WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

«BEATLES»: ΤΑ «ΣΚΑΘΑΡΙΑ»-ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ!

Share Button

«Σχηματίστηκαν» στο Liverpool, το 1959.

H αρχική τους σύνθεση περιελάμβανε τούς:

John Lennon (1940-1980, ρυθμική κιθάρα και φωνή),

Paul McCartney (1942, κλασσική κιθάρα και φωνή),

George Harrison (1943-2001, «lead» κιθάρα και φωνή),

Stuart Sutcliffe (μπάσσο και φωνή),

Paul και Pete Best (1941, τύμπανα).

Tο πρώϊμο ρεπερτόριό τους στηριζόταν σε διασκευές αμερικανικών «R&B» κομματιών τών: Chuck Berry, και: Little Richard. Η ονομασία τού συγκροτήματος έμελλε να «ταλανίσει» τα μέλη του, καθώς, ο τίτλος: «The Beatles», τοποθετείται στην 12η θέση τής περίφημης ονομαστικής λίστας τους: «Black Jacks», «Quarry Men», «Johnny and the Moondogs», «Nerk Twins», «Beatals», «Long John & the Silver Beetles», «Silver Beetles», «Silver Beats», «Beetles», «Beatles», «Silver Beatles», «The Beatles».

Στις αρχές τού 1961, ο Sutcliffe απεφάσισε να αποχωρήσει, και ο McCartney «πήρε» το μπάσσο. Τον Νοέμβριο, τού ιδίου χρόνου, ο Brian Epstein (ο αποκαλούμενος: «πέμπτος Beatle») έγινε manager τους. Τον Αύγουστο τού 1962, αντικαθιστούν τον drummer: Pete Best, με τον: Richard Starkey (Ringo Starr, 1940), και κυκλοφορούν το ιστορικό single: «Love Me Do», με παραγωγό: τον George Martin, που, σύντομα, θα απελάμβανε την φήμη τού «πέμπτου Beatle». Τον Ιανουάριο τού 1963, κυκλοφορεί το δεύτερο «single»: «Please Plese Me», το οποίο «κατακτά» τον «θρόνο» τού «Νο 1 βρεττανικού top». Το πρώτο τους album, με τον ίδιο τίτλο, έμεινε γιά 30 εβδομάδες στο «Νο 1» τής Αγγλίας, γιά να «αντικατασταθεί», το 1964, από το: «With The Beatles», που έμεινε στην «κορυφή» γιά 22 εβδομάδες, ενώ, οι όροι: «Merseybeat» (μιά μουσική έκδοση που αναφερόταν και στην μουσική τους), και: «Beatlemania» (γιά την «υστερία» που προκαλούσαν, ειδικά στον γυναικείο πληθυσμό), «υιοθετήθηκαν» παγκοσμίως! Το 1963, επιπλέον, ηχογράφησαν ένα από τα πιό ιστορικά «single» τους, το: «I Want to Hold Your Hand», αποδεικνύοντας το ταλέντο να γράφουν αυθεντικά, διαχρονικά, και εμπορικά, τραγούδια, ταλέντο που «χάρισε» την πρώϊμη «ωρίμανση» τού συγκροτήματος! Τον Ιανουάριο τού 1964, «εισβάλουν», απότομα, στην αμερικανική αγορά, με το: «I Want to Hold Your Hand», «κατακτώντας» το «Νο 1» τών Η.Π.Α.! Τον Απρίλιο, τού ιδίου χρόνου, οι «Beatles» έμελλε να γνωρίσουν μία, ακόμη, πρωτόγνωρη, επιτυχία, αφού, τα τραγούδια τους, «σκαρφάλωσαν» στις πέντε πρώτες θέσεις τών «singles», στην Αμερική. Τον Ιούλιο τού 1964, έκανε πρεμιέρα η πρώτη τους κινηματογραφική ταινία: «A Hard Day’s Night», σε σκηνοθεσία: Richard Lester, και, σύντομα, ακολούθησε το δεύτερό τους φιλμ: «Help», αυτή την φορά, σε «technicolor»! Τον ίδιο χρόνο, ο McCartney γράφει το: «Yesterday», το τραγούδι με τις περισσότερες ραδιοφωνικές μεταδόσεις! Στην Νέα Υόρκη, τον Αύγουστο τού 1965, οι «Beatles» παίζουν σε στάδιο baseball, γιά πρώτη φορά στην ιστορία τών συναυλιών! Σταδιακά, άρχισαν την παραγωγή πιό «περιπετειώδους» μουσικής, που οδήγησε σε δίσκους σαν το: «Rubber Soul», και: το «Revolver». O Harrison πειραματίστηκε, γιά πρώτη φορά, με το ινδικό έγχορδο «sitar», στο «Norwegian Wood». Tο καλοκαίρι τού 1966, ξεσπά «κατακραυγή», κατά τού συγκροτήματος, μετά από τηλεοπτική δήλωση τού Lennon ότι: «Οι «Beatles», είναι πιό διάσημοι από τον Ιησού!», που εντάθηκε όταν, ο McCartney, παραδέχθηκε, στην τηλεόραση, ότι έχει πάρει «LSD»!

Έδωσαν την τελευταία «ζωντανή» συναυλία, τής καριέρας τους, στο San Francisco. Στην «καρδιά» τού «καλοκαιριού τής αγάπης» και τής επιτυχίας, ετοίμασαν το επόμενό τους film, σε «ύφος» documentaire (αν και σουρρεαλιστικό), το: «Magical Mystery Tour», και κυκλοφόρησαν το: «Sgt. Pepper’s Lonely Heart’s Club Band» (1967), το οποίο θεωρείται «κορυφαία» στιγμή στην καριέρα τους και, γιά πολλούς μουσικούς κριτικούς, αποτελεί το σημαντικότερο album τής rock μουσικής! Στις 25 Ιουνίου τού 1967, στην πρώτη, παγκόσμια, ταυτόχρονη, μετάδοση, μέσω δορυφόρου, τραγούδησαν το: «All You Need Is Love», σε 200 εκατομμύρια ανθρώπους! Μετά τον αιφνίδιο θάνατο τού manager τους: Brian Epstein, γνώρισαν τον Maharishi Mahesh Yogi, «υιοθετώντας» στοιχεία τής Μέσης Ανατολής. Ένα από τα, βασικά, βήματα τής καριέρας τους, αποτελεί η ίδρυση τής δισκογραφικής εταιρείας: «Apple», που «στέγασε», επιχειρηματικά, όλες τους τις δραστηριότητες. Θριαμβευτικά, με το: «Abbey Road», και το: «Let It Be» (που ήταν, τελικά, το τελευταίο τους album, αλλά και το τελευταίο τους «ζωντανό»), η ιστορία τών «Beatles» έφτασε στο τέλος της. Οι εσωτερικές διαμάχες, οι συγκρούσεις, οι ανταγωνισμοί, και το «αγκάθι», που «ακούει» στο όνομα: «Γιόκο Όνο», η οποία είχε «εισβάλλει», το 1966, στην ζωή τού John Lennon, αποτελούν τα αίτια διάλυσης τού κορυφαίου «rock & roll» συγκροτήματος, στην ιστορία τής rock μουσικής, αποτελώντας και «μπούσουλα» γιά την εξέλιξη τής «pop» μουσικής.

Στα τέλη τής δεκαετίας τού 1960, οι κοινωνικές εντάσεις έφτασαν στο «αποκορύφωμά» τους. Με αφορμή τον «ειρηνιστικό χαρακτήρα» τών «Beatles», η νεολαία επαναστατεί ειρηνικά, τα μαλλιά μακραίνουν, τα ναρκωτικά ήσαν παντού, και ο Μυστικισμός, οι ανατολικές φιλοσοφίες, και η ψυχεδέλεια, «ζυμώνονταν» με την «δυτική σκέψη», και τον «τρόπο ζωής». Οι «Beatles» «ανδρώθηκαν», «ξέφυγαν» από την «κυριαρχία» τού manager τους: Brian Epstein, και, η μουσική τους «έκρηξη», ήταν ο «παλμογράφος» τών κοινωνικών αλλαγών! Οι «Beatles» εμφανίζονται, «επιβλητικά», σε μιά «καινούργια εποχή», μιά εποχή όπου, οι αγώνες γιά τα αιτήματα τού «rock κινήματος»: αγάπη, ελευθερία, ισότητα, προστασία τού περιβάλλοντος, σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα, όχι αποκλεισμοί λόγω «χρώματος», και ελευθερία στην αυτοδιάθεση, «καθιστούν» το συγκρότημα ως «πρωτεργάτη» τής κοινωνικής αλλαγής, και «εξισώσεως» τών τάξεων! Αιτήματα, δηλαδή, διαχρονικά, που πρωτοστατούν, έως και σήμερα, με μεγαλύτερη ένταση, απ’ ό,τι στην δεκαετία τού ’60.

Την δεκαετία τού ‘90, η «νοσταλγία» τού συγκροτήματος, που «κυριάρχησε» παγκοσμίως, «ώθησε» τα, «εν ζωή», μέλη τού συγκροτήματος στην επανένωσή τους. Αυτή τη φορά, «αποστασιοποιούνται» από τις «εσωτερικές ρίξεις», διαπιστώνοντας ότι, το κοινό συμφέρον, είναι ένας ισχυρός «συνδετικός κρίκος»! Επανακυκλοφορούν τα παλιά τους τραγούδια, μαζί με τις εκτελέσεις που δεν χρησιμοποίησαν, και όποιο, άλλο, υλικό είχαν, από την περίοδο που ηχογραφούσαν μαζί. Πρώτη τους δουλειά, απετέλεσε μιά σειρά τριών, διπλών, CD’s, με τίτλο: «Anthology», και ένα, καινούργιο, τραγούδι, με την φωνή τού John Lennon! Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο, καθώς, το τραγούδι: «Free as a Bird», «ανεβαίνει» στο «Νο 1», και οι πωλήσεις τών τριών ανθολογιών εκπλήσσουν τούς πάντες! Οι «Beatles» κάνουν ένα από τα πιό δυνατά «comeback», χωρίς, στην ουσία, να υπάρχουν ως group, γιά 30 χρόνια!

Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί το γεγονός ότι, η μουσική τού Μ. Θεοδωράκη «προσήλκυσε» τούς «Beatles» και, πιό συγκεκριμένα, η μουσική που γράφτηκε τον Νοέμβριο τού 1958, από τον Μ. Θεοδωράκη, στο Παρίσι, γιά την ταινία τού Michael Powell: «Μήνας τού Μέλιτος» («Honeymoon»), και έγινε γνωστή, ως τραγούδι, στην Ελλάδα, με το όνομα: «Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου». Διεθνώς, ακούστηκε ως: «The Honeymoon Song». Αυτή, την ερμηνεία, άκουσαν οι: John Lennon, και: Paul McCartney, και απεφάσισαν να το ξανα-ηχογραφήσουν, στις 16 Ιουλίου τού 1963, γιά τον κύκλο ραδιοακροαμάτων: «Pop Go the Beatles», που ετοίμαζαν, τότε, γιά το «B.B.C.».

 

ROCK ΜΟΥΣΙΚΗ.

Εμφανίστηκε στις αρχές τής δεκαετίας τού 1950, στην Αμερική, και είχε, ως «βάση», την τεχνοτροπία τού «rhythm & blues», και τον ρυθμό τού «rock & roll», τών αφρο-αμερικανικών κοινοτήτων τών Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και το «rockabilly» (η «rockabilly», ή: «ροκαμπίλυ», είναι μία από τις, πρώτες, μορφές τής «rock & roll», που χρονολογείται από τις αρχές τής δεκαετίας τού 1950). Πρόκειται γιά ένα «μείγμα» μουσικής «country & western», και: «rythm & blues», και έχει οριστεί ως: «δημοφιλής μουσική, που συνδυάζει στοιχεία «rock and roll» & «bluegrass»». «Συνεισφορά» στον ήχο, που πρωτοχαρακτηρίστηκε: «rock», θεωρείται ότι είχε και η «country» μουσική.

Στη δεκαετία τού 1960, η παραδοσιακή («folk») μουσική, τών «λευκών» κοινοτήτων τών Η.Π.Α., δημιούργησε «σχέση αλληλεπίδρασης» με τον «υβριδικό» τύπο τής «rock», που «κυριαρχούσε», εκείνη την περίοδο, με αποτέλεσμα: την δημιουργία τού «folk-rock». Παράλληλα, γίνεται γνωστό το «blues-rock», που αποτελεί «παρακλάδι» τής «rock», που δίνει μεγαλύτερη «βαρύτητα» στην ηλεκτρική κιθάρα, και στις «blues» «ρίζες», τής μουσικής αυτής.

Στα μέσα τής δεκαετίας τού 1960, εμφανίζεται το «ψυχεδελικό rock», που φέρει στοιχεία από μουσικές τής Ανατολής. Λίγα χρόνια αργότερα, η «jazz παιδεία» τών μουσικών, «οδηγεί» στην δημιουργία τού είδους: «jazz-rock fusion», ή, απλά: «fusion».

Στην δεκαετία τού 1970, η επικράτηση τής «disco» (ένα μείγμα: «soul», «funk», και: «Latin» μουσικής), «επηρεάζει» τις «rock» μελωδίες, και «δημιουργεί» τα υπο-είδη: «soft-rock», «progressive rock», «punk rock», και: «heavy metal».

Την δεκαετία τού 1980, «επικρατεί», στις «μουσικές αγορές», το «hard rock», και το «εναλλακτικό ροκ» («alternative rock») κάνει «τα πρώτα του βήματα».

Στην επομένη δεκαετία, «εισάγεται» το «grange», το «brit pop», και: το «ανεξάρτητο rock» («indie»), ως «υπο-είδη» τής «rock».

«Folk rock»: Σήμερα, λέγοντας «folk-rock», εννοούμε: την απλή, άμεση, ακουστικής βάσης, μουσική, που «αντλεί» την θεματολογία της από: εμπειρίες, ανησυχίες, χαρές, και: λύπες τής καθημερινής ζωής. Εκπρόσωπος τής «folk», πριν ακόμη από την περίοδο τής «αναγεννήσεώς» της (δεκαετία τού 1950), εθεωρείτο ο Woody Guthrie. Την δεκαετία, αυτή, «εδραιώνεται» η ερμηνεία τραγουδιών με, κοινωνικά προοδευτικό, μήνυμα, το οποίο θα εξέφραζε, απόλυτα, την «επαναστατική διάθεση» τού κοινού τής «folk» μουσικής. Σημαντικοί καλλιτέχνες τού είδους, με πολλά τραγούδια «διαμαρτυρίας», στο ρεπερτόριό τους, είναι: ο Bob Dylan, οι «Byrds», ο Neil Young, οι «Simon & Garfunkel», οι «The Mamas & the Papas», η Joni Mitchell και οι «The Band», οι «Fairport Convention» (στην Αμερική), και: οι «Steeleye Span», «τοποθετώντας» το κίνημα τής «folk-rock» στην «κορυφή» τής «δημοφιλούς rock», έως και μετά τα μέσα τής δεκαετίας τού 1960, στην Αμερική.

«Rock & Roll» και: «Rockabilly»: Το «rock & roll» είδος γνώρισε εξαιρετική δημοφιλία, και αποδοχή, την δεκαετία τού 1940, έως τις αρχές, και τα μέσα, τής δεκαετίας τού 1950. Είχε, ως «βάσεις» του, τον ήχο τής «rhythm & blues», και την «country». Το «rock & roll», αρχικά, ήταν ένα από τα είδη «χορευτικής μουσικής» τών αφρο-αμερικανών, τών οποίων, γνωστοί τραγουδιστές, δέχτηκαν ρατσιστικές κριτικές, σε μιά εποχή που, οι περισσότεροι χώροι διασκέδασης, ήσαν «διαχωρισμένοι» γιά λευκούς και μαύρους. Η επιτυχία τού «rock & roll», την δεκαετία τού ‘50, βασίζεται στην διασκευή τραγουδιών τής αφρο-αμερικής, από λευκούς, που, μάλιστα, το είδος έμεινε γνωστό ως: «rockabilly». Οι: Elvis Presley, Bill Haley, Jerry Lee Lewis, και: Johnny Cash, ήσαν μερικοί από αυτούς, που «εδραίωσαν» το «rock & roll» στην συνείδηση τών υπολοίπων Αμερικανών. Σημαντικός «σταθμός», γιά την διάδοση τής μουσικής, αυτής, απετέλεσε η κυκλοφορία τού πρώτου γραμμόφωνου, στα μέσα τής δεκαετίας τού 1950. Οι πωλήσεις δίσκων «rock & roll», κατέλαβαν, το 1959, το 42,7% τών συνολικών πωλήσεων! Βέβαια, εξ αιτίας τής επιτυχίας τού είδους, όσοι «προωθούσαν» καλλιτέχνες τής εποχής, χαρακτήριζαν ως: «rock & roll», και άλλα είδη μουσικής, όπως: τήν «pop» τής εποχής, που είχε στοιχεία «rock & roll», με στόχο την «προσέλκυση» μεγαλυτέρου κοινού. Εν τούτοις, η επικράτηση τού «rock & roll» ξεπέρασε τα όρια τών Ηνωμένων Πολιτειών, και γνώρισε μεγάλη επιτυχία και στην Βρεττανία, όπου «αναπτύχθηκε» το «βρεττανικό rock».

«Ψυχεδελικό rock»: Από τα μέσα, έως τα τέλη τής δεκαετίας τού 1960, παράλληλα με την «rock» μουσική, εμφανίζεται το «ψυχεδελικό rock». Το συγκεκριμένο είδος, εμφανίστηκε, αρχικά, στην «folk» σκηνή, με τούς «Holy Modal Rounders», υιοθετώντας τον όρο, το 1964, με μουσικό υπόβαθρο που περιελάμβανε στοιχεία «folk», αλλά και: «jug band» («μπάντας» παραδοσιακών, και αυτοσχεδίων, οργάνων τής Ανατολής και τής Ινδίας). Σημαντικοί εκπρόσωποι τού είδους, είναι οι: «Grateful Dead», «Merry Pranksters», «Country Joe and the Fish», «Jefferson Airplane», «Byrds», και: «Golden Earring». Στην Βρεττανία, το «ψυχεδελικό rock» έγινε γνωστό απο τούς: «Pink Floyd» (1965), «Soft Machine», τον βρεττανό Donovan (1966), τούς «Beatles» (1996, «Revolver»), τούς «Beach Boys» τού Brian Wilson, τούς «Cream», και τον Jimi Hendrix (1967). Το νέο είδος τής «rock» απέκτησε «αποδοχή» σε μεγάλα «rock festivals», στα τέλη τής δεκαετίας τού 1960, με πιό γνωστό, το «festival τού Woodstock», το 1969, που ξεκίνησε ως μουσικό, και καλλιτεχνικό, τριήμερο festival, με τεράστια προσέλευση θεατών, και θεωρείται σαν την κορυφαία συγκέντρωση νέων, οπαδών τής «rock μουσικής», και τής «υποκουλτούρας» τών «hippies»! Η μουσική τών «hippies» «σχεδιάστηκε» γιά να «ενισχύσει» το μυαλό, και να «τοποθετήσει», τόσο το ακροατήριο, όσο και τούς ίδιους τούς καλλιτέχνες (μέσω τής χορήγησης ναρκωτικών ουσιών (L.S.D.)), σε έναν «εναλλακτικό» τρόπο σκέψεως, στην έκσταση, και, πιό συγκεκριμένα, «στόχος» ήταν η «ταλάντευση» ανάμεσα στις ψευδαισθήσεις, στις «στρεβλώσεις» τής αντίληψης, στις «αλλαγμένες καταστάσεις» τής συνείδησης, και, μερικές φορές, στις «ψυχωτικές διαστάσεις». Η μουσική, αυτη, «επεδίωκε» να χαρίσει στούς ακροατές στοιχεία «απόκοσμα», μέσω τών «σουρρεαλιστικών» λυρικών, ή: στίχων βασισμένων στο όνειρο, στην φαντασία, και στο χιούμορ. Οι δημιουργοί άλλαξαν την «rock» σε: «ψυχεδελική», απο το μέτρο τού ήχου, την στιχουργική, την μουσική επένδυση, κι’ έφτασαν μέχρι την καθιέρωση τής «πολύχρωμης μόδας», με έντονα βαμμένα μάτια, μυστικιστικά εξώφυλλα albums, «trippy» (παραισθησιογόνου επιδράσεως) φωτισμούς, «καθιερώνοντας» μία σουρρεαλιστική-«rock» «φύση» στην μουσική κοινότητα.

«Progressive Rock»: Το «progressive rock» εμφανίστηκε λίγο αργότερα, από το «ψυχεδελικό rock», στην Αγγλία. Οι «bands» του «υιοθετούν» διαφορετικά όργανα, εκτός τού καθιερωμένου set: «κιθάρας – μπάσσου – drums», και «εισάγουν» νέες μορφές μουσικής στα τραγούδια. Τα «rock συγκροτήματα», τού είδους, ξεπέρασαν το τρίλεπτο διαρκείας ενός «rock» τραγουδιού, και ηχογράφησαν πιό «περίπλοκα», στην δομή, τραγούδια, χρησιμοποιώντας, ενίοτε, συγχορδίες που είχαν την «βάση» τους στην «jazz», και άλλα υπο-είδη, όπως: η «fusion». Η «ηλεκτρονική μουσική», η «jazz», η «κλασσική μουσική», επηρέασαν την εξέλιξη τής «προοδευτικής μουσικής», αλλά και τών συγκροτημάτων της. Τα τραγούδια, στο σύνολό τους, εδιαφοροποιούντο απο τα άλλα «rock» κομμάτια, καθώς είχαν μεγαλύτερη έκταση, και μέτρο, περιπλόκους χρονικούς συνδυασμούς, εξελιγμένες συνθέσεις με βάση τα φωνητικά, σύνθετες σημασιολογικές ιδέες, και περιεχόμενο. Κυμαίνονταν από: ήρεμα, και πλούσια σε μελωδία, έως: ατονικά, παράφωνα και: «περίπλοκα» κομμάτια. Η στιχουργική τους είναι πιό «εκλεπτυσμένη», συχνά «στηριζομένη» στην «σοφιστική» πραγματικότητα και, σπάνια, στην φανταστική. «Στόχος» τών συγκροτημάτων ήταν, μέσω τών albums τους, να σχολιάσουν: είτε άλλα τραγούδια, είτε μεμονωμένα, καθοριστικά, γεγονότα, είτε να «τοποθετήσουν» τον ακροατή στο «κέντρο» «αφηρημένων εμπειριών». Σημαντικά συγκροτήματα, είναι οι: «Barclay James Harvest», «Camel», «Caravan», «Van Der Graaf Generator», «Pink Floyd», «Emerson, Lake & Palmer», «Faust», «Genesis», «Gentle Giant», «Gong», «Jethro Tull», «King Crimson», «Magma», «The Nice», «Pavlov’s Dogs», «Rush», «Eloy», «Soft Machine», και: «Yes».

«Soft Rock»: Η μουσική «rock», κατά την δεκαετία τού ’70, «ταλαντευόταν» μέσα στην λιγότερο «σκληρή» «rock», κινουμένη κάπου μεταξύ: τού «pop», και: τού «rock», με πιό «χαλαρό» τόνο. Υπήρξαν κάποια βραχύβια συγκροτήματα, που έκαναν γνωστόν τον ήχο τού «soft rock»/«pop», όπως: οι «Partridge Family», οι «Cowsills», οι «Osmonds», και: οι «Archies». Με τις κατάλληλες ενορχηστρώσεις, εκυκλοφόρησαν τραγούδια με την ονομασία: «power ballads» (μπαλάντες με έντονο ρυθμό, που θύμιζαν τον «metal» ήχο, και διακρίνονται, συνήθως, από την ερωτική θεματολογία τους). Παράλληλα, «δέχθηκε» επιρροές και από την «folk-rock». Ο Neil Diamond, και: η Barbra Streisand, «κινούνται», μουσικά, στο «δυσδιάκριτο όριο» μεταξύ: «pop» και: «soft rock».

«Heavy Metal»: Το είδος τού «heavy metal», όπως πρωτοεμφανίζεται, χαρακτηρίζεται, ηχητικά, από έντονο, και βαρύ, ρυθμό, με επιρροές από «blues-rock», στις μελωδίες, και «παραμόρφωση», που προερχόταν από «ψαλιδισμό» τών κυματομορφών, μέσω υπερενισχύσεως, τού «σήματος» τής κιθάρας. Οι «Black Sabbath», από το Aston τού Birmingham, κυκλοφορούν, το 1969, το πρώτο, ομώνυμο, album τους, και ο ήχος τους περιγράφεται, από δημοσιογράφους, ως «ήχος βαρέων μετάλλων». Τα υπο-είδη τού «heavy metal» έγιναν δημοφιλή στην δεκαετία τού 1970 και, ακόμη περισσότερο, στην δεκαετία τού 1980.

«Punk Rock»: Στο «punk rock», η «μουσική παιδεία» δεν ήταν υποχρεωτική. Ωστόσο, αρκετοί μουσικοί της, με σχετική παιδεία, εσκεμμένα, δεν χρησιμοποιούσαν τις μουσικές τους γνώσεις! Βασικό «χαρακτηριστικό» τού είδους, αποτελεί η υπεραπλουστευμένη ανάπτυξή τους, σε τρεις συγχορδίες, που δεν έδιναν, πάντα, από μόνες τους, τον τόνο τού κομματιού, αλλά, αυτός, παρουσιαζόταν από την φωνητική μελωδία. Πολλά συγκροτήματα τής «υποκουλτούρας» τού «punk rock» είχαν ως «στόχο» την «αντίδραση» στον πολιτικό ιδεαλισμό, και την κατάρριψη τού «μύθου» τών hippies! Η παρουσία τών «Sex Pistols», στις Η.Π.Α., έδωσε «ώθηση» στο «κίνημα», που είχαν διαδώσει οι «Ramones», ενώ, μέχρι τα τέλη τής δεκαετίας τού 1970, συγκροτήματα από την California, όπως: οι «Dead Kennedys», οι «Minutemen», και: οι «Black Flag», και, αργότερα: οι «Green Day», έγιναν περισσότερο γνωστά.

«Glam Metal» και «Instrumental Rock»: Ένα είδος τής «rock», που είχε μεγάλη απήχηση την δεκαετία τού 1980, ήταν το «γκλαμ μέταλ» («glam metal»). Με «επιρροή», την παρουσία καλλιτεχνών, όπως: οι «Aerosmith», ο «Alice Cooper», οι «Sweet», και: οι «New York Dolls», εμφανίστηκαν τα πρώτα «γκλαμ μέταλ» συγκροτήματα, μερικά, εκ τών οποίων, ήσαν: οι «Mötley Crüe», οι «W.A.S.P.», και: οι «Ratt». Έγιναν γνωστοί γιά: τον «ακόλαστο» τρόπο ζωής, το «ξυμένο» χτένισμα τών μαλλιών, και: την χρήση «makeup», σε συνδυασμό με το «έξαλλο» ντύσιμο. Τα τραγούδια τους ήσαν «στομφώδη», «επιθετικά», με εριστική «αρρενωπότητα», ενώ, η στιχουργική θεματολογία, επικεντρωνόταν: στο σεξ, στο αλκοόλ, στα ναρκωτικά, και, ενίοτε: στον Αποκρυφισμό. Το «οργανικό rock» («instrumental rock») έγινε, επίσης, δημοφιλές, εκείνη την περίοδο, με την κυκλοφορία τού «Surfing with the Alien», από τον Joe Satriani. Πολλοί κιθαρίστες τής «heavy metal» που εθεωρούντο «δεξιοτέχνες», εκυκλοφόρησαν προσωπικούς δίσκους, πέρα από αυτούς με τα συγκροτήματα, στα οποία συμμετείχαν. Με αυτόν τον τρόπο, κιθαρίστες, όπως: ο George Lynch, ο Steve Vai, ο Yngwie Malmsteen, και: ο Steve Morse, απετέλεσαν «προσωπικότητες-ορόσημο», γιά την εξέλιξη τού είδους.

Για τον Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών

Σοφία Χρήστου, δημοσιογράφος

Leave a Reply