Ο Έρνεστ Μόριζ Θεοντόρ Τσίλλερ ήταν Σάξωνας αρχιτέκτονας ο οποίος απέκτησε την ελληνική υπηκοότητα σε κάποια στιγμή της ζωής του. Δημιούργησε μια μεγάλη σειρά κτιρίων στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο προς τα τέλη του 19ου αιώνα, δεν περιορίστηκε μόνο στα όρια της Αθήνας όπως οι περισσότεροι γνωρίζουμε, δημιούργησε σχέδια για δημόσια και ιδιωτικά κτίρια χάρη στα οποία απέκτησε μια τεράστια φήμη.

Η οικογένεια του Τσίλλερ είχε την κατασκευαστική εταιρεία Γκεμπρούντερ Τσίλλερ στο Ομπερλόσνιτς – Ράντεμποϊλ, έτσι ο Έρνεστ γνώρισε από νωρίς την έννοια της κατασκευής κτιρίων. Όλα τα αδέλφια του ακολούθησαν το επάγγελμα του πατέρα τους ο οποίος τους έκανε ιδιαίτερα μαθήματα στο σπίτι αλλά τους έστελνε και σε οικοδομές. Ο Έρνεστ Τσίλλερ ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση και τα αδέλφια του εργάστηκαν σε άλλες ανάλογες επιχειρήσεις. Ο Τσίλλερ σπούδασε αρχιτεκτονική στη Βασιλική Σχολή Οικοδόμησης στη Δρέσδη την περίοδο 1855-58. Πήρε μέρος σε διαγωνισμούς για την ανοικοδόμηση της Τιφλίδας στην Ρωσία και κέρδισε. Ήδη είχε αναπτύξει σχέσεις με τον Δανό αρχιτέκτονα Θεόφιλο Χάνσεν και τι 1858-59 εργάστηκε στο γραφείο του στη Βιέννη. Βρέθηκε στην Αθήνα σε νεαρή ηλικία, το 1861 για την επίβλεψη του κτισίματος της Σιναίας Ακαδημίας (Ακαδημία Αθηνών) που είχε αναλάβει το γραφείο του Χάνσεν. Στην Αθήνα θα εργαστεί, θα ερευνήσει, θα καταγράψει τα συμπεράσματα του, θα δημιουργήσει και θα παντρευτεί με Ελληνίδα. Στην αρχή ο Τσίλλερ αντιμετώπισε πολλά προβλήματα με την τοπική νοοτροπία κάτι όμως που κατάφερε τελικά να ξεπεράσει. Κάποια στιγμή φεύγει για μικρό διάστημα στην Ιταλία για διακοπές απ’ όπου όπως ήταν φυσικό από το εκεί πλούσιο σε ιστορία και αρχιτεκτονικά μνημεία τόπο, συνέλλεξε πολλές και πλούσιες εμπειρίες και εντυπώσεις με τις οποίες γύρισε στην Βιέννη.

Ακολουθεί μια περίοδος που ο Τσίλλερ εργάστηκε στην Ελλάδα ανεξάρτητος. Το 1868 είναι η χρονιά που μένει πλέον μόνιμα στην Ελλάδα. Το 1872-82 εργάζεται ως καθηγητής στο Σχολείο των Τεχνών της Αθήνας, το σημερινό Εθνικό Μετσόβειο Πανεπιστήμιο απ’ όπου απολύθηκε το 1883 γιατί αρνήθηκε να συγκαλύψει τις οικονομικές καταχρήσεις εξαιτίας των οποίων καθυστερούσε η ανέγερση του Ζαππείου. Λόγω της σχέσης του με τον βασιλιά Γεώργιο, της θέσης του στο πανεπιστήμιο και φυσικά χάρη στις ικανότητες του, ανέλαβε τον σχεδιασμό των σημαντικότερων δημόσιων καθώς και ιδιωτικών κτιρίων στην Αθήνα στο β’ μισό του 19ου αιώνα σε μια εποχή που η αρχιτεκτονική των κτηρίων που ο Τσίλλερ αναλάμβανε είχαν ως πρότυπα τους τα ιδανικά του παρελθόντος και γι’ αυτό ως τελικό αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικά κάτι που αναγνωρίζετε μέχρι και σήμερα. Αυτά τα κτίρια είναι άμεσα αναγνωρίσιμα από την μια τα δημόσια, χάρη στο ελληνικό πνεύμα του κλασικισμού ή της βυζαντινής παράδοσης και από την άλλη τα ιδιωτικά, χάρη στον αθηναϊκό κλασικισμό και τα μετέπειτα για τον εκλεκτικισμό που τα χαρακτηρίζει.

Ο Τσίλλερ ασχολήθηκε εντατικά με την αρχαιολογία και ανακάλυψε την κατασκευασμένη καμπυλότητα του Παρθενώνα που κάνει το κτίριο να έχει μια ιδιαίτερη κλίση διόλου τυχαία κατασκευασμένη, καθώς και την δομή άλλων κτηρίων-μνημείων. Το 1869  συνέχισε την ανασκαφή του Παναθηναίου Σταδίου και παρακάλεσε τον βασιλιά για την χρηματοδότηση των ανασκαφών. Ανέσκαψε και αποτύπωσε το Θέατρο του Διονύσου στη νότια κλιτή της Ακρόπολης, μελέτησε την αρχιτεκτονική δομή του Παρθενώνα, σχεδίασε τα λείψανα των αετομάτων και είναι από τους πρώτους που κατέγραψε την πολυχρωμία στα αγάλματα και στα αρχιτεκτονικά μέλη του Θησείου, του Ερεχθείου, του Ναού της Αφαίας στην Αίγινα κ.α.

Από αυτές τις μελέτες ο Τσίλλερ εμπνεύστηκε τα διακοσμητικά στοιχεία που κοσμούν  τις κατοικίες που ανέλαβε να σχεδιάσει. Το ύφος του γενικά είναι εκλεκτικό, στο πλαίσιο του νεοκλασικισμού, εμπνέεται από την αρχαιότητα, το Βυζάντιο, την Αναγέννηση αλλά και από βορειοευρωπαϊκά στοιχεία.

Από την ενασχόληση του στην οικογενειακή επιχείρηση γνώρισε την επαρχιακή κατασκευή εξοχικών κτιρίων ελβετικής μορφής. Μόνο ελάχιστα έργα της οικογενειακή επιχείρησης ήταν στην κλασική και στην τότε σύγχρονη μορφή. Ο Τσίλλερ συνέβαλλε στην δημιουργία μιας χαρακτηριστικής ελληνικής αρχιτεκτονικής που ήταν πιο αυστηρή και απλή από την ιστορική ευρωπαϊκή. Αν και λόγω της ηλικίας του δεν υπήρξε πρωτοπόρος του 20ου αιώνα με το έργο του έχει συμβάλλει στην δημιουργία μιας ελληνικής πρωτοπορίας του ελληνισμού.

Η δημιουργική σκέψη του Τσίλλερ συνδυάστηκε με την αισθητική της εποχής του βασιλιά Γεωργίου Α’. Δημιούργησε το έργο του στην ηλιόλουστη Αττική, το μέγεθος της Αθήνας επέβαλλε τις δικές του κλίμακες και αναλογίες σύμφωνη με την αισθητική και τα ιστορικά δεδομένα του παρελθόντος. Ο Τσίλλερ προσαρμόστηκε σ’ αυτά και τελικά επηρέασε της ελληνική αρχιτεκτονική περισσότερο απ’ οποιονδήποτε άλλο δίνοντας στην Αθήνα τον ευρωπαϊκό της χαρακτήρα.

Ο αριθμός των έργων του ξεπερνά τα 500 με 600 δυστυχώς όμως δεν είναι καταγεγραμμένα σ’ ένα συνολικό έργο όπου θα μπορεί κανείς να τα έχει συγκεντρωμένα προς μελέτη. Κτίρια του Τσίλλερ μπορεί κανείς να τα βρει στην Αθήνα, στον Πειραιά, στην Πάτρα, στη Ζάκυνθο, στην Σύρο, στη Μήλο, στην Πελοπόννησο. Δείγματα της αρχιτεκτονικής του υπάρχουν και στην Θεσσαλονίκη. Ένα από αυτά είναι το κτίριο του Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα το οποίο κατασκευάστηκε το 1890-93 με χρηματοδότηση του Ανδρέα Συγγρού και νοικιάστηκε από το ελληνικό κράτος για να στεγάσει το Γενικό Προξενείο της Ελλάδας. Κατά την διάρκεια των Μακεδονικών Αγώνων το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως κέντρο λήψης αποφάσεων (επιτελείο), μετά το τέλος αυτής της περιόδου καταργείται η χρήση αυτή. Για ένα χρονικό διάστημα στεγάζει δημοτικό σχολείο μέχρι που το 1982 γίνεται το Μουσείο που γνωρίζουμε σήμερα. Σε σχέδια του Τσίλλερ που τροποποιήθηκαν από έναν άλλο μεγάλο αρχιτέκτονα της πόλης τον Ξεν. Παιονίδη, χτίστηκε και ο Ιερός Ναός Γρηγορίου Παλαμά, η μητρόπολη της πόλης, ο οποίος θεμελιώθηκε το 1891 στη θέση του παλαιότερου ναού του Αγ. Δημητρίου που καταργήθηκε.

Τα κτίρια που κατάφεραν να διασώζονται μέχρι σήμερα αποτελούν πραγματικά διαμάντια σε δρόμους κτηριακά κακοποιημένους να προσδίδουν μια γοητεία που σε ταξιδεύει σε μια άλλη εποχή όπου η σημασία των κτηρίων ήταν πολύ διαφορετική από εκείνα που ακολούθησαν στην εποχή της βιομηχανικής ανάπτυξης και της αστυφιλίας. Αναμφισβήτητα μπορούμε να μιλάμε για μια ανεκτίμητη πολιτιστική κληρονομιά που άφησε ένας μεγάλος φιλέλληνας που ονομάζετε Τσίλλερ.

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.