WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΛΙΜΝΗ «ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ»: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΔΗ

Share Button

Ένα, σημαντικό, τμήμα τής Ελληνικής Μυθολογίας, είναι και ο «θεός τού Κάτω Κόσμου»: «Άδης», και το «βασίλειό» του.

Πρόκειται γιά ένα «βασίλειο» που προκαλούσε δέος, και τρόμο, στούς Έλληνες τής αρχαιότητος, στο άκουσμά του και μόνον!

Εκεί, οδηγούντο οι ψυχές, μετά τον θάνατο τών σωμάτων τους, εδικάζοντο, και, ανάλογα με τον βίο που είχαν διάγει, οδηγούντο στα «Ηλύσια Πεδία». Στα «Νησιά τών Μακάρων», οι ενάρετοι, και στα «Τάρταρα» (Σημ.: «ταρ» = «σκοτεινός», «ταρ-ταρ» = «διπλά σκοτεινός» (τόπος)), οι αμαρτωλοί!

Από το «βασίλειο τού Άδου» δεν μπόρεσε να επιστρέψει, ποτέ, κανείς, και, ο ίδιος (ο «Άδης»), εχαρακτηρίζετο ως: «ιδιαίτερα σκληρός, κι’ αμείλικτος, θεός»! Κατά την μεταφορά τους στον «Άδη», οι νεκροί περνούσαν από διάφορα μέρη.

Κάποια από τα μέρη, αυτά, ήσαν και οι «πέντε ποταμοί τού Άδου»:

Ο «Αχέρων», o «ποταμός τής θλίψης».

Ο «Κωκυτός», ο «ποταμός τού θρήνου».

Ο «Πυριφλεγέθων», ο «ποταμός με τις πύρινες φλόγες».

Η «Λήθη», ο «ποταμός τής λησμονιάς»,  και:

Ο «Στύξ», ο «ποταμός τού μίσους».

Οι τρεις, εξ αυτών (Αχέρων, Κωκυτός, Πυριφλεγέθων) εχύνοντο στην λίμνη «Αχερουσία», που αποτελούσε, ουσιαστικά, τα «προπύλαια τού Άδου».

10

Η λίμνη, αυτή, εβρίσκετο ακριβώς πριν τις «πύλες τού Κάτω Κόσμου», οι οποίες εφυλάσσοντο από τον «Κέρβερο». Η ετυμολογία τής λέξεως: «Αχερουσία» «συγκλίνει» με αυτήν τού «Αχέροντος», και προέρχεται από την λέξη: «άχος», που σημαίνει: «θλίψις». Εξ ού, και ο «Αχέρων» ήταν ο «ποταμός τής θλίψεως», και η «Αχερουσία», η «λίμνη απ’ όπου περνούσαν οι νεκροί», καθ’ οδόν γιά τον «Άδη».  Μέχρι τις όχθες τού «Αχέροντος», οδηγούσε, τις ψυχές, ο «Ερμής», ο οποίος, εκτός τού ρόλου τού «αγγελιαφόρου τών θεών», εκτελούσε και «χρέη ψυχοπομπού»! Εκείνου, δηλαδή, που «μετέφερε τις ψυχές, από τον «Επάνω», στον «Κάτω Κόσμο»»! Με την άφιξή τους στην λίμνη, τις ψυχές παραλάμβανε ο βαρκάρης «Χάρων», γιός τού «Ερέβους» και τής «Νυκτός», ο οποίος τις μετέφερε στον «Άδη», έναντι ενός οβολού, τον οποίον ετοποθετούσαν οι συγγενείς, ή, οι φίλοι τών νεκρών, στην γλώσσα τους! Σύμφωνα με τον μύθο, οι ψυχές τών απόρων, χωρίς φίλους, και συγγενείς, επεριφέροντο, αιωνίως, στις όχθες τού «Αχέροντος», αναζητώντας ανάπαυση! Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα τού Μενίππου, ο οποίος, κατά τον Λουκιανό, απάντησε στον «Χάροντα»: «Ουκ αν λάβεις, παρά τού μή έχοντος», όταν, εκείνος, τού ζήτησε τα «πορθμεία», και απετέλεσε τον μόνον άνθρωπο που πέρασε στον «Άδη», χωρίς να πληρώσει το αντίτιμο!

Η ίδια η όψις, τής λίμνης αυτής, η οποία εβρίσκετο πλησίον τής σημερινής «Παραμυθιάς», έκανε τούς αρχαίους να φαντάζονται ότι, έτσι, θα έπρεπε να είναι το «βασίλειο τού Πλούτωνος»! Σκοτεινή, με «μαύρα» νερά (λόγω τού γεγονότος ότι ήταν ελώδης λίμνη), καλυμμένη, μονίμως, από ομίχλη, και, πάντοτε, παγωμένη (σε σημείο να αναπτυχθεί ο μύθος ότι: κανένα ζωντανό όν δεν επιβιώνει εκεί!), προϊδέαζε, όποιον την αντίκρυζε, ότι, πιθανώς, εκεί, κατοικούσε ο σκληρότερος, και ζοφερότερος, τών θεών, και, εκεί, «κρατούσε» και τις ψυχές όσων έφευγαν από την ζωή!

Την τρομακτική, αυτή, διαδρομή, ακολουθούσαν και όσοι ζωντανοί επιθυμούσαν να επισκεφθούν το «Νεκρομαντείο», που οικοδομήθηκε στον «Αχέροντα», και βασίστηκε στην αρχέγονη ανάγκη τού ανθρώπου να συνεχίσει να επικοινωνεί με όσους έφυγαν από την ζωή. Το «Μαντείο» υποσχόταν, ακριβώς, την «επαφή» τών ζωντανών με τις ψυχές τών οικείων τους νεκρών! Επρόκειτο γιά μιά από τις πιό «καλοστημένες» απάτες τής αρχαιότητος, η οποία φαίνεται ότι ξεκίνησε στα τέλη τού 4ου αιώνα, και οργανωνόταν ως εξής: αρχικά, οι ιερείς, «αποσπούσαν» πληροφορίες, από τούς επισκέπτες, γιά τον λόγο τής επισκέψεώς τους, στο «Νεκρομαντείο», αλλά και την κοινωνικοοικονομική τους κατάσταση! Έπειτα, ακολουθούσαν κάποιες «ημέρες δίαιτας», κατά τις οποίες, οι επισκέπτες, ετρέφοντο μόνον με: όστρακα, χοιρινό, και: κριθαρένιο ψωμί. Στην διατροφή τους επεριλαμβάνοντο, επίσης, και: κουκιά με λούπινα, τα οποία προκαλούσαν ελαφρά δηλητηρίαση, και παραισθήσεις, σε συνδυασμό με τις πολυήμερες δίαιτες! Το «Νεκρομαντείο» ήταν έτσι κατασκευασμένο, που έδινε, πράγματι, την εντύπωση, στον επισκέπτη, ότι βρισκόταν πολύ κοντά στο μέρος που «διέμεναν» οι ψυχές! Στη συνέχεια, τελούσαν θυσία, και έχυναν το αίμα στο χώμα, γιά να τούς αναγνωρίσουν οι συγγενείς τους, εφ’ όσον είχαν περάσει από τον «Ποταμό τής Λήθης».

Ευρήματα, στον χώρο τού «Νεκρομαντείου», υποδεικνύουν την ύπαρξη, εξαιρετικά πρωτοπόρων, «μηχανισμών», οι οποίοι εχρησιμοποιούντο ώστε να δίνουν την εντύπωση, στον επισκέπτη, ότι, πράγματι, συνομιλεί με «άϋλες ψυχές», δηλαδή: με «είδωλα»! Στην εντύπωση, αυτή, συνέβαλε και η εξαιρετική ακουστική τού χώρου! Συγκεκριμένα, στην κεντρική αίθουσα, όπου, υποτίθεται, γινόταν η «συνάντηση» με τις ψυχές, επικρατούσε απόλυτη ησυχία, και ο «χρόνος αντηχήσεως» είναι ιδιαιτέρως χαμηλός!  Τέλος, αφού άκουγαν αυτά που ήθελαν να ακούσουν από τούς ιερείς, οι επισκέπτες, έφευγαν από άλλον δρόμο, ώστε να εξασφαλίζεται η μυστικότης! Φυσικά, οι χρησμοί δεν εκοινοποιούντο, και, αν γινόταν λόγος γι’ αυτούς, εθεωρείτο «ύβρις», η οποία επέσειε την ποινή τού θανάτου! Το 167π.Χ., το «Μαντείο» επυρπολήθει από τούς Ρωμαίους, και επαναλειτούργησε, γιά μικρό χρονικό διάστημα, μερικά χρόνια αργότερα. Τον 18ο, μ.Χ., αιώνα, ανοικοδομήθηκε, στον χώρο, η «Μονή τού Αγίου Ιωάννη τού Προδρόμου».

Το 1950, η βρεταννική εταιρεία: «Bloots, Ltd», ανέλαβε την αποστράγγιση τής λίμνης «Αχερουσίας», όπως συνέβη και με πολλές, ακόμη, λίμνες, στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση προχώρησε στις αποξηράνσεις, αυτές, λόγω τών ασθενειών που ανεπτύσσοντο στις λίμνες (ελονοσία), και στην ανάγκη ανευρέσεως επιπλέον καλλιεργήσιμης γης. Υπό τις συνθήκες αυτές, το 1950, καταστράφηκε ένας «ζωντανός μύθος», ένας χώρος, τού οποίου, η «απόκοσμη όψη», συνέβαλε στην «ανάπτυξη» πολλών μύθων, από την αρχαιότητα, έως τον 20ο αιώνα!

Έτσι, η «Αχερουσία», «πέρασε», επισήμως, στην «σφαίρα τής Μυθολογίας», ως: η «λίμνη τών νεκρών», παίρνοντας, μαζί της, «μακάβριους μύθους», «αμείλικτους θεούς», και: «μυθολογικά πλάσματα»!

Για τον Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών

Κατερίνα Τόλια, δημοσιογράφος

Leave a Reply