WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ

Share Button

Γρηγόρης Μπιθικώτσης
1922 – 2005
O “σερ” του ελληνικού τραγουδιού
Σημαντικός Έλληνας τραγουδοποιός και ερμηνευτής. Πρόκειται για έναν από τους πιο δημοφιλείς λαϊκούς τραγουδιστές του 20ού αιώνα.

Γεννήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 1922 στο Περιστέρι, Αθήνα.Ο χαρακτηρισμός του «σερ» που τον σημάδεψε προήλθε από τον Δημήτρη Ψαθά, όταν σε ένα χρονογράφημα στη στήλη του στην εφημερίδα “Τα Νέα” τον αποκάλεσε σερ-Μπιθί. Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης προερχόταν από φτωχή οικογένεια, που κατοικούσε στην οδό Μυκηνών, τη σημερινή Γρηγόρη Μπιθικώτση, και ήταν το μικρότερο παιδί μιας οκταμελούς οικογένειας με τα τέσσερα αδέλφια του Χρήστο, Κοντιλιώ, Γιώργο και Κώστα.Ο πατέρας του ήταν περιβολάρης στην περιοχή και η μητέρα του καταγόταν από την Κάρυστο. Ο ίδιος αποφασίζει να σταματήσει το σχολείο στην α’ γυμνασίου προκειμένου να εργαστεί και έτσι αρχικά γίνεται βοηθός σε κατάστημα υδραυλικών, ενώ τ’ αδέλφια του με την κήρυξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στρατεύτηκαν και πολέμησαν στο Μέτωπο της Αλβανίας. Αργότερα θα εργαστεί σε αγροτικές εργασίες για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Παράλληλα με τη δουλειά του, ωστόσο, αποφασίζει να μάθει κιθάρα χρησιμοποιώντας αυτή του αδερφού του Χρήστου. Ο Μπιθικώτσης μαθαίνει μόνος του κιθάρα χωρίς να παρακολουθήσει μαθήματα και τα καταφέρνει περίφημα λόγο του πηγαίου ταλέντου του στην μουσική.
Θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά μπροστά σε κοινό σε μία ταβέρνα της γειτονιάς του παίζοντας κιθάρα και τραγουδώντας ευρωπαϊκά. Το 1937 είναι μια χρονιά σταθμός για τον ίδιο που θα αλλάξει για πάντα την οπτική του για την μουσική καθώς θ’ ακούσει τρεις μουσικούς να παίζουν τα μπουζούκια τους. Ήταν ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Μανώλης Χιώτης και ο Στράτος Παγιουμτζής. Ενθουσιασμένος, θ’ αποφασίσει, λοιπόν, ν’ αλλάξει την πορεία του προς το ρεμπέτικο και το λαϊκό. Μετέπειτα, εξόριστος στην Μακρόνησο λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, έπαιζε τα βράδια στη Λέσχη Αξιωματικών. Εκεί ξεκίνησε να γράφει τα πρώτα του τραγούδια, ενώ έγινε και η σημαντική γνωριμία με τον Μίκη Θεοδωράκη. Μετά την περίοδο αυτή, δημιούργησε το δικό του συγκρότημα και το 1949 μπήκε στη δισκογραφία ως συνθέτης. Ο τίτλος του πρώτου του δίσκου ήταν το «Καντήλι τρεμοσβήνει», σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη και ερμηνευτές τη Σούλα Καλφοπούλου και το Μάρκο Βαμβακάρη. Το 1952 εμφανίστηκε για πρώτη φορά ως ερμηνευτής με το τραγούδι το «Τρελλοκόριτσο», σε στίχους του Γιάννη Παπαδόπουλου. Από’ κει και πέρα συνεχίζεται η μεγάλη και λαμπρή επαγγελματική του πορεία η οποία μεταφράζεται σε περισσότερα από 200 τραγούδια και αμέτρητες επιτυχίες, όπως τα «Επίσημη Αγαπημένη», «Το μεσημέρι καίει το μέτωπό μου», «Μια γυναίκα φεύγει», «Αμφιβολίες», «Του Βοτανικού ο μάγκας», «Σε τούτο το στενό», «Τρελοκόριτσο», «Στου Μπελαμή το ουζερί», «Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα» και πολλά άλλα.
«Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα» (1975)


«Του Βοτανικού ο μάγκας» (1963)


Σπουδαία στιγμή στην καριέρα του αποτελεί η συνεργασία του με τους Μίκη Θεοδωράκη και Μάνο Χατζιδάκι που του εμπιστεύτηκαν τα τραγούδια τους, κατάφεραν να αναδείξουν τον ίδιο ως έναν ξεχωριστό και πραγματικά ταλαντούχο δημιουργό και ερμηνευτή αλλά συνέβαλαν και στην αλλαγή της πορείας του ίδιου του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού που αλλάζει μορφή, απενοχοποιείται. Το λαϊκό τραγούδι έρχεται κοντά στους πιο “σπουδαγμένους” ανθρώπους και οι λαϊκές μάζες έρχονται μέσω του Μπιθικώτση κοντά στο λεγόμενο έντεχνο τραγούδι. Ούτως ή άλλως η διαμάχη έντεχνου και λαϊκού τραγουδιού ήταν δεδομένη εδώ και καιρό και θα συνεχιστεί για πολλά χρόνια. Μόνο οι ίδιοι οι δημιουργοί θα μπορούσαν να την σταματήσουν.
Αυτό που χαρακτήριζε το Γρηγόρη Μπιθικώτση από τα πρώτα του βήματα ήταν ο μοναδικός, δωρικός και μεστός τρόπος ερμηνείας. Μια ερμηνεία που κατέθεσε και στον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου και το Άξιον Εστί (1977) του Ελύτη μελοποιημένα από το Μίκη Θεοδωράκη, γίνοντας ο δίαυλος για να φτάσουν αυτοί αλλά και άλλοι στίχοι, όπως του Σεφέρη, του Λειβαδίτη, στα στόματα όλων των Ελλήνων.

«Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ» (1977), «Το Άξιον Εστί» Οδυσσέας Ελύτης-Μίκης Θεοδωράκης

Στη διάρκεια της καλλιτεχνικής του διαδρομής θα συνεργαστεί, επίσης, σχεδόν με όλους τους σπουδαίους δημιουργούς του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού όπως οι Μάρκος Βαμβακάρης, Βασίλης Τσιτσάνης, Γιώργος Μητσάκης, Γιάννης Παπαϊωάννου, Μανώλης Χιώτης, Απόστολος Καλδάρας, Άκης Πάνου, Σταύρος Ξαρχάκος, Δήμος Μούτσης, Γιάννης Σπανός, Σταύρος Κουγιουμτζής, ενώ ανέδειξε σημαντικούς ερμηνευτές όπως την Πόλυ Πάνου, την οποία ανακάλυψε το 1953 στην Πάτρα και την έφερε στην Αθήνα, και τη Βίκυ Μοσχολιού. Επίσης, εκείνη την εποχή εμφανίστηκε στα κοσμικότερα κέντρα των Αθηνών.
Μια διαφορετική στιγμή στην καριέρα του ήταν όταν τρεις μόλις μήνες μετά την επικράτηση της Δικτατορίας του 1967, στις 13 Ιουλίου 1967, θα τραγουδήσει μαζί με την Βίκυ Μοσχολιού, στο νυκτερινό κέντρο Δειλινά, σε πρώτη δημόσια εκτέλεση, τον Ύμνο της 21ης Απριλίου, “Μέσα στ’ Απρίλη τη γιορτή”, στίχοι Η. Καραμανέα και μουσική Α. Ρεμούνδου, σε εκδήλωση του τότε Ρ/Σ της ΥΕΝΕΔ υπό την καλλιτεχνική παρουσίαση του Γ. Οικονομίδη. Την συμμετοχή του Γ. Μπιθικώτση προσπάθησε ν’ αποτρέψει ο Μ. Θεοδωράκης με προσωπική του επιστολή: «Γρηγόρη. Διάβασα με κατάπληξη ότι πρόκειται να τραγουδήσεις στα “Δειλινά” τον “Ύμνο της Επαναστάσεως”. Νομίζω ότι είσαι αρκετά μεγάλος για να καταλαβαίνεις τι πρόκειται να κάνεις. Πόσες ευθύνες επωμίζεσαι και σε τι σοβαρούς κινδύνους μπαίνεις. Κάθισε σπίτι σου με αξιοπρέπεια. Μην γκρεμίζεις με μια κλωτσιά αυτό που χτίσαμε μαζί τόσα χρόνια.  Μην ακούς τους κερδοσκόπους και τους προσκυνημένους. Μη ρίχνεις στον βούρκο το όνομά σου και το όνομα των παιδιών σου, που σε λίγο θα ντρέπονται για σένα. Κάνε τον άρρωστο. Φύγε για το εξωτερικό. Εκεί μπορείς ν’ αρχίσεις μια καινούργια καριέρα. Η Μελίνα σε περιμένει. Γιατί αν εσύ ο Μπιθικώτσης, το πρωτοπαλίκαρο του Θεοδωράκη, γίνεις επίσημος τραγουδιστής της Δικτατορίας τραγουδώντας αυτό το άθλιο κατασκεύασμα, θα πρέπει να ξέρεις ότι θα γίνεις ο πιο αχάριστος και τιποτένιος προδότης που γέννησε ο Λαός μας. Στο όνομα της φιλίας μας και για χάρη της γυναίκας σου, των παιδιών σου και όλων των αμέτρητων φίλων μας, σε ικετεύω να μ’ ακούσεις για τελευταία φορά. Μετά την Πέμπτη θα είναι αργά. Πάρα πολύ αργά».
Στην προσωπική του ζωή, ο «σερ» παντρεύτηκε δύο φορές, με τη Θεόκλεια, αποκτώντας δύο κόρες, την Άννα και την Αναστασία και με τη Μεταξία με την οποία απέκτησε το γιο του, τον επίσης τραγουδιστή Γρηγόρη. Όταν κάποτε ρωτήθηκε γιατί επέλεξε να δώσει στο γιο του το ίδιο όνομα μ’ εκείνον, απάντησε: “Γιατί όταν μια μέρα πεθάνω, θα ήθελα να επιστρέψει μετά την κηδεία στο σπίτι ένας Γρηγόρης Μπιθικώτσης”.Στις 7 Απριλίου 2005 απεβίωσεσε ηλικία 83 ετών έπειτα από βραχύχρονη περίοδο νοσηλείαςστο ιδιωτικό θεραπευτήριο «Υγεία» στην Αθήνα. Η κηδεία του έγινε στις 11 Απριλίου 2005 από το Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών και τάφηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών με δαπάνη του υπουργείου Πολιτισμού.Στο τραγούδι “Ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα” ακούγεται το εξής: “Ένα όμορφο αμάξι με δύο άλογα να μου φέρετε τα μάτια μου σαν κλείσω….το ένα τ` άλογο να είναι άσπρο όπως τα όνειρα που έκανα παιδί, το άλλο τ` άλογο να είναι μαύρο σαν την πικρή μου την κατάμαυρη ζωή”. Αυτό έγινε πραγματικότητα προς τιμήν του στην κηδεία του, καθώς έξω από το ναό που ψελνόταν η νεκρώσιμη ακολουθία βρισκόταν μια άμαξα με ένα άσπρο κι ένα μαύρο άλογο.
Πριν φύγει απ’ τη ζωή, ωστόσο, είδε το έργο να αναγνωρίζεται και να τιμάται η σπουδαία προσφορά του στο ελληνικό τραγούδι. Τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο τον Ιανουάριο του 2003 με το Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα, καθώς και με το Χρυσό Μετάλλιο της Πόλης των Αθηνών. Επίσης, έχουν γίνει πολλές συναυλίες προς τιμήν του. Τον Ιούνιο του 1997 οργανώθηκε λαϊκή συναυλία για να τιμηθούν τα 50 χρόνια προσφοράς του στο λαϊκό τραγούδι, ενώ σημαντική ήταν και η συναυλία που διοργανώθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού στις 11 Μαρτίου 2002 στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας με την συμμετοχή δεκάδων σημαντικών καλλιτεχνών. Λίγους μήνες πριν πεθάνει, το 2004 του απονεμήθηκε το Τιμητικό Βραβείο στα Μουσικά Βραβεία Αρίων.
Επίσης, πολλοί ήταν εκείνοι, ανάμεσά τους και ο Γιάννης Ρίτσος, οι οποίοι θέλησαν κατά καιρούς να μιλήσουν για το μεγάλο μουσικοσυνθέτη και ερμηνευτή και να κάνουν μνεία στο έργο του. Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος το Νοέμβριο του 1983 έγραφε για το Γρηγόρη Μπιθικώτση «…είναι ένας μεγάλος τραγουδιστής, ένας έξοχος, γνήσιος λαϊκός τραγουδιστής. Η φωνή του διαθέτει ένα καταπληκτικό, ένα εξαίσιο τίμπρο, μια μεγάλη εκφραστική κλίμακα. Διαθέτει δύναμη και διαύγεια. Η φωνή του{…}έλαμψε στα τραγούδια του Θεοδωράκη. ….{…}..διαθέτει και μια άρθρωση μοναδική που δεν διαθέτουν μεγάλοι ηθοποιοί. …{…}..έχει στο ενεργητικό του τεράστιες επιτυχίες τραγουδώντας ποίηση μεγάλων ποιητών, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Λειβαδίτη και άλλων ακόμα αλλά μέσα σ’ αυτές τις μεγάλες του επιτυχίες νομίζω πως η κορυφαία του επιτυχία ήταν η «Ρωμιοσύνη»..{…}..» .Οστιχουργός και δημοσιογράφος Λευτέρης Παπαδόπουλος είχε δηλώσει «…Το Γρηγόρη τον αγάπησα όσο κανέναν άλλο στο τραγούδι. Κι αν δεν ήταν αυτός να μου τραγουδήσει τα δυο πρώτα μου τραγούδια, την «Άπονη ζωή» και τη «Φτωχολογιά», θα ‘ψαχνα να βρω σουξέ με το κερί. …{…}… Έβγαζε λεφτά και τα μοίραζε σε διάφορους φίλους, γνωστούς, μπατίρηδες. Κι όμως, ένα χρόνο μετά το θάνατό του στο μνημόσυνο πήγαν ελάχιστοι…». Ο λαϊκός ερμηνευτής Στέλιος Καζαντζίδης είπε «…είναι κλασικός ερμηνευτής…{…}… Ξέρει και τραγουδάει σωστά κι έχει τεράστια πείρα. Το ύφος της φωνής του έχει μια πρωτοτυπία που αρέσει σε πολλούς…» και ο συνθέτης Γιώργος Ζαμπέτας σε συνέντευξή του δήλωσε «…Ο Μπιθικώτσης έδωσε έργα, μεγάλα έργα, θα τον ονομάσουμε “στρατηλάτη” αυτόνε…Είναι έργα που δε πρόκειται να τα τραγουδήσει άλλος όπως τα ’χει πει ο Μπιθικώτσης. Ουδείς…οιοσδήποτε κι αν τα τραγουδήσει καταστράφηκε…».
Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης είναι η περίπτωση που δύσκολα μπορεί ν’ αντικατασταθεί και η αξία της μένει αναλλοίωτη στο χρόνο. Έγραψε το δικό του κεφάλαιο στην ιστορία της ελληνικής μουσικής και του λαϊκού τραγουδιού.

Για τον Τομέα Βιογραφιών και Κουλτούρας Πολιτισμών
Ζωή Μητρούδη, δημοσιογράφος

Leave a Reply