WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

Share Button

Πρωτάνοιξε τα μάτια του μια κρύα Τετάρτη, στις 23 του Οκτώβρη του 1925, σε μια κοινωνία που λίγα χρόνια πριν είχε βγει από έναν μεγάλο πόλεμο και είχε στα σκαριά ένα δεύτερο. Στην γραφική, ακριτική Ξάνθη της δεκαετίας του ’20, που δέχτηκε κύμα προσφύγων, έπειτα από τη μικρασιατική καταστροφή. Αυτό το κοινωνικό κράμα, Ελλήνων Τούρκων και Μικρασιατών προσφύγων, ήταν από τις πρώτες κοινωνικές συνθήκες που αντίκρισε ο γιος του Κρητικού δικηγόρου, Γιώργου Χατζηδάκη, και της Ανδριανουπολίτισας, Αλίκης Αρβανιτίδου, Μανώλης. Ο μικρός Μάνος, όπως τον φώναζαν, έδωσε από παιδί δείγματα της εκρηκτικής του προσωπικότητας. Η γνωστή Αρμένισα μουσικός Αλτουνιάν συνάντησε μια μέρα στο δρόμο τον πεντάχρονο Μάνο.

Την πήγε στους γονείς του και ζήτησε να ξεκινήσει μαθήματα πιάνου, κάτι που τελικά κατάφερε, ενώ παράλληλα διδάχθηκε βιολί κι ακορντεόν. Εκτός από την -εκ των πραγμάτων- σκληρή κοινωνική πραγματικότητα που αντιμετώπισε τα πρώτα χρόνια της ζωής του, ο Μάνος βρέθηκε μπροστά σε δύο καταστάσεις εξίσου δύσκολες. Το 1932, οι γονείς του χωρίζουν. Εξάλλου, όπως ο ίδιος ανέφερε, οι δυο αυτοί άνθρωποι “δε συνεργάστηκαν ποτέ, πέρα από τη στιγμή που απεφάσισαν την κατασκευή του”. Η μητέρα του μετακομίζει με τον επτάχρονο Μάνο και τη μικρότερη αδελφή του, Μιράντα, στην Αθήνα. Επιπλέον ο πατέρας του Μάνου πεθαίνει σε αεροπορικό δυστύχημα, καθώς ταξίδευε για το Μιλάνο, το 1938. Ο θάνατος του πατέρα του σε συνδυασμό με τον επικείμενο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έφεραν την οικογένεια του Χατζιδάκι αντιμέτωπη με οικονομικές δυσχέρειες. Η μητέρα του έφτασε σε σημείο να πωλεί προσωπικά τους αντικείμενα. Έτσι στην τρυφερή ηλικία των 13 ο Μάνος έπρεπε να δουλέψει για να συντηρήσει στοιχειωδώς την οικογένειά του. Εργάστηκε ως βοηθός στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο και σε φωτογραφείο, ως παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ και ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά. Ο ίδιος και η οικογένειά του αντιμετώπισαν όλη αυτήν την περίοδο σιωπηλά και με αξιοπρέπεια, χωρίς κανείς να μάθει για τα οικονομικά τους προβλήματα. Σε ηλικία 15 ετών επισκέφθηκε για πρώτη φορά τον τόπο καταγωγής του, την Κρήτη. Έμεινε αρκετά, όσο χρειαζόταν για να τη γνωρίσει, να την μελετήσει και να τη λατρέψει.
Παρά τις δυσκολίες όμως δεν εγκατέλειψε ποτέ το πάθο του για την μουσική. Έτσι την ίδια περίοδο ξεκίνησε ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής μ’ έναν σημαντικό μουσικό, τον Μενέλαο Παλλάντιο. Ξεκίνησε επίσης και μαθήματα φιλοσοφίας στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ωστόσο δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του. Το οξύ του πνεύμα του υπαγορεύει να μετατρέψει το όνομά του από Χατζηδάκης σε Χατζιδάκις. Όταν αργότερα τον ρώτησαν για ποιο λόγο γράφει το όνομά του με γιώτα απάντησε “Τα ήτα με παχαίνουν”.

Παράλληλα η Ελλάδα είχε μπει για τα καλά στον Δεύτερο Παγκόσμιο και οι Γερμανοί την είχαν κιόλας καταλάβει. Στο διάστημα της γερμανικής κατοχής ο Χατζιδάκις έδρασε αντιστασιακά. Ασπάστηκε τις ιδέες της ΕΠ.Ο.Ν, μιας αντιστασιακής, αντιφασιστικής οργάνωσης – μέλους του Ε.Α.Μ. Μάλιστα ένα βράδυ, ενώ βρισκόταν με μέλη της Αριστεράς, σε μια συμπλοκή με ταγματασφαλίτες χτυπήθηκε στο στόμα με πιστόλι και έχασε τα μπροστινά του δόντια, τα οποία επέμενε να μην αντικαθιστά για πολλά χρόνια. Απ’ αυτό το περιστατικό απέκτησε και την ιδιαίτερη προφορά του, χαρακτηριστικό γνώρισμα της ομιλίας του. Ωστόσο απομακρύνθηκε από την Αριστερά γιατί διαπίστωσε το χάσμα που τον χώριζε με το ΚΚ, όπως έλεγε.
Το 1940, όταν το ρεμπέτικο είχε ήδη αρχίσει να ασκεί τη γοητεία του στον Μάνο Χατζιδάκι, είχε επισκεφθεί το ρεμπετάδικο που τραγουδούσε ο Μάρκος Βαμβακάρης. Ο Μάνος, παιδί μεγαλοαστικής οικογένειας, ήταν εύκολος στόχος διαφόρων “νταήδων” που σύχναζαν εκεί. Έτσι με την πρώτη του κιόλας επίσκεψη μπλέχτηκε σε καβγά, από τον οποίο τον έσωσε ο ίδιος ο Βαμβακάρης, ο οποίος στο εξής τον κάθιζε πάντα κοντά του. Την ίδια χρονιά γνωρίζεται με το Νίκο Γκάτσο, με τον οποίο τους συνέδεσε φιλία που κράτησε μέχρι το τέλος το βίου τους.
Πρώτη φορά σύστησε το ταλέντο του στο κοινό, παίζοντας σε νοσοκομεία για τους τραυματίες του Αλβανικού Μετώπου.

Το 1944 κάνει το ντεμπούτο του ως συνθέτης στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν με τον “Τελευταίο Ασπροκόρακα” του Αλέξη Σολωμού. Έτσι εγκαινιάζεται μια περίοδος συνεργασίας με το Θέατρο Τέχνης, η οποία διήρκεσε περίπου 15 χρόνια και ήταν μια από τις παραγωγικότερες περιόδους στη ζωή του Χατζιδάκι. Στη διάρκειά της συνέθεσε την μουσική πολλών θεατρικών έργων, μεταξύ των οποίων “Ματωμένος Γάμος” του Λόρκα, “Γυάλινος Κόσμος” και Λεωφορείον ο Πόθος” του Τένεσι Ουίλιαμς και “Αντιγόνη” του Ζαν Ανουίγ. Εκεί παρακολούθησε επίσης και μαθήματα υποκριτικής, με σκοπό να γίνει ηθοποιός. Ωστόσο ο Κάρολος Κουν τον απέτρεψε, λέγοντας του πως καλύτερα για ΄κείνον θα ήταν να επικεντρωθεί στη σύνθεση μουσικής. Έτσι σταμάτησε τα μαθήματα υποκριτικής. Μέχρι το τέλος της Κατοχής είχε σταματήσει και τα μαθήματα μουσικής. “Συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα μου ήταν” έγραφε. “Με απομακρύνουν ύπουλα από τους αρχικούς μου στόχους”.
Νέος ακόμη είχε εκμυστηρευτεί στο στενό του φίλο, σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο, ότι ήθελε να βάλει μουσική σε μερικούς στίχους του Καβάφη και πως ντρεπόταν να το κάνει. Οι στίχοι έλεγαν:
” Πολίτου έντιμου υιός- προ πάντων ευειδής
έφηβος του θεάτρου- ποικίλως αρεστός
ενίοτε συνθέτω εν γλώσση ελληνική
λίαν ευτόλμους στίχους, που τους κυκλοφορώ
πολύ κρυφά εννοείται- θεοί! να μην τους δουν
οι τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες-
στίχους της ηδονής της εκλεκτής, που πηαίνει
προς άγονην αγάπη κι αποδοκιμασμένη.”
Γιατί η αγάπη να είναι άγονη κι αποδοκιμασμένη;”, τον ρώτησε ο Κούνδουρος. Ο Χατζιδάκις τότε του μίλησε για την ερωτική του κλίση. Του εξομολογήθηκε πως ήταν ομοφυλόφιλος. Το είχε συνειδητοποιήσει από μικρός. Κι έβαζε χαλίκια στα παπούτσια του για να νιώθει τον πόνο και να κρύβει τη θηλυπρέπειά του. Και μια φορά, απελπισμένος από τη θλιβερή μας κοινωνία, ζήτησε τη βοήθεια ενός αστυφύλακα για ν’ απαλλαγεί από μικροαστικά πειράγματα του τύπου “Ψιτ εσύ, καλέ”. Πόσο τραγικά αληθινά ακούγονται τώρα τα λόγια του. Αχ Μάνο! Πράγματι αυτός ο κόσμος δε θ’ αλλάξει ποτέ! Δεν άλλαξε τόσα χρόνια τώρα.
Στο μεταξύ το 1945 γνωρίστηκε με την -μετέπειτα καλή του φίλη- Μελίνα Μερκούρη στην παράσταση “Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα”. Έβαλε μουσική στην ταινία “Αδούλωτοι σκλάβοι” (1946) και ακολουθούν συνθέσεις για πλήθος ελληνικών και ξένων ταινιών. Μεταξύ αυτών η “Στέλλα”, η “Κάλπικη Λύρα”, η “Μανταλένα”, το “America-America” και το “SweetMovie”, μια αρκετά προκλητική για την εποχή ταινία. Το 1949 έδωσε την περίφημη διάλεξη για το ρεμπέτικο τραγούδι, στην οποία αναγνώριζε την αξία του λαϊκού τραγουδιού και τόνισε την αυθεντικότητα και τα ίχνη ελληνικής παράδοσης που ο ίδιος εντόπιζε σ’ αυτό. Πριν τον πόλεμο στην Ελλάδα επικρατούσαν τα νεοφερμένα δυτικά άσματα. Ωστόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου αυτά σιώπησαν και μόνο το ρεμπέτικο ήταν σε θέση να εκφράσει τον πόνο των ανθρώπων. Η διάλεξη αυτή προκάλεσε τις αντιδράσεις των κριτικών που τον “χτύπησαν” αλύπητα, αλλά και του κοινού της Αθήνας που περιφρονούσε το ρεμπέτικο. Δεν τον ένοιαζε όμως. Τον γοήτευε το περιθώριο στο οποίο είχε εντάξει η αστική Αθήνα τα ρεμπέτικα. Τον έθελγαν “τα underground της Ελλάδας”, όπως τα αποκαλούσε
Το 1950 ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του “Ελληνικού Χοροδράματος” της Ραλούς Μάνου και συνθέτει μουσική για τις “Χοηφόρες” με πρωταγωνίστρια την Μαρίκα Κοτοπούλη. Το παράτολμο αυτό εγχείρημα ήταν πρωτοβουλία της τραγωδού. Μέχρι τότε τη σύνθεση μουσικής για έργα της αρχαιότητας αναλάμβαναν αποκλειστικά συνθέτες με ακαδημαϊκή εκπαίδευση. Και ο Χατζιδάκις δεν είχε ολοκληρώσει ούτε τα μαθήματα που ξεκίνησε. Όμως η ακαδημαϊκή εκπαίδευση είναι απλά ένας επιφανειακός τίτλος σπουδών. Ο Μάνος διέθετε κάτι πολύ πιο βαθύ! Η σαφής επιτυχία του, του έδωσε την ώθηση να συνεχίσει τη σταδιοδρομία του στο αρχαίο θέατρο, συνθέτοντας έργα για τις παραστάσεις Μήδεια, Βάκχαι, Λυσιστράτη, Θεσμοφοριάζουσες, Εκκλησιάζουσες, Όρνιθες και πολλά, πολλά άλλα. Ταυτόχρονα συνεργάζεται και με το Εθνικό Θέατρο στο “Όνειρο Καλοκαιρινής Νυκτός, στον “Οθέλλο”, στο “Βασιλιά Ληρ”.

Το 1959 βραβεύεται από το Φεστιβάλ Τραγουδιού του Ε.Ι.Ρ, βραβείο που κερδίζει και τον επόμενο χρόνο. Το 1960 επίσης κερδίζει το πρώτο βραβείο μουσικής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την μουσική του στο “Ποτάμι” του Νίκου Κούνδουρου. Ήταν τότε που ξεκίνησε και τη σύνθεση μουσικής για την ταινία του Ζυλ Ντασέν, “Ποτέ την Κυριακή”, με πρωταγωνίστρια την Μελίνα Μερκούρη. “Τα παιδιά του Πειραιά”, το τραγούδι της ταινίας, προέκυψε τυχαία λόγω της πίεσης που του άσκησαν οι συντελεστές.
Παρόλα αυτά το 1961 κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού. Ο Χατζιδάκις το περιφρόνησε από την πρώτη στιγμή κι αρνήθηκε να παραστεί στη βράβευση. Μάλιστα η Κατίνα Παξινού του δάνεισε το δικό της για την καθιερωμένη φωτογραφία μ’ αυτό. Όταν η Αμερικανική Ακαδημία του το απέστειλε, ο Χατζιδάκις το πέταξε στα σκουπίδια, απ’ όπου το μάζεψε τελικά η αδελφή του. Στην πραγματικότητα ο Χατζιδάκις έπληττε και έφριττε με την μουσική για κινηματογράφο. Ο Φίνος τον κλείδωνε με τις ώρες στο στούντιο ώστε να καταφέρει να τελειώσει την μουσική για τις ταινίες του. Ο Χατζιδάκις θεωρούσε πως η μουσική για ταινίες που έγραφε δεν του επέτρεπε να έχει τη σχέση που ήθελε με το κοινό που ήθελε. Άλλωστε δεν τον ενδιέφερε κάθε είδους κοινό. Έψαχνε συστηματικά τρόπους να απομακρύνει από κοντά του τους “ανεπιθύμητους»,, αλλά όπως έλεγε, δεν τα κατάφερε. Έτσι, ενώ τα “Παιδιά του Πειραιά”, συγκαταλέγονται ανάμεσα στα εμπορικότερα τραγούδια του 20ου αιώνα, ο Χατζιδάκις προσπάθησε να το αποτινάξει από πάνω του ως το τέλος. Πούλησε τα δικαιώματα κι έχασε πολλά κέρδη, καθώς δεν περίμενε σε καμία περίπτωση την τεράστια επιτυχία του. Η Μελίνα Μερκούρη συνήθιζε να λέει ότι το τραγούδι αυτό “μπορεί να είναι ορφανό από πατέρα, αλλά έχει μάνα” με τον Χατζιδάκι να της απαντά “Σε συγχαίρω γι’ αυτή την υιοθεσία”.

Το 1961 γράφει τη μουσική της “Κλέφτρας του Λονδίνου”. Ακολουθεί η παράσταση “Οδός Ονείρων”, ένα αριστούργημα του ελληνικού μουσικού θεάτρου. “Ήρθα για να σας δείξω ο ίδιος την οδό Ονείρων”, έλεγε. Μια μέρα τον κάλεσε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στο γραφείο του. “Είμαι οπαδός σου”, του δήλωσε. “Εσύ;” Ο Χατζιδάκις δεν απάντησε αλλά σκέφτηκε “Θα μπορούσα να γίνω”. Έτσι εγκαινιάστηκε μια φιλία, η οποία άντεξε και κατά την περίοδο της χούντας, οπότε ο Καραμανλής αυτοεξορίστηκε στο Παρίσι και ο Χατζιδάκις διέμενε στην Αμερική.
Επίσης χρηματοδότησε το διαγωνισμό Πρωτοποριακής Σύνθεσης “Μάνος Χατζιδάκις” του ιδρύματος Δοξιάδη και το 1963 ίδρυσε την Πειραματική Ορχήστρα Αθηνών, της οποίας ανέλαβε και τη διεύθυνση μέχρι το 1966 οπότε κι έφυγε για την Αμερική. Εκεί επρόκειτο να ανέβει στο Broadway η θεατρική διασκευή του “Ποτέ την Κυριακή”, ονομαζόμενη “IlyaDarling”. Τον επόμενο χρόνο στην Ελλάδα επιβλήθηκε η δικτατορία των συνταγματαρχών, την οποία ο Χατζιδάκις πολέμησε σθεναρά. Όχι με τόση πυγμή όση η φίλη του, Μελίνα, αλλά με το ίδιο πάθος. Έλεγε για την κυβέρνηση της χούντας σε επιστολή στον Αλέξανδρο Λυκουρέζο “Η αγανάκτηση μου έχει φτάσει σ’ ένα σημείο, που θα ησυχάσω μόνο σαν τους δω κρεμασμένους στο Σύνταγμα, τους σημερινούς παράγοντες και κυβερνήτες “. Παρόλα αυτά κατηγορήθηκε ως χουντικός λόγω μιας φωτογραφίας του με τον Μακαρέζο, η οποία τραβήχτηκε όταν συναντήθηκαν με σκοπό το διακανονισμό ενός χρέους του Χατζιδάκι και η οποία φημολογείται ότι ήταν παγίδα για να επιτευχθεί αυτή ακριβώς η κατηγορία. Έμεινε στην Αμερική μέχρι το 1972. Στο διάστημα αυτό συνέθεσε τα “Reflections”, τα οποία ηχογράφησε με το συγκρότημα NewYorkRockandRollEnsemble και ηχογράφησε το χαμόγελο της Τζοκόντα, ένα έργο που εμπνεύστηκε από μια άγνωστη στη Νέα Υόρκη. Επίσης ξεκίνησε τη σύνθεση του “Μεγάλου Ερωτικού”, ενός από τα πιο χαρακτηριστικά έργα του, της “Εποχής της Μελισσάνθης” και τριών λιμπρέτων. Ο ίδιος χαρακτήρισε τους λόγους που τον έκαναν να μείνει στην Αμερική αυτά τα χρόνια “καθαρά εφοριακούς”. Είχε προκύψει ότι όφειλε στο ελληνικό δημόσιο 3,5 εκατομμύρια δραχμές κι εργάστηκε για να το αποπληρώσει. Όταν εξόφλησε το χρέος του, επέστρεψε στην Ελλάδα το 1972.

Με την επιστροφή του ιδρύει το “καφωδείον Πολύτροπον”, το οποίο διατήρησε μέχρι την πτώση της χούντας. Θεωρούσε πως ο λαός θα εκτόνωνε τότε τα συσσωρευμένα συναισθήματα τόσων ετών και θα ξεκινούσε “η εποχή των γηπέδων” γι’ αυτό και το έκλεισε. Την εποχή εκείνη γνώρισε το Γιώργο Θεοφανόπουλο. Ένα παιδί δώδεκα ετών που μόλις είχε χάσει τους γονείς του. Ανάμεσα στον Μάνο και στον Γιώργο αναπτύχθηκε μια πολύ τρυφερή σχέση. Ο Μάνος αποφάσισε να τον υιοθετήσει. Του έδωσε τ’ όνομά του και τον κατέστησε αποκλειστικό κληρονόμο της περιουσίας του. Παράλληλα ανέλαβε σημαντικές θέσεις σε κρατικούς θεσμούς με την αμέριστη συμπαράσταση του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
To 1975 διορίστηκε αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Λυρικής Σκηνής και διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών καθώς και του Τρίτου Προγράμματος του κρατικού Ραδιοφώνου μέχρι το 1982. Ο Μάνος καθόριζε το περιεχόμενο του προγράμματος και σε εβδομαδιαία βάση σχολίαζε την επικαιρότητα. Τα διάσημα “Σχόλια του Τρίτου” είχαν προκαλέσει αντιδράσεις τόσο στην κοινωνία όσο και στην κυβέρνηση. Χαρακτηριστική είναι η έμπνευσή του να παίζει τουρκικά τραγούδια ανήμερα της επετείου της 25ης Μαρτίου. Από τη θέση του Υπουργού Εθνικής Αμύνης ο Ευάγγελος Αβέρωφ παρενέβη έξαλλος. Αλλά ο Χατζιδάκις δεν καταλάβαινε απ’ αυτά. Δεν ανέχονταν να ακούγονται οι τουρκικές μουσικές ολημερίς κι ολονυχτίς στα σκυλάδικα και να ενοχλούν τη συγκεκριμένη ημέρα. Μάλιστα δόθηκε εντολή κατάσχεσης κάποιων ταινιών που έπαιζαν στο Τρίτο Πρόγραμμα. Φυσικά οι ταινίες εξαφανίστηκαν κι έτσι δεν κατασχέθηκε ούτε μία.
Εν τω μεταξύ, το 1979 είχε καθιερώσει τις “Μουσικές Γιορτές” στα Ανώγεια της Κρήτης, το 1980 τον “Μουσικό Αύγουστο” στο Ηράκλειο και το 1981-1982 τους “Μουσικούς Αγώνες” στην Κέρκυρα. Το 1985 ίδρυσε την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία “Σείριος” κι ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού “Το Τέταρτον” του Γιώργου Κοσκωτά. Επρόκειτο για ένα περιοδικό που έφερε μια μικρή επανάσταση στο χώρο του Τύπου, σχολιάζοντας πολιτιστικά θέματα από την πολιτική τους σκοπιά.
Εξάλλου προσωπικότητες όπως ο Χατζιδάκις δεν είναι εύκολο να φιμωθούν, παρά τις ομολογουμένως φιλότιμες προσπάθειες που κατέβαλε μερίδα του Τύπου με μπροστάρη την “Αυριανή”. Ο Μάνος είχε από καιρό ξεκινήσει να καταφέρεται εναντίον φαινομένων λογοκρισίας, ελέγχου του Τύπου και μεροληψίας υπέρ κομμάτων, προσώπων και ιδεολογιών, στα οποία έδωσε και όνομα: “Αυριανισμός”. Το αποκορύφωμα ήταν όταν το 1987 διέκοψε συναυλία που έδινε με τον Σταύρο Ξαρχάκο και τη Νάνα Μούσχουρη για να επιτεθεί στα μέσα του Τύπου, στα οποία ευδοκιμούσαν τα φαινόμενα αυτά, και στη συνέχεια να εκφράσει την επιθυμία του να κλείσει η εφημερίδα “Αυριανή”, διότι ήταν φασιστική. Ένας πόλεμος ξέσπασε τότε εναντίον του Χατζιδάκι, ένας πόλεμος που τον βρήκε μόνο του απέναντι σε όλους. Σ’ αυτόν τον πόλεμο χυδαιότητας, αθυροστομίας και λαϊκισμού η “Αυριανή” παρέδωσε μαθήματα Κίτρινου Τύπου. Στη διαμάχη αυτή ο Χατζιδάκις πολέμησε την εφημερίδα κατά μέτωπο κι όχι με χτυπήματα κάτω απ’ τη μέση. Εν πάση περιπτώσει περισσότερο αντρίκεια απ’ όσους ειρωνεύονταν τις σεξουαλικές του προτιμήσεις με αναφορές του τύπου: “Όλοι εναντίον του Μ. Χατζιδάκι”, “Ξαναχτύπησε ο κίναιδος που ένας Θεός ξέρει πόσα παιδιά έχει καταστρέψει με τα χρήματά του” ή “Παρακαλείται ο κ. Μάνος Χατζηδάκης να περάσει από την “Αυριανή για να πάρει ένα καλάθι σύκα… που του αρέσουν πολύ”.
To 1989 ίδρυσε την “Ορχήστρα των Χρωμάτων”, την οποία διήυθυνε ως το 1993, οπότε και η υγεία του δεν του το επέτρεπε πια. Κατά το έτος εκείνο υπεβλήθη σε εγχείρηση ανοιχτής καρδιά στο Λονδίνο, λόγω του προβλήματος που αντιμετώπιζε με την καρδιά του. Ένα χρόνο μετά, στις 15 Ιουνίου 1994 έπαθε έμφραγμα και μεταφέρθηκε στον Ευαγγελισμό. Στις 19:35 εκείνο το καλοκαιρινό απόγευμα πέθανε από οίδημα στους πνεύμονες.
Την επομένη τελέστηκε η κηδεία του, όπως ο ίδιος την ήθελε. Στο κοιμητήριο της Παιανίας, χωρίς κάμερες και πολιτικούς. Χωρίς λαϊκά προσκυνήματα και δημόσιες δαπάνες. Ήσυχα. Για όλους. Άλλωστε ο ίδιος είχε διαπιστώσει από νωρίς την ανακούφιση που επιφέρει στο κοινωνικό σύνολο ο θάνατος μιας προσωπικότητας. ” Ο θάνατος μιας αληθινής και δυνατής για τον τόπο φυσιογνωμίας, είναι όπως και να το κάνουμε ανακουφιστικός. Γι’ αυτό και το γιορτάζουν τόσο η Πολιτεία και ο λαός, τιμώντας τον, αυτόν τον τόσο επιφανή θανόντα. Όλοι σκέπτονται: επιτέλους, δε θα προχωρήσει άλλο, κι ακόμη θα μπορέσουμε να αποσιωπήσουμε ό, τι μας ενοχλεί, θα παρερμηνεύσουμε ό, τι μας ξέφυγε, θα εκμεταλλευτούμε τις ασάφειες και την πνευματική ανεπάρκεια των πολιτών. Θα του κατασκευάσουμε μνημείο στα μέτρα μας: Ακίνδυνο.”, σημείωνε εύστοχα. Ο τάφος του στέκει επί χρόνια αγέρωχος , χωρίς θρησκευτικά σύμβολα. Απάνω του έχει μόνο χαραγμένους τους στίχους του Νίκου Γκάτσου: “Το πανηγύρι ετούτο θα τελειώσει. Όμως μαγεμένος θα ‘ναι ο κόσμος, η καρδιά κι ο νους. Μ’ ένα τραγούδι ανοίγει πάντα ο δρόμος για τους ουρανούς”. Λιτά. Γιατί αυτός ήταν ο Χατζιδάκις. Ο αριστερός της δεξιάς. Ο ομοφυλόφιλος που φερόταν αντρίκεια. Ο ανεπιτήδευτα ξεχωριστός. Ο Μάνος!

Για τον  Τομέα Βιογραφιών και Κουλτούρας Πολιτισμών

Κατερίνα Τόλια, δημοσιογράφος

Leave a Reply