Η Δόμνα Σαμίου γεννήθηκε στην Καισαριανή της Αθήνας στις 12 Οκτωβρίου του 1928 από γονείς πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, από το Μπαϊντίρι, ένα χωριό λίγο πιο έξω από την Σμύρνη. Η μητέρα της Μαρία ήρθε στην Ελλάδα το ’22 με την καταστροφή της Σμύρνης μαζί με ενάμιση εκατομμύριο άλλους πρόσφυγες, ενώ ο πατέρας της Γιάνγκος  πιάστηκε αιχμάλωτος και  ήρθε τέσσερα χρόνια αργότερα. Η μάνα της αρχικά φιλοξενήθηκε σε πρόχειρους καταυλισμούς και μετέπειτα βρέθηκε στην Καισαριανή όπου πήρε και εκείνη ένα από τα αντίσκηνα που έδιναν στους πρόσφυγες. Τελικά, με την υπογραφή της Συνθήκης της Λοζάνης φτάνει και ο πατέρας της στον Πειραιά και άρχισε να αναζητάει την γυναίκα του. Καταφέρνει να βρει κάποια Παντιλιανή και έτσι ξανασμίγει με την γυναίκα του στη Καισαριανή. Η Δόμνα και η αδελφή της θα γεννηθούν σε μια προσφυγική παράγκα που θα καταφέρει να διεκδικήσει ο πατέρας τους. Η Δόμνα δεν αγαπούσε τα γράμματα, ήθελε ίσα ίσα να τελειώσει το Δημοτικό σχολείο. Στην παράγκα τους από το γειτονικό καφενείο άκουγε τα τραγούδια που έπαιζε το γραμμόφωνο του πλανόδιου μουσικού. Έστηνε το αυτί της και αποτύπωνε τον κάθε στίχο και την κάθε νότα. Όπως ήταν φυσικό μεγάλωσε και με τα ακούσματα εκείνα της Σμύρνης και για την ίδια ήταν αναπόφευκτο να αγαπήσει την παραδοσιακή μουσική, το δημοτικό τραγούδι, την καθαρά ελληνική μουσική. Σε ηλικία 13 ετών και ενώ ήδη η Ελλάδα διανύει τα πολύ δύσκολα χρόνια της γερμανικής Κατοχής η ίδια με την μητέρα της βρίσκονται να δουλεύουν σε ένα σπίτι μεγαλο-αστών. Εκεί η Δόμνα γίνεται προστατευόμενη της οικογένειας, μια ψυχοκόρη, που την αγαπούν πολύ. Καθημερινά την άκουγαν να τραγουδάει και να ψέλνει εκκλησιαστικούς ύμνους. Η κα Ζάνου, η νοικοκυρά του σπιτιού, αναγνωρίζει το ταλέντο της μικρής και με την μεσολάβηση του γαμπρού της ο οποίος είναι φίλος με τον διευθυντή  του «Συλλόγου προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής», Σίμωνα Καρά, φροντίζει ώστε η Δόμνα να φοιτήσει εκεί μαζί με πολλά άλλα παιδιά που ακολουθούσαν μουσικές σπουδές. Ο Σύλλογος ιδρύθηκε το 1929 από τον Σίμωνα Καρά προκειμένου να καταγραφεί και να διαδοθεί η εθνική ελληνική μουσική. Ο σύλλογος εστίασε τόσο στην δημοτική μουσική, όσο και στους εκκλησιαστικούς ύμνους, τη βυζαντινή μουσική. Το κενό που υπήρχε στην θεωρία της ελληνικής μουσικής από την βυζαντινή υμνογραφία μέχρι και τα μετέπειτα τραγούδια θέλησε να το καλύψει με το έργο του ο Σ. Καράς και να συμπληρώσει την ελλιπή βιβλιογραφία. Ένας πραγματικός πολέμιος της ευρωπαϊκής μουσικής και λάτρης με ότι ήταν μουσικά ελληνικό ο Σ. Καράς θα δεχτεί την Δόμνα ως μαθήτρια του. Δίπλα σε αυτόν τον άνθρωπο διδάχτηκε για πρώτη φορά μουσική η Δόμνα, παίρνει τα πρώτα μαθήματα βυζαντινής υμνογραφίας και μαθαίνει τα «μυστικά» του δημοτικού τραγουδιού. Παράλληλα, φροντίζει και για την υπόλοιπη εκπαίδευση της και παρακολουθεί νυχτερινό Γυμνάσιο. Ο Σ. Καράς έχει εντυπωσιαστεί από τις αποδόσεις της Σαμίου, έχει αναγνωρίσει το φυσικό ταλέντο της και σε ένα δείπνο στο σπίτι της Ζάνου αποκαλεί την Δόμνα ιδιοφυία.  Η Δόμνα είχε πραγματική μανία με τους εκκλησιαστικούς ύμνους. Βρισκόταν πολύ συχνά στην εκκλησία και σε αυτό βοήθησε και ο πατέρας της ο οποίος ήταν ένα θεοσεβούμενος άνθρωπος. Οι καλύτερες μέρες της ήταν οι μεγάλες γιορτές της ορθοδοξίας. Τότε ψάλλονταν οι ωραιότεροι ύμνοι και η Δόμνα πάντα κάτω από το ψαλτήρι του αριστερού ψάλτη με τεντωμένα αυτιά να ρωτάει την μάνα της γιατί δεν την έκανε αγόρι για να μπορεί κι αυτή να ψέλνει. Ήταν γεννημένη για αυτό που έκανε, ομολογεί και η ίδια αργότερα.

Το 1954 ξεκινάει μια μακροχρόνια σχέση με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας μέχρι το 1971. Εκεί θα εργαστεί ως ραδιοφωνική παραγωγός με φυσικά αποκλειστικό αντικείμενο την δημοτική μουσική και το τραγούδι σε μια εποχή που το είδος έχαιρε μεγάλης εκτίμησης και έφτανε να υπάρχουν και δύο δημοτικά προγράμματα την ημέρα κάποιες φορές. Η Δόμνα Σαμίου έκανε και την μουσική επιμέλεια σε πολλές άλλες παραγωγές π.χ. θεατρικές. Με τον καιρό το όνομα της είχε γίνει γνωστό και οικείο στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο κάτι που την βοήθησε πολύ στην διαδικασία της καταγραφής και της έρευνας την τοπικής μουσικής παράδοσης στα διάφορα χωριά που επισκέπτονταν. Την διαδικασία αυτή της καταγραφής της μουσικής παράδοσης την ξεκίνησε το 1963 και την υιοθέτησε από τον δάσκαλό της Σίμωνα Καρά ο οποίος κάθε καλοκαίρι με την γυναίκα του Αγγελική ταξίδευε σε όλη την Ελλάδα προκειμένου να συλλέξει το υλικό, πρωτότυπο και αυθεντικό, το οποίο και θα δίδασκε στους μαθητές του. Η Δόμνα με δικά της έξοδα ταξίδεψε σε όλα τα μέρη της Ελλάδας. Πήγαινε σε νέους τόπους όπου δεν την γνώριζε κανείς, επισκεπτόταν το καφενείο του κάθε χωριού και με ευγενικό και πρόσχαρο τρόπο ζητούσε να μάθει ποιος θα μπορούσε να τραγουδήσει γι’ αυτήν. Τις περισσότερες φορές την κοιτούσαν ως φαινόμενο, άλλωστε η έρευνα εκείνη την εποχή ήταν μια άγνωστη έννοια για τους ανθρώπους, πόσο μάλλον μια γυναίκα που εμφανίζετε από το πουθενά με μια άγνωστη μηχανή στον ώμο να ζητάει κάποιον να της τραγουδήσει. Την βοήθησε πολύ ότι ήταν γυναίκα και έτσι οι ντόπιες κατάφερναν να της ανοιχτούν και να τραγουδήσουν τα παραδοσιακά τους τραγούδια.

samiou600_100312

Παράλληλα με την συνεργασία της στην Ελληνική Ραδιοφωνία συνεργάζεται και με την Ελληνική Τηλεόραση σε μια σειρά ντοκιμαντέρ με τίτλο «Μουσικό Οδοιπορικό» μέσα από τα οποία ξεδιπλώνεται η ελληνική μουσική παράδοση. Αυτή η συνεργασία θα έρθει να συμπληρώσει την διαδικασία που είχε ήδη ξεκινήσει η Σαμίου για να αποκτήσει ένα πλούσιο μουσικό υλικό με απώτερο σκοπό την διαφύλαξη της ελληνικής μουσικής παράδοσης. Αποδείχτηκε πολύτιμο μιας που κανένας άλλος πριν δεν είχε μπει στην διαδικασία να κάνει μια τέτοια έρευνα όπως αυτή της Σαμίου προκειμένου να καταγραφή η προφορική μουσική παράδοση της χώρας η οποία μέχρι τότε επιβίωνε μόνο από στόμα σε στόμα.Η Σαμίου είχε και το πάθος και την αγάπη και την απαραίτητη θεωρητική κατάρτηση για να φέρει ένα τέτοιο έργο εις πέρας.

Εκτός από το ερευνητικό της έργο, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, η Δόμνα Σαμίου υπήρξε και μια αυθεντική ερμηνεύτρια των δημοτικών τραγουδιών. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να μην δεν έχει και δισκογραφική δουλειά. Την πρώτη της συνεργασία με δισκογραφική εταιρεία θα την κάνει με την «Λύρα» μετά από πρόταση που της έγινε από τον ιδιοκτήτη της Πατσιφά ο οποίος αργότερα θα συνεργαστεί και με άλλες δισκογραφικές.

Ως μοναδική στο είδος της είχε αναλάβει την μουσική επιμέλεια σε διάφορα έργα που απαιτούσαν εξειδικευμένες γνώσεις της δημοτικής μουσικής. Έβρισκε τα τραγούδια, οργάνωνε τους μουσικής και παρακολουθούσε την εκτέλεση του έργου. Προς το τέλος της δεκαετίας του ’60 και αρχές του ’70 κατεβαίνει από την Θεσσαλονίκη ένας νέος όπως τόσοι άλλοι ονειρεύονταν μια καριέρα στην ελληνική μουσική σκηνή. Μια από εκείνες τις μέρες η Σαμίου ηχογραφούσε στα στούντιο της Columbia μαζί με τον Πατσιφά. Στα στούντιο είχε φτάσει και αυτός ο νέος, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο οποίος θα περνούσε από οντισιόν. Καλούν την Σαμίου να καθίσει και να τον ακούσει. Έτσι και έγινε. Ο Πατσιφάς ως ένας γνήσιος κυνηγός ταλέντων κατάλαβε αμέσως ότι ο νέος που είχε απέναντι του είχε το κάτι το διαφορετικό. Το ίδιο πίστεψε και η Σαμίου. Το 1971 είναι μια χρονιά σταθμός για την πορεία της, τότε παρουσιάζεται δίπλα στον Διονύση Σαββόπουλο ερμηνεύοντας μαζί του παραδοσιακά τραγούδια. Θα ξεκινήσουν μια σειρά εμφανίσεων στο Ροντέο μια πολύ μικρή μπουάτ της εποχής. Την ίδια χρονιά διασκευάζει το τραγούδι «Γαλανή γαλαζιανή» με τον μουσικό Γιώργο Καλαντογιώργο, για τον δίσκο «Ωτοστόπ» του Θανάση Γκαϊφύλλια ενώ συχνές είναι και οι εμφανίσεις της σε μπουάτ της εποχής. Ήδη, όμως, από το 1960 κυκλοφορούν δίσκοι της σε Ελλάδα, Γαλλία και Σουηδία, που αποδεικνύουν τον βαθμό αποδοχής της από τον Ελληνισμό και την Ελληνική Ομογένεια.

Αρνήθηκε να δεχτεί την εμπορευματοποίηση της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής αρχίζει να παρουσιάζει επί σειρά ετών την όσο πιο πολύ αυθεντική εκτέλεση της. Έτσι, κάνει πάρα πολλές συναυλίες στις οποίες τραγουδά η ίδια αλλά και παρουσιάζει αυθεντικούς καλλιτέχνες και δημιουργούς του δημοτικού τραγουδιού. Η ίδια δήλωνε ότι δεν μετανιώνει για τίποτα απ’ όσα έκανε τόσα χρόνια στην ζωή της, το αντίθετο είναι ικανοποιημένη από ότι κατάφερε γιατί πραγματικά η παραδοσιακή δημοτική μουσική μας πέρασε μια περίοδο που πραγματικά κινδύνευε να εξαφανιστεί. Θεωρούσε ότι ακόμη και ένα μικρό παιδί θα μπορούσε να μάθει για την ζωή και την ιστορία ακούγοντας αυτά τα τραγούδια, ένας κανόνας που ούτως ή άλλως ισχύει για την παραδοσιακή μουσική που είχε έναν έντονο διδακτικό χαρακτήρα. Καταλλητική είναι η δήλωση της: «Αν χάσουμε την παράδοση μας θα είμαστε σαν ένα καράβι στον ωκεανό που το χτυπούνε τα κύματα μέχρι που να βουλιάξει». Η ίδια προσθέτει για το δημοτικό τραγούδι: «Στο δημοτικό τραγούδι δημιουργεί ο ίδιος ο λαός και τραγουδάει τις μικρές και μεγάλες στιγμές της ζωής του δηλαδή, τον πόλεμο, τον έρωτα, , τον θάνατο, τον γάμο, τον ξενιτεμό.»

Σε ερώτηση του Γ. Παπαστεφάνου σε μια παλιά συνέντευξη της για το πότε γράφτηκαν τα τελευταία πραγματικά δημοτικά τραγούδια η ίδια απαντάει:

«Τα τελευταία πραγματικά δημοτικά τραγούδια γράφτηκαν την περίοδο της Κατοχή ’41-’44, έχουμε δηλαδή τραγούδια από την Ήπειρο και την Πελοπόννησο που αναφέρονται στις ομαδικές εκτελέσεις που κάνανε οι Γερμανοί.

Τα δημοτικά μας τραγούδια ανήκουν σε κάποιον γεωγραφικό τόπο. Δηλαδή κάθε περιοχή έχει και τα τραγούδια της, με το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα, τους χορούς της και τα τοπικά μουσικά όργανα. Λύρα και πεντοζάλι είναι Κρήτη,  γκάιντα είναι Θράκη, ζουρνάς Μακεδονία, μοιρολόι με κλαρίνο Ήπειρος, τσαμπούνα και μπάλος Κυκλάδες κλπ.»

Έχει χαρακτηριστεί ως δωρική , απόλυτη γι’ αυτό που πιστεύει και κάνει και ζεστή σαν παρουσία η Δόμνα Σαμίου εκπροσωπεί ένα κομμάτι νεοελληνικού πολιτισμού και όσοι την έζησαν από κοντά για χρόνια γνώρισαν την ειλικρίνεια και την αγάπη που κρύβονταν μέσα σε όσα έκανε για το δημοτικό τραγούδι, για την διάσωση και διάδοση του.

Το έργο της κατάφερε να ξεπεράσει τα ελληνικά σύνορα και την ελληνική γλώσσα και φτάνει στα πέρατα του κόσμου. Η Δόμνα Σαμίου συνέχιζε ασταμάτητα μέχρι τον θάνατο της στις 10 Μαρτίου του 2012 την έρευνα και την καταγραφή της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής. Η εμπεριστατωμένη γνώση της πάνω στο αντικείμενο της δημοτικής παράδοσης του ελληνικού τραγουδιού, η πρωτοποριακή θεματολογία της, η πολύχρονη πείρα της και η ακρίβεια της απόδοσης των λεκτικών ιδιομορφιών αι του ύφους του τραγουδιού  της κάθε περιοχής την κάνουν μοναδική στον τομέα της.

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

Leave a Reply