Ιωάννης Τσιμισκής (925μ.Χ.-976μ.Χ.)

 

 

Ο Ιωάννης Τσιμισκής ή Τζιμισκής ή απλά βασιλιάς Ιωάννης υπήρξε στρατηγός και αυτοκράτορας του Βυζαντίου από τις 11 Δεκεμβρίου 969 μ.Χ. έως τις 10 Ιανουαρίου 976μ.Χ. και συνέδεσε το όνομα του με την παράνομη σχέση του με την Θεοφανώ, θεία εξ αγχιστείας και σύζυγος του θείου του Νικηφόρου Φωκά. Επίσης, χαρακτηρίστηκε και ως ένας από τους πιο άξιου και ικανούς ηγέτες και αυτοκράτορες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με πλούσια ψυχικά χαρίσματα.

«Ο βασιλιάς Ιωάννης, Τσιμισκής ή Τζιμισκής, ανήκε σε μία από τις πιο μεγάλες αρμενικές οικογένειες, οι οποίες ταύτισαν την τύχη τους με εκείνη του χριστιανικού κράτους της Ανατολής, δηλαδή του Βυζαντίου, έγιναν επιφανείς από τον 8ο μέχρι τον 12ο αιώνα μ.Χ. και αποτέλεσαν τα κυριότερα μέλη της λαμπρής στρατιωτικής αριστοκρατίας με την οποία το κράτος συντηρήθηκε και δοξάστηκε. Ο πρώτος που αναφέρετε στην ιστορία από την οικογένεια και μπορεί να θεωρηθεί ο αρχηγέτης της είναι ο πατρίκιος Ρωμανός Κουρκούας….Από αυτόν τον Ρωμανό γεννήθηκαν δύο γιοι, ο Ιωάννης και ο Θεόφιλος, από τους οποίους η οικογένεια διαιρέθηκε σε δύο κλάδους, σχεδόν εξίσου επιφανείς. Από τον δεύτερο κλάδο του οποίου αρχηγέτης υπήρξε ο αδελφός του πρώτου Ιωάννη Κουρκούα, Θεόφιλος ο οποίος, ήταν στρατηγός της Μεσοποταμίας. Ο γιος του είναι μόνο γνωστό ότι παντρεύτηκε την αδελφή του Νικηφόρου Φωκά και από αυτήν γεννήθηκε ο δικός μας Ιωάννης Τζιμισκής, για την επωνυμία του οποίου ο Λέοντας ο Διάκονος αναφέρει: “ Αυτό το επώνυμο στην διάλεκτο των Αρμενίων είναι χαιρετισμός, αλλά στην Ελλάδα μεταφρασμένο δηλώνει Μουζακίτζη και, επειδή ήταν πολύ κοντός πήρε αυτό το όνομα”. Από εδώ ο Δουκάγγιος θεωρεί τη λέξη Μουζακίτζης ως παραφθορά του Μειρακίτζης. Η πολύ νεότερη ερμηνεία του επώνυμου Τζιμισκής, σύμφωνα με τους δεινούς γνώστες των αρμενιακών, είναι διαφορετική. Tshemischgaizag, το οποίο σημαίνει, λένε, σανδάλι λαμπρό ή κόκκινο, που φορούσαν οι γυναίκες της Ανατολής και ταυτόχρονα είναι το όνομα κάποιας πόλης της Μεγάλης Αρμενίας που παλιά λεγόταν Ιεράπολη και από την οποία καταγόταν ο Ιωάννης Τζιμισκής.

Γνωρίζουμε ότι ο βασιλιάς Ιωάννης, αν και κοντός, ήταν ωραίος και αθλητικός. Η γενναιοδωρία του ήταν τέτοια, ώστε κανείς από τους ανθρώπους που ζητούσαν τη βοήθεια του δεν έφευγε χωρίς ελπίδα. Και αν, προσθέτει ο Λέοντας ο Διάκονος, ο παρακοιμώμενος Βασίλειος δεν περιόριζε τη διαρκή ροπή του προς την ευεργεσία, ήταν ικανός να μοιράσει σε όσους είχαν ανάγκη τους θησαυρούς του. Τουλάχιστον είναι βέβαιο ότι, όταν βασίλευε, έσπευσε να απαλλαγεί από την υπέρογκη περιουσία που διέθετε, μέρος της οποίας κληρονόμησε από τους προγόνους του, ενώ άλλο μέρος της το απέκτησε με προσωπικά πολεμικά τρόπαια. Παραχώρησε τμήμα της σε γείτονες γεωργούς, ενώ δώρισε ένα άλλο για την συντήρηση ασθενών κάποιου μεγάλου νοσοκομείου. Δεν έμεινε σε αυτό, αλλά επιπλέον σε αυτούς και σε κάθε άρρωστο γενικά, έδειχνε πάντα πολύ συμπάθεια, χωρίς να νιώθει αποτροπιασμό για όσους έπασχαν από τις φρικτότερες ασθένειες και τους παρηγορούσε και τους πλησίαζε, αυτός που ήταν υπερβολικά καλαίσθητος, αβρός και επιδιδόταν στα ποτά, στους έρωτες και σε κάθε σωματική ηδονή. Ως στρατηγός απέκτησε σπουδαίο όνομα για τα πολεμικά του κατορθώματα χωρίς να χάνει την ωραιότητα και την γενναιότητα του. Παρέμενε πάντα ευχάριστος, γλυκός κάτι που συνοψιζόταν και στα εξωτερικά χαρακτηριστικά του ως ένας μικρόσωμος αλλά με δύναμη γίγαντα, ξανθός με λευκή επιδερμίδα άνδρα, με απίστευτη αντοχή και επιδεξιότητα στην σωματική άσκηση. Ο βασιλιάς Ιωάννης είχε όλα τα προτερήματα και τα ελαττώματα των γενναίων φύσεων. Δύσκολα εξηγείται πως αυτός που σε όλη του τη ζωή είχε τέτοια ποιότητα, φάνηκε τόσο διαφορετικός κατά την εκτέλεση του κακουργήματος με το οποίο σφετερίστηκε την εξουσία: Δεν σκότωσε απλά τον Νικηφόρο με φρικτά βασανιστήρια, δεν περιύβρισε το νεκρό του αλλά έφθασε ακόμη να ψευδολογήσει ενώπιον της Εκκλησίας, για να μην αποκρουστεί από αυτή.»

Τελικά χρήστηκε αυτοκράτορας κατόπιν συνωμοσίας και δολοφονίας του θείου του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά ένα ύπουλο σχέδιο που οργάνωσε η σύζυγος του θείου του και κατά πολύ μικρότερη του αυγούστα Θεοφανώ.

 

Η δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά

Ας δούμε όμως τι ακριβώς έγινε εκείνη την νύχτα της δολοφονίας.

Είχε προαποφασισμένο ότι ο Ιωάννης είναι αυτός που θα μπορέσει να πραγματοποιήσει το σχέδιο της Θεοφανούς. Και να πως έγινε τελικά η δολοφονίας: το βράδυ εκείνο ο βασιλιάς Νικηφόρος, ενώ παρακολουθούσε τις συνηθισμένες υμνωδίες, ένας από τους κληρικούς της αυλής του παρέδωσε σημείωμα που προανήγγειλε τον όλεθρο εκείνης της νύχτας και τον προέτρεπε να βεβαιωθεί γι’ αυτό διατάσσοντας έρευνα στο γυναικωνίτη. Λέγεται επίσης, ότι ο Νικηφόρος διέταξε αμέσως τον επιβλέποντα τον κοιτώνα Μιχαήλ να κάνει έλεγχο, αλλά αυτός είτε από σεβασμό προς την αυγούστα είτε για άλλο λόγο, δεν έλεγξε το δωμάτιο όπου κρύβονταν οι δολοφόνοι. Όταν έπεσε η νύχτα, η βασίλισσα μπήκε στο διαμέρισμα του αυτοκράτορα, ως συνήθως, και αφού του μίλησε για τις δύο νύφες, οι οποίες είχαν έρθει από την Βουλγαρία πριν λίγο, πρόσθεσε ότι φεύγει, για να φροντίσει για την περιποίηση τους, και ας μείνει ανοιχτή η πόρτα του κοιτώνα την οποία θα έκλεινε εκείνη όταν επέστρεφε. Αφού είπε αυτά, βγήκε. Εκείνος αφού προσευχήθηκε για αρκετή ώρα και ασχολήθηκε με τη μελέτη των θείων γραφών, αισθάνθηκε να καταβάλλεται από τον ύπνο και ξάπλωσε καταγής πάνω στο δέρμα της λεοπάρδαλης. Στο μεταξύ οι κρυμμένοι στο δωμάτιο της αυγούστας δολοφόνοι βγήκαν με τα ξίφη τους, ανέβηκαν στα υπαίθρια των υπερώων και κατασκόπευαν την αναμενόμενη άφιξη του Ιωάννη ο οποίος επέλεξε να μπει στο δωμάτιο της βασίλισσας από το λιμάνι του επιθαλάσσιου τείχους. Το ρολόι σήμανε ήδη πέντε νυχτερινή ώρα, δηλαδή 11η περίπου σημερινή, φυσούσε δυνατός βοριάς και έπεφτε πολύ χιόνι. Η νύχτα ήταν από εκείνες τις απαίσιες που είναι προορισμένες να καλύπτουν τα φοβερότερα κακουργήματα. Ο ατρόμητος Ιωάννης παρέπλευσε το γιαλό, αποβιβάστηκε, και, όπως είχε συμφωνηθεί, σφύριξε, για να αναγγείλει την άφιξη του στους συντρόφους του που περίμεναν στα υπαίθρια υπερώα. Έριξαν τότε από πάνω κοφίνι με ασφαλή σχοινιά και σύρθηκαν μέσα σε αυτό οι συνωμότες και ο ίδιος ο Ιωάννης. Όταν ανέβηκαν χωρίς να τους αντιληφθεί κανένας, όρμισαν πλέον όλοι μέσα στο βασιλικό θάλαμο. Πάγωσαν από το φόβο τους επειδή δεν βρήκαν το βασιλιά στο κρεβάτι του και ετοιμάζονταν να πέσουν στη θάλασσα, όταν κάποιος μικρός ευνούχος από τον γυναικωνίτη που προηγείτο τους τον έδειξε να κοιμάται καταγής. Τον περικύκλωσαν και άρχισαν να τον κλοτσούν. Όταν ξύπνησε και στήριξε το κεφάλι στον αγκώνα, ο Λέοντας, ο επονομαζόμενος Βαλάντης, πρώτος τον πλήγωσε με το ξίφος και μετά τον έφεραν αιμόφυρτο μπροστά στον Ιωάννη, ο οποίος του είπε πολλές ύβρεις και απειλές και χωρίς οίκτο του μαδούσε τα γένια, ενώ οι συνωμότες του έσπασαν τα σαγόνια με τις λαβές των ξίφων τους. Αυτός όσο μπορούσε  να μιλήσει δεν έλεγε τίποτα άλλο παρά “Παναγία βοήθησε”, μέχρι που, αφού του κατάφεραν πολλά χτυπήματα, ένα από τον Ιωάννη και τα άλλα από τους υπόλοιπους, κάποιος με το όνομα Θεόδωρος κατατρύπησε το στέρνο του προκαλώντας καίριο τραύμα.

Αυτή είναι η ιστορία της δολοφονίας του Νικηφόρου Φωκά. Φαντάζει σε όλους μας σαν παραμύθι αλλά στην πραγματικότητα η ιστορία του Βυζαντίου που μετράει χίλια ολόκληρα χρόνια είναι γεμάτη από τέτοια αλλά και άλλα παρόμοια γεγονότα, γι’ αυτό αλλά και για άλλους λόγους χαρακτηρίζονται σκοτεινά.

 

Η ενθρόνιση του βασιλιά Ιωάννη

Ο Ιωάννης τα μεσάνυχτα που έγινε το φοβερό αυτό κακούργημα πήγε στην αίθουσα των ανακτόρων, την χρυσοτρίκλινο, φόρεσε τα κόκκινα πέδιλα και αφού κάθισε στο βασιλικό θρόνο, φρόντισε χωρίς καμία αναβολή για τις δημόσιες υποθέσεις και κυρίως για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης.

Όταν άρχισε να ξημερώνει η 11η Δεκεμβρίου, έστειλε πλήθος διαλεκτών ανδρών οι οποίοι περπατούσαν στους δρόμους και αναγόρευαν αυτοκράτορα τον Ιωάννη και τα παιδιά του Ρωμανού.

Ο Ιωάννης επωφελούμενος από την αδράνεια αυτή έπαυσε αμέσως όλους τους ανώτερους άρχοντες της πολιτείας καθώς και των επαρχιών και τους αντικατέστησε με δικούς του ανθρώπους. Τις αλλαγές αυτές τις ολοκλήρωσε σε διάστημα επτά ημερών και επικύρωσε τελικά την εξουσία του με τις ευχές της Εκκλησίας. Προσήλθε στο ναό της Αγίας Σοφίας, για να στεφθεί από τον πατριάρχη. Ο γέρος Πολύευκτος δεν του επέτρεψε να εισέλθει στο ιερό, πριν εκπληρώσει τρεις όρους: α) να αποπέμψει από τα ανάκτορα την Θεοφανώ, β) να υποδείξει τον αυτουργό της δολοφονίας του Νικηφόρου και γ) να αποδώσει στη Σύνοδο το διάταγμα με το οποίο ο Νικηφόρος υπέβαλε στη δική του κρίση και απόφαση τα εκκλησιαστικά πράγματα. Ο βασιλιάς Ιωάννης δεν δίστασε να ενδώσει σε όλες αυτές τις απαιτήσει. Όταν όλα αυτά έγιναν, στέφθηκε από τον πατριάρχη την ημέρα των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου. Αναιρώντας όλες τις αρχές της εσωτερικής διοίκησης του Νικηφόρου, αύξησε τις δωρεές, όσες απονέμονταν στη Σύγκλητο και στους άλλους άρχοντες της πολιτείας, παραχώρησε ατέλεια φόρου στο θέμα των Αρμενίων, από όπου καταγόταν και γενικώς δεν έδειξε καμία φειδώ στη διαχείριση των δημοσίων χρημάτων.

Ο βασιλιάς Ιωάννης αφού κατάφερε να βγάλει από την μέση όλους τους εσωτερικούς εχθρούς του στράφηκε στους εξωτερικούς, από τους οποίους οι πλέον επικίνδυνοι που έπρεπε να αντιμετωπίσει άμεσα ήταν δύο: οι μωαμεθανοί της Ανατολής και οι Ρώσοι, εναντίον των οποίων ετοιμαζόταν να εκστρατεύσει ο Νικηφόρος. Ο νέος βασιλιάς έκρινε ότι έπρεπε να εκτελέσει το σχέδιο του προκατόχου του, παρά να συνεχίσει τον πόλεμο εναντίον των μωαμεθανών.

Ως αυτοκράτορας ήταν ένας πολύ ικανός ηγέτης με πολλές δυνατότητες και είχε φροντίσει να έχει στο πλευρό του ικανούς στρατηγούς που θα τον στήριζαν στο δύσκολο έργο του. Με την συνδρομή τους εξουδετέρωσε την απειλή των Ρως, αντιμετώπισε με επιτυχία το πραξικόπημα του αδελφού του Πέτρου Βάρδα Φωκά, ενώ ταυτόχρονα ήταν μεγαλόψυχα ευγενικός με τους συνωμότες.

Είναι γνωστό ότι υπήρξε εραστής της Θεοφανούς όμως παντρεύτηκε μία από τις αδελφές του Ρωμανού του β’  την Θεοδώρα, μια γυναίκα στα μέτρα του θεοσεβή και ήπια, το 971 μ.Χ., πολύ διαφορετική από την Θεοφανώ και έχοντας ήδη αρνηθεί να γίνει σύζυγος της. Διεξήγαγε σημαντικές μάχες στην Βουλγαρία αλλά και στην Ανατολή, κατακτώντας αχανείς εκτάσεις  για λογαριασμό της αυτοκρατορίας.

Πέθανε από δηλητηρίαση στις 10 Ιανουαρίου το 976 μ.Χ και τον διαδέχτηκε ο Βασίλειος ο Β’ τον Βουλγαροκτόνο.

Το έργο του συνολικά χαρακτηρίζεται λαμπρό και αναμφισβήτητα ανήκει σε εκείνους τους αυτοκράτορες που συνέβαλαν ώστε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία να φτάσει στο απόγειο της.

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

 

 

 

 

1 σχόλιο

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.