WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΡΕΝΩΝ (ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ) ΜΕΡΟΣ Β’

Share Button

Διαβάστε το πρώτο μέρος από ΕΔΩ

…Μόλις πέρασε την πόρτα, οι φωνές σταμάτησαν. Επικρατούσε μια ησυχία τόσο εκκωφαντική που μπορούσε να ακούσει τους χτύπους της καρδιάς του να αντηχούν στο δωμάτιο. Το βαγόνι αυτό, σε αντίθεση με το προηγούμενο ήταν πολύ φωτεινό και καθαρό. Δεν έμοιαζε όμως καθόλου με βαγόνι τρένου. Δεν υπήρχαν παράθυρα, καθίσματα, ούτε επιβάτες, παρά μόνο μερικά τραπεζάκια με σκόρπιους μαρκαδόρους, ξυλομπογιές, και χρωματιστή σκόνη πάνω τους. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με μια ολόλευκη ταπετσαρία. Στάθηκε για λίγο ακίνητος στο κέντρο του δωματίου, προσπαθώντας να καταλάβει από πού προέρχονταν οι φωνές που είχε ακούσει. Ξαφνικά φύσηξε ένα απαλό αεράκι και η χρωματιστή σκόνη πέταξε στον αέρα, αιωρήθηκε για λίγο και κόλλησε πάνω στη λευκή ταπετσαρία, δημιουργώντας ένα πανέμορφο κολλάζ από παιδικές ζωγραφιές. Κοίταξε γύρω του και είδε ότι όλος ο τοίχος του δωματίου είχε γεμίσει χρωματιστές εικόνες. Παρατηρώντας τες καλύτερα, διαπίστωσε ότι απεικόνιζαν χαρούμενα πρόσωπα και τοπία που του φαίνονταν πολύ γνώριμα. Έμοιαζαν με τα μέρη που είχε συναντήσει ο ίδιος όταν ταξίδευε με το τρένο στα νιάτα του. Καταπράσινα δάση, απέραντες εκτάσεις με καλλιεργημένα κι ακαλλιέργητα χωράφια, βοσκούς με πρόβατα, ποτάμια, βουνά με χιονισμένες κορυφές, κι άλογα που έτρεχαν ελεύθερα. Κάποιες άλλες ζωγραφιές απεικόνιζαν σκηνές αστικού τοπίου, καθώς δεν ήταν λίγες οι φορές που τα τρένα ταξίδευαν μέσα από πόλεις, περνώντας μπροστά από τα σταματημένα αυτοκίνητα και το πλήθος που έτρεχε για να προλάβει τις δουλειές του. Εκείνος καθόταν σιωπηλά και τους παρατηρούσε, κοιτώντας τις εκφράσεις τους, προσπαθώντας να διαβάσει τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους, και πολλές φορές, παρακαλώντας να μπορούσε να βρεθεί στη θέση τους έστω για λίγες στιγμές και να ζήσει τη ζωή τους, κοιτώντας τον ίδιο σαν απλός θεατής, όπως έκανε με τους άλλους. Μπορεί να μην ήξερε τι έκρυβαν οι άλλοι μέσα τους αλλά είχε πάντα την πεποίθηση ότι το δικό τους βάρος θα ήταν ελαφρότερο από το δικό του. Χάθηκε για λίγο μέσα στις σκέψεις και τις αναμνήσεις του, που έπαιρναν ζωή μπροστά στα μάτια του μέσα από τις ζωγραφιές. Μέχρι τώρα πίστευε πως δεν είχε ζήσει τίποτα, αλλά τελικά διαπίστωνε πως ήταν τόσα πολλά αυτά που είχε δει, αυτά που είχε αντιληφθεί κι αυτά που είχε νιώσει, που ένας πολυάσχολος άνθρωπος, δεν θα είχε το χρόνο να το κάνει. Ίσως λοιπόν είχε ζήσει πιο ουσιαστικά τη ζωή του από ότι πολλοί άλλοι. Και τότε, άρχισε να ακούει πάλι τις χαρούμενες παιδικές φωνές.

εικόνα 217

«Κάθε πράγμα στον καιρό του», σκέφτηκε. Ίσως πριν, δεν ήταν ακόμη έτοιμος να τις ακούσει.

Κατάλαβε ότι έβγαιναν από τις ζωγραφιές που είχαν γεμίσει το χώρο. Στην αρχή, ξεκίνησαν σαν ένας ψίθυρος, μα όσο περνούσε η ώρα, γίνονταν όλο και πιο δυνατές κι έμοιαζαν σαν να βρίσκονταν τα παιδιά ακριβώς δίπλα του και να γελούσαν ξέγνοιαστα. Αισθάνθηκε σαν να τα ξαναζούσε όλα από την αρχή: τις σκηνές της ζωής του, αλλά και τα συναισθήματα που τον κατέκλυζαν τότε.

εικόνα 223

Με τις παιδικές φωνές να ηχούν ακόμα στα αυτιά του, προχώρησε προς το τέλος του βαγονιού. Λίγο πριν μπει στο επόμενο, άρχισε να ακούει ένα δυνατό ήχο ρολογιού. Μόλις διάβηκε την πόρτα, διαπίστωσε ότι αυτό που άκουγε δεν ήταν ένα, αλλά πολλά ρολόγια συγχρονισμένα να χτυπούν μαζί. Το βαγόνι αυτό, όπως και το προηγούμενο, δεν είχε καθίσματα, εκτός από μια παλιά ξύλινη καρέκλα στο κέντρο του χώρου. Ένα τεράστιο χαλί που έμοιαζε με βελούδινο πάπυρο, είχε πάνω του ζωγραφισμένες μικρές κλεψύδρες και κάλυπτε όλο το πάτωμα. Οι τοίχοι του ήταν καλυμμένοι με μια ξεθωριασμένη ταπετσαρία, πάνω στην οποία ήταν κρεμασμένα πολλά παλιά ρολόγια. Οι δείκτες τους κινούνταν και χτυπούσαν με τον ίδιο ρυθμό. Δεν έδειχναν όμως όλα την ώρα. Κάποια έδειχναν τις μέρες της εβδομάδας, άλλα τους μήνες, άλλα τις εποχές, κι άλλα τα χρόνια. Με έκπληξη όμως διαπίστωσε, ότι όλα είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Ξεκινούσαν από την ημερομηνία και ώρα της γέννησής του και κινούνταν προς τη σημερινή. Πήγε κοντά σε κάθε ρολόι κι άρχισε να το περιεργάζεται προσεκτικά. Δίπλα σε κάθε νούμερο κι αντίστοιχα μέρα, μήνα, βδομάδα, εποχή και χρονολογία, υπήρχε φωτογραφία του από τη συγκεκριμένη περίοδο της ζωής του. Ξεκινούσε από μια φωτογραφία που ήταν μωρό, και κατέληγε σε μια φωτογραφία όπως ήταν σήμερα. Έβγαλε από την τσέπη του ένα παλιό ρολόι, που πρώτα ανήκε στον πατέρα του και το κοίταξε σιωπηλός. Είχε σταματήσει την ώρα του θανάτου του προηγούμενου ιδιοκτήτη του. Το τοποθέτησε ανάμεσα στα ρολόγια, σε ένα άδειο καρφί. Νιώθοντας την κούραση να τον καταβάλει κάθησε στην καρέκλα και παρακολουθούσε τους δείκτες των ρολογιών να κινούνται. Ένιωσε να ζαλίζεται και να υπνωτίζεται. Στο μυαλό του άρχισαν να σχηματίζονται εικόνες από τη ζωή του τη στιγμή που έδειχνε το κάθε ρολόι. Την παρακολουθούσε σε ταινία, σαν απλός θεατής, όπως έκανε στα νιάτα του από τη γωνιά του σταθμαρχείου, κι όπως συνέχιζε να κάνει και τώρα, στα γεράματά του. Χάθηκε για λίγη ώρα στις σκέψεις του, ακούγοντας το ρυθμικό «τικ-τακ» να αντηχεί στον άδειο χώρο και να σπάει την απόλυτη σιωπή που επικρατούσε. Εκείνο δυνάμωνε σιγά σίγα, μέχρι που έγινε ένας εκκωφαντικός ήχος που κόντευε να του σπάσει τα τύμπανα. Και ξαφνικά, τα ρολόγια σώπασαν και σταμάτησαν όλα μαζί στη σημερινή ημερομηνία και ώρα. Εκείνη τη στιγμή, οι κλεψύδρες στο χαλί άρχισαν να κινούνται και να περιστρέφονται ενώ η άμμος έπεφτε από τη μια μεριά στην άλλη. Ήταν μια περίεργη, λαμπερή άμμος που τον μάγευε και τον εμπόδιζε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Το σφύριγμα του τρένου τον συνέφερε. Σηκώθηκε ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στις κλεψύδρες που συνέχιζαν να περιστρέφονται και προχώρησε προς το επόμενο βαγόνι.

εικόνα 232

Περίμενε να αντικρύσει πάλι κάτι περίεργο, αλλά αυτή τη φορά βρέθηκε σε ένα συνηθισμένο βαγόνι, με καθίσματα κι επιβάτες. Καθώς προχωρούσε στο μακρύ διάδρομο συνάντησε και πάλι τα γνώριμα πρόσωπα που είδε πριν από λίγη ώρα να του γνέφουν χαμογελώντας…πρόσωπα που πίστευε ότι δεν θα συναντούσε ποτέ ξανά στη ζωή του…τελικά δεν ήταν η ιδέα του…Κατευθύνθηκε στο βάθος για να μπορεί να παρατηρεί τον κόσμο γύρω του. Αυτό του άρεσε να κάνει άλλωστε. Να κοιτάζει σιωπηλά, να παρακολουθεί τη ζωή να κυλάει κι εκείνος να περνάει όσο το δυνατόν απαρατήρητος. Να μην ενοχλεί και να μην τον ενοχλούν. Απλά να μπορεί να ζει όσο πιο ήσυχα και συνετά μπορούσε. Αλλά η ζωή, δεν του τα έφερε όπως υπολόγιζε. Αυτή τη στιγμή όμως, ένιωθε ήρεμος, για πρώτη φορά μετά από πάρα πολύ καιρό.

εικόνα 246

Κάθισε δίπλα στο παράθυρο κι έγειρε αναπαυτικά το κεφάλι του στο κάθισμα κλείνοντας τα μάτια του. Ένιωσε να τον κατακλύζει η κούραση μιας ολόκληρης ζωής. Ταυτόχρονα όμως, ένιωθε μια γλυκιά, αθώα ανυπομονησία, σαν αυτή που νιώθουν τα παιδιά όταν ετοιμάζονται να κάνουν το πρώτο τους ταξίδι. Η καρδιά του άρχισε να χτυπά δυνατά όσο πλησίαζε η ώρα της αναχώρησης. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε το τελευταίο σφύριγμα και το τρένο ξεκίνησε. Καθώς τα τοπία άρχισαν να εναλλάσσονται με γρήγορες ταχύτητες και ο ένας κόσμος διαδεχόταν τον άλλο, διαπίστωσε πως δεν είχε αλλάξει τίποτε από την τελευταία φορά που είχε ταξιδέψει με τρένο. Ο εισπράκτορας πέρασε από δίπλα του για να βεβαιωθεί ότι ήταν όλοι στις θέσεις τους.

εικόνα 255

«Συγγνώμη…πού πηγαίνει αυτό το τρένο;»

«Έχει σημασία;», τον ρώτησε και του έκλεισε το μάτι.

«Όχι…», μουρμούρισε εκείνος αφήνοντας το όνειρο να ξεκινήσει.

Πυκνή ομίχλη έπεσε ξαφνικά και το τρένο άρχισε να ταξιδεύει στα σύννεφα. Αυτή τη φορά στα αλήθεια απλωνόταν γύρω του το χάος. Έτσι όπως κοιτούσε από ψηλά, όλα έμοιαζαν τόσο ασήμαντα, τόσο μικρά, τόσο μάταια. Όλα όσα πέρασε, ο πόνος που ένιωθε εξαφανίστηκαν. Πέταξε πάνω από την γειτονιά που μεγάλωσε, η οποία ήταν άδεια ενώ παλιότερα έσφυζε από ζωή και παιδιά στους δρόμους. Έβλεπε ανθρώπους να γελούν, να τσακώνονται και να τρέχουν αγχωμένοι να προλάβουν τις δουλειές τους. Τα αυτοκίνητα έμοιαζαν με παιχνίδια που έκαναν αγώνες δρόμου και τα σπίτια με άψυχα κουκλόσπιτα που περίμεναν τα παιδιά για να παίξουν και να τους δώσουν ζωή. Το βλέμμα του σταμάτησε σε ένα σημείο στο δρόμο όπου είχε μαζευτεί πολύς κόσμος, γύρω από ένα ασθενοφόρο. Μισόκλεισε τα μάτια του για να εστιάσει καλύτερα και να διακρίνει ποιος ήταν αυτός για τον οποίο είχε έρθει, αλλά δεν κατάφερε και πολλά. Ακούμπησε και πάλι στο κάθισμά του κι αισθάνθηκε μια περίεργη ανακούφιση. Ένα ελαφρό μειδίαμα σχηματίστηκε στο πρόσωπό του, έκλεισε τα μάτια του κι ονειρεύτηκε το τελευταίο του ταξίδι.

εικόνα 260

Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα, ο Τζον Γουίλοου κατέβαινε τρέχοντας τα σκαλιά του κτιρίου στο οποίο στεγαζόταν η εφημερίδα που δούλευε. Έπρεπε να παραδώσει μέχρι το μεσημέρι το άρθρο που έγραφε, αλλά είχε κάνει μικρή πρόοδο πάνω στην έρευνά του. Ήταν πολύ σημαντικό, αφού θα κρινόταν η καριέρα του. Έτσι λοιπόν, δεν ήθελε να παραδώσει ένα απλό κείμενο, αλλά μια ιστορία που θα άγγιζε τις καρδιές όσων την διάβαζαν και πάνω από όλα την καρδιά του αφεντικού του για να πάρει την προαγωγή που εποφθαλμιούσε εδώ και πολύ καιρό.

εικόνα 265

Μόλις βγήκε έξω, διαπίστωσε ότι ο καιρός προμήνυε βροχή. Καθώς σκεφτόταν ότι η μέρα του δεν γινόταν να πάει περισσότερο στραβά, αφού είχε ξεχάσει την ομπρέλα στο σπίτι, είχε τσακωθεί με τη γυναίκα του και μάλλον θα έχανε την προαγωγή, προχώρησε με γοργά βήματα τραβώντας μερικές φωτογραφίες που πίστευε ότι θα του φαίνονταν χρήσιμες. Στο τέλος του δρόμου, είδε πλήθος κόσμου μαζεμένο γύρω από ένα ασθενοφόρο. Τάχυνε ακόμα περισσότερο το βήμα του και κατευθύνθηκε προς τα εκεί.

εικόνα 277

«Συγγνώμη, τι συνέβη;», ρώτησε ένα παιδί που πουλούσε κουλούρια.

«Ήταν ένας άστεγος», του απάντησε το παιδί. «Τον έβλεπα κάθε μέρα που ερχόμουν να πουλήσω τα κουλούρια μου. Ο κυρ Τοντόρ. Ο καλοκάγαθος κύριος, που όλα τα παιδιά τον αποκαλούσαμε «παππού μας». Ήταν όμως πολύ μεγάλος στην ηλικία, κι από ότι φαίνεται, δεν άντεξε την ταλαιπωρία της ζωής που έκανε…»

«Τι άλλο μπορείς να μου πεις γι αυτόν;», το ρώτησε. «Ξέρεις, εγώ γράφω ένα άρθρο για τους αστέγους.»

«Έμενε σε ένα μικρό υπόγειο δωματιάκι γεμάτο σκουπίδια, σπασμένα γυαλιά, ξύλα, αναποδογυρισμένες καρέκλες, κομμάτια από κεραμίδια και κατεστραμμένα παιδικά παιχνίδια.», άρχισε το παιδί. «Το μόνο που είχε για να σκεπάζεται και να προστατεύεται από το τσουχτερό κρύο του χειμώνα, ήταν μια παλιά κουβέρτα…η οποία από την υγρασία είχε γεμίσει μούχλα…και μια σόμπα, που δεν άναβε σχεδόν ποτέ! Τον επισκεπτόμουν όποτε μπορούσα. Του άρεσε να μου δείχνει τις ζωγραφιές που έκανε όταν ήταν μικρός. Είχε κι ένα σαρακοφαγωμένο ντουλάπι, γεμάτο με παλιά ρολόγια τα οποία μάζευε από τα σκουπίδια. Εκείνο που φυλούσε σαν τα μάτια του, ήταν ένα χαλασμένο ηλεκτροκίνητο τρενάκι…δεν τον ρώτησα ποτέ γιατί το αγαπούσε τόσο πολύ και τώρα μετανιώνω που δεν έμαθα ποτέ την ιστορία του…», πρόσθεσε σκεφτικά. «Αυτό που έλεγε συνέχεια, ειδικά τώρα τελευταία», κατέληξε, «ήταν ότι ήθελε να πάει στα τρένα…».

εικόνα 278

Εκείνη τη στιγμή ο ήλιος άρχισε να βγαίνει και πάλι και ο δημοσιογράφος κοίταξε προς τον ουρανό. Ένα σύννεφο που έμοιαζε με τρένο τον είχε κρύψει και τώρα είχε αρχίσει να απομακρύνεται και να διαλύεται στο άπειρο….

Όταν αργότερα επισκέφτηκε τον σιδηροδρομικό σταθμό για να τραβήξει μερικές φωτογραφίες, βρήκε ένα παλιό, μικρό, χαλασμένο ρολόι πεσμένο στο έδαφος μέσα στο άδειο μηχανοστάσιο …

Editing: Θωμάς Οργαντζής

Φωτογραφίες: Ερωδίτη Παπαποστόλου

Κείμενο: Ερωδίτη Παπαποστόλου

Leave a Reply