες κουρτίνες, πίσω από τις οποίες αχνοφαίνονταν μαύρες φιγούρες, ακίνητες. Αυτό τον παραξένεψε λίγο, γιατί το δικό του τρενάκι, δεν είχε επιβάτες. Εκείνο έκανε δύο ακόμα περιστροφές γύρω του και στη συνέχεια οι σιδηροδρομικές γραμμές έσπασαν τον κύκλο που είχαν σχηματίσει  Έγιναν πλέον μια ευθεία γραμμή, που οδηγούσε έξω από το δωμάτιο. Έτσι ακολούθησε αυτή την πορεία και χάθηκε από τα μάτια του, αφήνοντας πίσω του έναν ψίθυρο σφυρίγματος. Οι σιδηροδρομικές γραμμές εξαφανίστηκαν κι αυτές, κι επικράτησε και πάλι απόλυτη ησυχία. Σηκώθηκε με κόπο και προχώρησε κι εκείνος προς την πόρτα, ενώ έβλεπε με την άκρη του ματιού του το φως του προβολέα να ξεθωριάζει πίσω του, μέχρι που έσβησε τελείως. Απόλυτο σκοτάδι τύλιξε το χώρο γύρω του. Ποτέ δεν φοβόταν το σκοτάδι, ούτε όταν ήταν μικρός. Αντιθέτως, ένιωθε μια περίεργη οικειότητα τη νύχτα. Το μόνο που φοβόταν τώρα, ήταν να μην σκοντάψει κάπου, γιατί μια τέτοια πτώση στη ηλικία και την κατάστασή του, θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Περπάτησε στα τυφλά για μερικά ακόμη λεπτά ευγνωμονώντας το μπαστούνι του, που δεν τον είχε απογοητεύσει ποτέ μέχρι τώρα, ώσπου στο τέλος του διαδρόμου, άρχισε να φαίνεται ένα λευκό αχνό φως. Τάχυνε το βήμα του όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του. Καθώς πλησίαζε, το φως γινόταν εντονότερο. Νόμιζε πως είχε παραισθήσεις, αλλά στα αυτιά του άρχισε να φτάνει ξαφνικά ήχος από φωνές, χαρούμενες παιδικές φωνές, που γίνονταν ολοένα και δυνατότερες. Βλαστημώντας από μέσα του που δεν μπορούσε να κινηθεί γρηγορότερα, έφτασε τελικά στο φωτεινό άνοιγμα με την καρδιά του να χτυπάει δυνατά…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Τέλος πρώτου μέρους

Editing: Θωμάς Οργαντζής

Φωτογραφίες: Ερωδίτη Παπαποστόλου

Κείμενο: Ερωδίτη Παπαποστόλου

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.