WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ

Share Button

H Μαρία Κάλλας (Νέα Υόρκη, 02 Δεκεμβρίου 1923 – Παρίσι, 16 Σεπτεμβρίου 1977) υπήρξε κορυφαία υψίφωνος, καί η πλέον γνωστή, παγκοσμίως, ερμηνεύτρια όπερας καί λυρικού θεάτρου.

Τα πρώτα χρόνια: Η Μαρία Κάλλας γεννήθηκε ως: «Άννα – Μαρία – Καικιλία – Σοφία Καλογεροπούλου», στις 02 Δεκεμβρίου τού 1923 στη Νέα Υόρκη.

Τον Αύγουστο τής ίδιας χρονιάς, οι γονείς της: Ευαγγελία Δημητριάδη (από την Κωνσταντινούπολη), καί: Γεώργιος Καλογερόπουλος (από τo «Nεωχόριο Ιθώμης», στόν Μελιγαλά Μεσσηνίας), είχαν μεταναστεύσει στις Η.Π.Α., από την Αθήνα.

Εκεί, ο πατέρας της ανοίγει φαρμακείο καί, το 1929, αλλάζει το οικογενειακό του επώνυμο από: «Καλογερόπουλος», σε: «Callas». Τρία χρόνια αργότερα, η Μαρία ξεκινά τα πρώτα μαθήματα πιάνου, μαζί με την μεγαλύτερη αδελφή της: Υακίνθη.

Σε ηλικία 11 ετών έλαβε το πρώτο βραβείο ως: «σολίστ», σε διαγωνισμό παιδικών φωνών, που είχε διοργανώσει ο ραδιοφωνικός σταθμός τής Νέας Υόρκης «W.O.R.».

Στα 1937, έρχεται το διαζύγιο τών γονιών της, καί η Μαρία ακολουθεί την μητέρα της, στην Αθήνα, όπου, ήδη, βρισκόταν καί η αδελφή της.

Αρχικά, αν καί μικρότερη από το «ηλικιακό όριο εισαγωγής», εγγράφηκε στο «Εθνικό Ωδείο» τού Καλομοίρη, με καθηγήτρια: την Μαρία Τριβέλλα, ενώ, έναν χρόνο αργότερα, βρέθηκε στο «Εθνικό Ωδείο Αθηνών», όπου δίδασκε: η Ελβίρα ντε Ιντάλγκο (Elvira de Hidalgo), καί η οποία θεωρείται ως η «κατ’ εξοχήν» δασκάλα τής Κάλλας.

Στις 02 Απριλίου 1939, κάνει το σκηνικό της «ντεμπούτο» ως: «Σαντούζα», σε μία μαθητική παράσταση τής «Αγροτικής Ιπποσύνης» (Cavalleria Rusticana), τού Πιέτρο Μασκάνι, από το «Ωδείο Αθηνών».

Λίγο πριν το ξέσπασμα τού ελληνοϊταλικού πολέμου, έρχεται η πρώτη της συνεργασία με την εταιρεία τής «Λυρικής Σκηνής Αθηνών» καί, στις 21 Οκτωβρίου τού 1940, ερμηνεύει τραγούδια από τον «Έμπορο τής Βενετίας», τού Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, στο «Βασιλικό Θέατρο».

Η συνεργασία της με την «Λυρική Σκηνή» θα συνεχιστεί, καί, στις 21 Ιανουαρίου 1941, στην πρώτη της μελοδραματική εμφάνιση, θα υποδυθεί την «Βεατρίκη», στο έργο: «Βοκκάκιος», τού Φραντς φον Σουπέ, στο κινηματοθέατρο: «Παλλάς».

Στις 27 Αυγούστου τού 1942, στο θερινό θέατρο: «Παρκ», στην Πλατεία Κλαυθμώνος, στην πρώτη της, επαγγελματική, εμφάνιση σε όπερα, ερμηνεύει: «Τόσκα», τού Τζιάκομο Πουτσίνι.

Την ίδια χρονιά, συμμετείχε σε συναυλία τής «Λυρικής», στην Θεσσαλονίκη.

Στις 19 Φεβρουαρίου, ερμηνεύει την «Σμαράγδα», στον «Πρωτομάστορα», τού Μανώλη Καλομοίρη, καί, εννέα μέρες αργότερα, συμμετέχει σε μεγάλη συναυλία γιά τα συσσίτια τής Νέας Σμύρνης, στον κινηματογράφο: «Σπόρτινγκ».

Στις 12 Δεκεμβρίου, ερμηνεύει άριες τού Μπετόβεν, καί τού Ροσίνι, σε συναυλία υπέρ τών φυματικών.

Η αρχή τής μεγάλης πορείας: Λίγο μετά την απελευθέρωση τής Ελλάδος, από τις δυνάμεις τού «Άξονα», η Κάλλας, εξ αιτίας τής υποβάθμισής της στην «Λυρική Σκηνή», καί εν μέσω τής πολεμικής τών συναδέλφων της, που την κατηγορούσαν γιά συνεργασία με τούς κατακτητές, αποφασίζει να επιστρέψει στις Η.Π.Α. Προκειμένου να εξασφαλίσει τα εισιτήριά της, δίνει μιά αποχαιρετιστήρια παράσταση στην Αθήνα.

Τον Σεπτέμβριο τού 1945 βρίσκεται στη Νέα Υόρκη, καί ξεκινά την προσπάθεια γιά ανεύρεση εργασίας, αρχικά στην «Μητροπολιτική Όπερα». Δεν καταφέρνει, όμως, να υπογράψει συμβόλαιο. Εν τούτοις, η ακρόασή της από τον Έντουαρντ Τζόνσον, διευθυντή τής «Όπερας», φέρνει την προσφορά δύο ρόλων στα έργα: «Φιντέλιο», τού Μπετόβεν, καί: «Μαντάμ Μπατερφλάϊ», τού Πουτσίνι. Η Κάλλας απορρίπτει τούς ρόλους. Δεν θέλει να τραγουδήσει το: «Φιντέλιο», στα αγγλικά, ενώ αισθάνεται πολύ εύσωμη, ώστε να ερμηνεύσει την αιθέρια: «Μπατερφλάϊ».

Η γνωριμία της με τον καλλιτεχνικό διευθυντή τής «Αρένας τής Βερόνα»: Τζοβάννι Τζενατέλλο, την οδηγεί στην Ιταλία. Εκεί, στις 03 Αυγούστου τού 1947, κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην «Αρένα τής Βερόνα», με την «Τζοκόντα», τού Αμιλκάρε Πονκιέλι.

Τον ίδιο χρόνο, ερμηνεύει την «Ιζόλδη», από το: «Τριστάνος καί Ιζόλδη», στην Βενετία, υπό την καθοδήγηση τού μαέστρου: Τούλιο Σεραφίν. Συνάμα, έρχεται καί η γνωριμία της με τον μουσόφιλο Ιταλό βιομήχανο: Τζοβάννι Μπατίστα Μενεγκίνι, με τον οποίον παντρεύονται στις 21 Απριλίου 1949.

Ο Μενεγκίνι, έχοντας καί ρόλο «μάνατζερ», άσκησε καταλυτική επιρροή στην καριέρα τής Κάλλας, υποβάλλοντάς την σε δίαιτα, με σκοπό να αποκτήσει καλύτερη εμφάνιση, καί αποτρέποντάς την από κάθε βιοτική ενασχόληση, με την οικονομική κάλυψη που τής παρείχε.

Έτσι, τον ίδιο χρόνο, η Κάλλας κάνει καλλιτεχνικές εμφανίσεις στο Μπουένος Άϊρες, καί, το 1950, στο Μεξικό.

Τα στάδια τής αποθέωσης: Στις 07 Δεκεμβρίου 1951, η Κάλλας «ανοίγει» την σαιζόν, στην «Σκάλα τού Μιλάνου», με τον: «Σικελικό Εσπερινό», εμφάνιση που τής προσφέρει μεγάλη αναγνώριση!

Κατά την διάρκεια τών επομένων επτά ετών, η «Σκάλα» θα είναι η σκηνή τών μεγίστων θριάμβων της, σε ένα, ευρύ, φάσμα ρόλων.

Το 1955, ανεβάζει την ιστορική παράσταση τής: «Τραβιάτα», τού Βέρντι, σε σκηνοθεσία: Λουκίνο Βισκόντι.

Στις 27 Οκτωβρίου 1956, εμφανίστηκε, γιά πρώτη φορά, στην «Μητροπολιτική Όπερα τής Νέας Υόρκης», ως: «Νόρμα», στο ομώνυμο έργο τού Μπελλίνι.

Στις 05 Αυγούστου 1957, επιστρέφει στην Αθήνα, καί εμφανίζεται στο «Ωδείο Ηρώδου Αττικού», στα πλαίσια τού «Φεστιβάλ Αθηνών».

Δύο μήνες πριν, είχε γνωρίσει τον εφοπλιστή: Αριστοτέλη Ωνάση, σε δεξίωση τής κοσμικογράφου: Έλσας Μάξγουελ. Η γνωριμία τους θα εξελιχθεί σε μία από τις πλέον συζητημένες σχέσεις, στην Ιστορία!

Το 1960, τραγουδά στο «Αρχαίο Θέατρο τής Επιδαύρου»: «Νόρμα», καί, το επόμενο έτος: «Μήδεια», σε σκηνοθεσία: Αλέξη Μινωτή.

Το 1962, επανέρχεται στην «Σκάλα τού Μιλάνου», καί αποθεώνεται σαν: «Μήδεια», σε σκηνοθεσία: Αλέξη Μινωτή, καί κοστούμια: Γιάννη Τσαρούχη.

Τον Ιανουάριο τού 1964, πείθεται, από τον Φράνκο Τζεφιρέλι, να συμμετάσχει σε μία νέα παραγωγή τής «Τόσκα», στην σκηνή τού «Covent Garden». Η παράσταση εκθειάζεται από τούς κριτικούς, ενώ ακολουθεί, την ίδια χρονιά, νέος καλλιτεχνικός θρίαμβος, στην «Όπερα τών Παρισίων», με την «Νόρμα»!

Παρά τα φωνητικά προβλήματα, που έχει αρχίσει να αντιμετωπίζει, το Παρισινό κοινό την αποδέχεται θερμά!

Στις 05 Ιουλίου 1965, εμφανίζεται, γιά τελευταία φορά, σε παράσταση όπερας, στο: «Covent Garden», με την: «Τόσκα», σε σκηνοθεσία: Φράνκο Τζεφιρέλι.

Στα 1966, «απεκδύεται» την αμερικανική υπηκοότητα, καί λαμβάνει την ελληνική.

Με αυτή της την ενέργεια, «λύεται», καί τυπικά, ο γάμος της με τον Μενεγκίνι.

Πλέον, ελπίζει ότι, ο Αριστοτέλης Ωνάσης, θα τής ζητήσει να παντρευτούν, κάτι που, τελικά, δεν γίνεται, μιά καί, στις 08 Ιουλίου τού 1968, ο έλληνας μεγιστάνας παντρεύεται την χήρα τού αμερικανού Προέδρου Κέννεντυ: Τζάκυ.

Αυτή του η πράξη, «βυθίζει σε κατάθλιψη» την κορυφαία υψίφωνο!

[Επεξεργασία]

Τελευταίες σκηνές πριν από το τέλος: Το 1969, γυρίζει σε ταινία: την «Μήδεια», τού Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία: Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Η ταινία «δεν έχει τύχη» στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Στις 25 Μαΐου 1970, μεταφέρεται στο νοσοκομείο, καί γίνεται γνωστό ότι επεχείρησε να αυτοκτονήσει, λαμβάνοντας μεγάλη δόση βαρβιτουρικών.

Το 1973, σκηνοθετεί στο Τορίνο, μαζί με τον Τζουζέπε ντι Στέφανο, τον «Σικελικό Εσπερινό» καί, την ίδια χρονιά, ξεκινά, μαζί του, μιά παγκόσμια καλλιτεχνική περιοδεία.

Στις 08 Δεκεμβρίου, η Κάλλας τραγούδησε στην «Όπερα τών Παρισίων», όπου, το κοινό, την κάλεσε στην σκηνή 10 φορές, καταχειροκροτώντας την!

Η τελευταία της εμφάνιση έγινε στην πόλη: «Σάπορο», τής Ιαπωνίας, στις 11 Δεκεμβρίου τού 1974.

Η Μαρία Κάλλας «πέρασε στην αιωνιότητα» στις 16 Σεπτεμβρίου τού 1977, στο Παρίσι.

Η κηδεία της έγινε στις 20 Σεπτεμβρίου και, αφού το σώμα της αποτεφρώθηκε, όπως επιθυμούσε, την άνοιξη τού 1979, η τέφρα της σκορπίστηκε στο Αιγαίο.

Ταινίες γιά την Κάλλας:

«E la nave va», 1983 (ελλ.: «Καί το πλοίο φεύγει»), σε σκηνοθεσία τού Φεντερίκο Φελίνι.

«Callas Forever», 2002 (ελλ.: «Κάλλας για πάντα»), σε σκηνοθεσία τού Φράνκο Τζεφιρέλι, καί στον ρόλο τής Κάλλας: η Φανί Αρντάν.

Το μεγάλο μυστικό: Στο κινηματογραφικό ντοκυμαντέρ: «Απόλυτη Κάλλας», τού γάλλου σκηνοθέτη: Φιλίπ Κολί, βασισμένο σε ιστορικά αρχεία, αποκαλύπτεται μιά μυστική πτυχή τής ζωής τής μεγάλης «ντίβας». Συγκεκριμένα, αποκαλύπτεται ότι, η Μαρία Κάλλας, στις 30 Μαρτίου τού 1960, γέννησε ένα άρρεν βρέφος, πλην, όμως, νεκρό, που φέρεται ως καρπός τού έρωτά της με τον Αριστοτέλη Ωνάση! Ο Φιλίπ ισχυρίζεται ότι επαλήθευσε το ατυχές, αυτό, γεγονός, με «πιστοποιητικό γέννησης», στο οποίο αναφέρεται, μεν, το όνομα: «Όμηρος», αλλά με επίθετο «μη αναγνώσιμο». Επίσης, ισχυρίζεται ότι κατέχει φωτογραφίες από το νεκροταφείο «Μπρέσο», τού Μιλάνου, όπου, κατά τούς ισχυρισμούς του, θάφτηκε το νεογέννητο, υπό «άκραν μυστικότητα».

Για τον Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών ΕΟΕ

Leave a Reply