WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ (1908-1992)

Share Button

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη, το 1908, καί ήταν το τέταρτο παιδί τού Γαβριήλ Πεντζίκη καί τής Μαρίας Ιωαννίδου.

Είχε τρεις αδελφές, εκ τών οποίων: η Χρυσούλα, ήταν η ποιήτρια: Ζωή Καρέλλη, ενώ, οι άλλες, ήσαν: η Ελενίτσα, καί: η Κλειώ.

Ο πατέρας του, φαρμακοποιός στο επάγγελμα, είχε ανοίξει το, πρώτο, επιστημονικό φαρμακείο τής πόλης, ενώ, η μητέρα του, ήταν δασκάλα, με μεγάλη κοινωνική δράση.

Τον ανέθρεψαν μέσα σε ένα, καθαρά, μεγαλοαστικό περιβάλλον, με όλες τις ανέσεις, καί τις πολυτέλειες.

Γιά πρώτη φορά, πήγε στο σχολείο το 1919, γιά να παρακολουθήσει την έκτη τάξη τού Δημοτικού. Έως τότε, τα μαθήματά του γίνονταν κατ’ οίκον.

Το 1921, βρέθηκε, με την υπόλοιπη οικογένειά του: στην Βουδαπέστη, στο Βελιγράδι, καί: στην Βιέννη.

Όταν ήταν 14 χρόνων, συνέταξε μία «Παγκόσμια Γεωγραφία», που, ενώ εγκρίθηκε, αρχικά, από το «Υπουργείο Παιδείας», αργότερα, ανακλήθηκε, λόγω τού νεαρού τής ηλικίας του, μόνο καί μόνο, γιά να αποδειχτεί το πόσο χαρισματικός ήταν ο Νικόλαος!

Τότε, άρχισε, στην εφηβεία του, να γράφει τα πρώτα του ποιήματα, με τα οποία θα ασχοληθεί, παράλληλα με την πεζογραφία.

Το 1926, έφυγε γιά σπουδές οπτικής, καί φαρμακευτικής, στο Παρίσι, αφού οι γονείς του, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, ήθελαν να συνεχίσει την οικογενειακή επιχείρηση.

9dcf5b024bb248a4dd90b4526813ba88

Στο Παρίσι, γνωρίστηκε με τον Γιάννη Ψυχάρη, ο οποίος ήταν, τότε, καθηγητής τής ελληνικής, καί ο οποίος ήταν γνωστός γιά τον ρόλο του στην διάδοση τού «δημοτικισμού». Μία καθοριστική γνωριμία, γιά την μετέπειτα πορεία τού Πεντζίκη!

Μετά από δύο χρόνια, πήρε το πτυχίο «Φυσιολογίας Οπτικής».

Τον Φεβρουάριο τού 1927, πεθαίνει ο πατέρας του, καί, ο ίδιος, το μαθαίνει στις καλοκαιρινές διακοπές του.

Η οικογένεια αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Ο Νίκος δεν είχε, ακόμη, ολοκληρώσει τις σπουδές του. Χρειάστηκαν άλλα δύο χρόνια. Από το: 1928, έως το: 1929 σπούδασε: Φαρμακευτική, καί: Βοτανική, στο Πανεπιστήμιο τού Στρασβούργου, απ’ όπου αποφοίτησε το 1929.

Επέστρεψε στην Θεσσαλονίκη, προκειμένου να στηρίξει την οικογένεια του, καί, από το: 1930, ως το: 1955, ανέλαβε το φαρμακείο τού πατέρα του, που έγινε ένα από τα γνωστότερα, λογοτεχνικά, «στέκια» τής Θεσσαλονίκης!

Από το: 1953, μέχρι το: 1969, εργάστηκε ως: «ιατρικός επισκέπτης».

Οι εσωτερικές αναζητήσεις του τον έκαναν, το 1933, να επισκεφτεί, γιά πρώτη φορά, το «Άγιον Όρος», κάτι που θα επαναλάβει άλλες 93 φορές, μέχρι τον θάνατό του! Εκεί, ξεκίνησε να ζωγραφίζει, καί, από εκεί, ξεκινάει η ιδιότητά του ως ζωγράφου, μέσα από την οποία θα «ξεδιπλωθεί» ένα, ακόμη, μέρος τού συνολικού του ταλέντου, το οποίο δεν θα μείνει ανεκμετάλλευτο!

Το 1940, την, τόσο, ταραγμένη περίοδο, επιστρατεύτηκε, καί εκπαιδεύτηκε, στο Ληγουριό. Δεν πρόλαβε, όμως, να πολεμήσει, καθώς προηγήθηκε η «συνθηκολόγηση» με τούς Γερμανούς.

Το 1943, γράφτηκε στο ΚΚΕ.

Το 1944, συμμετείχε, γιά πρώτη φορά, σε έκθεση ζωγραφικής, στο ανθοπωλείο: «Ευρυβιάδη Κωνσταντινίδη».

Το 1946, αναγκάστηκε, γιά οικονομικούς λόγους, να συνεταιριστεί στο πατρικό φαρμακείο.

Το 1948, νυμφεύθηκε την φιλόλογο: Νίκη Λαζαρίδου, με την οποία απέκτησε έναν γιο: τον Γαβριήλ.

Γύρω στο 1967, ξεκίνησε η, σταδιακή, ψυχική απομάκρυνσή του από τα «εγκόσμια», καί η καθημερινή του ενασχόληση με τον «Συναξαριστή», τού Αγίου Νικοδήμου τού Αγιορείτη, που κράτησε ως το τέλος τής ζωής του, καί «σημάδεψε» την, μετέπειτα, καλλιτεχνική του παραγωγή.

nikos-gavriil-pentzikis1

Ταξίδεψε: στην Ολλανδία, την Γαλλία, την Γερμανία, το Βέλγιο, την Αγγλία, καί: το Στρασβούργο, από το: 1986, έως το: 1989.

Ως ζωγράφος, πήρε μέρος σε ατομικές, καί ομαδικές, εκθέσεις ζωγραφικής, σε πολλές πόλεις τής Ελλάδος, καί τού εξωτερικού. Μερικές από αυτές, είναι οι εξής:

«Εμπορικό καί Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης» 1951,

«Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης» 1952,

Γκαλερύ: «Ζυγός» στην Αθήνα 1958,

Αίθουσα: «Τέχνη» 1960-66,

«Όγδοη Πανελλήνια Έκθεση Θεσσαλονίκης» 1965,

«Ινστιτούτο Γκαίτε» τής Αθήνας 1969,

Κύπρος 1970,

Λονδίνο 1971,

Γκαλερύ: «Κρεωνίδη» 1976,

Γκαλερύ: «Κοχλίας» 1982,

Ιταλία 1984,

«Εθνική Πινακοθήκη» 1985,

«Βελλίδειο Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης» 1985,

Κιλκίς 1986,

«Βαφοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο» 1986, κ.α.

Πέθανε, από καρδιακή ανακοπή, το 1993.

Ο Νίκος Γ. Πεντζίκης ανήκει στούς πεζογράφους τής λεγομένης: «γενιάς τού ‘30».

Οι πεζογράφοι τής «γενιάς τού 1930»: μέσα στην «πολυμορφία» τού έργου τους, εκφράζονται οι ιδεολογικές «ανησυχίες», καί οι καινούργιοι «προσανατολισμοί» τής «γενιάς τού μεσοπολέμου», καί, κυρίως, η επίμονη «δοκιμή» της στο μυθιστόρημα.

Πραγματικά, ρίχνοντας μιά ματιά προς τα πίσω, διαπιστώνουμε το σημαντικό άλμα που επιτελέστηκε στην νεοελληνική πεζογραφία, από το: 1922, ως το: 1945.

Στην πόλη τής Θεσσαλονίκης, αναπτύχθηκε μία, ακραία, «συμπαγής», ομάδα συγγραφέων, που, γρήγορα, όπως ήταν αναμενόμενο, έγινε γνωστή ως: «Σχολή τής Θεσσαλονίκης». Τα βασικά μέλη, αυτής τής ομάδος, ήσαν: ο διηγηματογράφος Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος, ο Γεώργιος Δέλιος, ο Στέλιος Ξεφλούδας, καί, τέλος: ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ο μόνος, από την ομάδα, τού οποίου η φήμη ξεπέρασε τα «στενά όρια» τού «κύκλου» του!

 

Σημαντικά χαρακτηριστικά, αυτής τής γενιάς τών συγγραφέων, είναι ότι: πέρα από τις τεχνικές που εφαρμόζονται, όλοι αυτοί, οι συγγραφείς, σαφώς, «απορρίπτουν» τις «παραδοσιακές συμβάσεις» τής μυθιστορηματικής αφήγησης. Δεν θεωρούν την αφήγηση, μέσον, γιά να παρουσιάσουν «τρομερά γεγονότα», ούτε βήμα, από όπου παρουσιάζονται, ελεύθερα, τα σύγχρονα κοινωνικά, καί φιλοσοφικά, ζητήματα. Επιχειρούν, αντίθετα, με την αφήγησή τους, να «πλάσουν» μία «εναλλακτική» πραγματικότητα, με μοναδικά συστατικά: τις λέξεις τής σελίδας.

Το πρώτο μυθιστόρημα τού Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, είναι το: «Ανδρέας Δημακούδης», που κυκλοφόρησε, το 1935, με το ψευδώνυμο: «Σταυράκιος Κοσμάς». Ο Δημακούδης είναι φοιτητής, στο πανεπιστήμιο μιάς ξένης πόλης, η οποία, αν καί δεν κατονομάζεται, μοιάζει να είναι το Στρασβούργο. Ερωτεύεται μιά νεαρή Γαλλίδα, αλλά, εντελώς αδικαιολόγητα, την προσβάλλει! Στην συνέχεια, καταφεύγει σε, ένα σωρό, παράξενα κόλπα, με την, μάταιη, ελπίδα: να ξανακερδίσει αυτό που, τώρα, θεωρεί: «ιδανική αγάπη»! «Τρυπώνει» στο δωμάτιό της, μεταμφιεσμένος σε φυτό, καί βυθίζεται στη θλίψη, όταν εκείνη τον αποκρούει, όπως ήταν αναμενόμενο! Το μεγαλύτερο μέρος τής αφήγησης, καταλαμβάνεται από τις σκέψεις τού ήρωα, καί την εσωτερική αναζήτηση ενός ιδανικού, το οποίο βρίσκεται σε πλήρη σύγκρουση, με την εξωτερική πραγματικότητα, στην οποία πρέπει να ζήσει! Η προσπάθεια τού Δημακούδη, αν καί, τελικά, αποτυχημένη, να φτάσει το «ιδανικό» του, δημιουργώντας την δική του «πραγματικότητα», είναι η προσπάθεια, τού ίδιου τού δημιουργού του, τού Πεντζίκη, καί, στην ουσία, καί τών άλλων συγγραφέων, αυτής τής ομάδος.

images-2

Το δεύτερο μυθιστόρημα τού Πεντζίκη, με τίτλο: «Ο πεθαμένος καί η ανάσταση», ανήκει, χωρίς αμφιβολία, στο «μοντερνιστικό στρατόπεδο». Όπως καί άλλα μυθιστορήματα, καί διηγήματα, τής «Σχολής τής Θεσσαλονίκης», αυτό το έργο, αναφέρεται στις προσπάθειες τού ίδιου τού συγγραφέα του, να το συνθέσει. Πολύ προκλητικά, παρουσιάζονται τρεις, διαφορετικές, εκδοχές, τής αρχής τού μυθιστορήματος, όπου, ήρωάς του, είναι, θεωρητικά, ένας νεαρός άνδρας, ο οποίος αυτοκτονεί, γιατί η αγάπη του δεν βρίσκει ανταπόκριση. Ο μυθιστορηματικός συγγραφέας, όμως, είναι ανίκανος να συγκεντρωθεί! Αρνείται να ασχοληθεί με την «σύνθεση» ενός «συμβατικού» μυθιστορήματος! Αυτό που θέλει, με την «σύνθεση», είναι να δημιουργήσει μία «μορφή»! «Επιθυμούσε ένα «σχήμα»». Η ιστορία τού νεαρού άνδρα, γίνεται όλο καί πιό ασυνάρτητη! Εξ άλλου, όπως υπενθυμίζεται στον αναγνώστη, ο νεαρός, αυτός, δεν είναι πραγματικό πρόσωπο, παρά: ο ήρωας ενός μυθιστορήματος. Στη μέση, περίπου, τού έργου, ο ήρωας αυτοκτονεί, καί, ο αφηγητής, αρχίζει να δείχνει μεγαλύτερο ενδιαφέρον γιά την ασυνήθιστη εργασία που είχε αναλάβει: να αναστήσει τον ήρωα του!

Στο τελευταίο τρίτο, τού βιβλίου, ο Πεντζίκης, με μιά «επίδειξη δυναμισμού», που, μάλλον, δεν έχει προηγούμενο, στην ευρωπαϊκή πεζογραφία, ως αφηγητής, εμπνευσμένος από μία λάμπα, που υπάρχει στο δωμάτιο, καί που μοιάζει σαν βολβός ματιού, σαν άλλος θεός, εμπνέεται την δημιουργία ενός ολόκληρου, καινούργιου, κόσμου, όπου, ο ήρωάς του, ανασταίνεται! Καί, αυτός ο κόσμος, «πλάθεται», με το να ονομάζονται τα «συστατικά του μέρη». Η ονοματοθεσία χρησιμοποιείται, κυρίως, γιά την φύση τής Ελλάδος, καί, η γλώσσα που χρησιμοποιείται, «αντλείται» από την ορθόδοξη θρησκεία, καί από την προφορική παράδοση, όπως συμβαίνει καί με άλλους συγγραφείς τής ιδίας γενιάς. Το μυθιστόρημα τελειώνει με τον αφηγητή να υμνεί την γενέθλια πόλη του: την Θεσσαλονίκη, καί να διατυπώνει, εν τέλει, «παραβολικά», αυτό που ο Πεντζίκης προσπαθούσε, σε όλο το μυθιστόρημα.

Το: «Ο πεθαμένος καί η ανάσταση» δεν είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται εύκολα. Σίγουρα, όμως, είναι το πιό «ριζοσπαστικό», από όλα τα μυθιστορήματα, καί τα διηγήματα, αυτής τής περιόδου, που γυρεύουν, στις παραδόσεις τού παρελθόντος, ένα είδος «σωτηρίας». Εξ άλλου, ο Πεντζίκης, όπως καί ο Ελύτης, καί ο Ρίτσος, είναι σε θέση να προκαλέσει, με την φαντασία, αυτό που είναι αδύνατον, στον χώρο τής πραγματικότητας!

Το τελευταίο του μεγάλο έργο: «Το μυθιστόρημα τής κυρίας Έρσης», εκδόθηκε το 1966.

Ο Πεντζίκης προχώρησε τον «εσωτερικό μονόλογο» ως τα «ακραία» όρια, καταργώντας την Λογική, κάποτε, καί την συντακτική αλληλουχία, στα γραπτά του, που δεν είναι, βέβαια, ούτε διηγήματα, ούτε μυθιστορήματα.

Ο ίδιος, προτιμούσε να τα χαρακτηρίζει: «κείμενα σε συνέχεια», έχουν, όμως, τήν δύναμη να δημιουργούν, πάντα, ενδιαφέρον καί έλξη!

Ο τίτλος ενός βιβλίου του: «Πραγματογνωσία» (1950), είναι χαρακτηριστικός, γιατί, αυτός, ο «αρνητής τής λογικής», φανερώνεται ως: ένας «εραστής τού συγκεκριμένου, καί τών πραγμάτων, καί τών λεπτομερειών»!

Ακόμα, ο, τόσο, μοντέρνος λογοτέχνης, καί ζωγράφος, βρίσκει την διέξοδο, από την «διάλυση» τού καιρού μας, στις στέρεες μορφές τού Βυζαντίου, καί τής Ανατολικής Ορθοδοξίας, καί επηρεάζεται, στο ύφος του, από τούς βυζαντινούς χρονογράφους, καί τούς Πατέρες τής Εκκλησίας. Οι ρίζες, αυτές, μαζί με την «πραγματογνωσία» του, δίνουν, καί στο ύφος τής πεζογραφίας του, μία, ασυνήθιστη, «στιβαρότητα», που αντισταθμίζει, από την θετική πλευρά, την παράδοξη ιδιοσυγκρασία του.

Ο Ν. Γ. Πεντζίκης συνεργάστηκε, παράλληλα με όλες τις δραστηριότητές του, με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά.

Ξεκινά από το «3ο Μάτι», το 1935, ενώ, δέκα χρόνια αργότερα, δημοσιεύεται το πρώτο τεύχος τού ιστορικού περιοδικού: «Κοχλίας», τού οποίου αποτελεί σημαντικόν συνεργάτη. Εκεί, δημοσιεύει: πεζογραφήματα, σχέδια, τεχνοκριτικά σημειώματα, ατομικές, καί συλλογικές, μεταφράσεις.

Το 1948, οπότε καί σταματάει η συνεργασία με τον «Κοχλία», ακολουθούν οι δημοσιεύσεις τών τεχνοκριτικών μελετών του, στο περιοδικό: «Ο αιώνας μας».

Το 1958, ξεκινά την συνεργασία με ένα, άλλο, ιστορικό, περιοδικό τής πόλης: την «Διαγώνιο», όπου συνεχίζει να δημοσιεύει ποιήματα, καί πεζογραφήματά του.

Η πρώτη του, τιμητική, διάκριση, έρχεται το 1952, όπου τού απονέμεται η γαλλική τιμητική διάκριση: «Palmes d’ Officier d’ Academie».

Το 1989, τού απονέμεται το βραβείο: «Χέρντερ», στην Βιέννη.

Υπεύθυνη Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών

Σοφία Μαγουλιώτη

Leave a Reply