WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΙΩΤΗΣ

Share Button

Μανώλης Χιώτης
1920 – 1970
Ο αρχοντορεμπέτης
Συνθέτης και σπουδαίος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, ο Μανώλης Χιώτης υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς του λαϊκού τραγουδιού.
Γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου του 1920. Ο τόπος γέννησής του δεν είναι σαφής, καθώς σημειώθηκαν μετακινήσεις της οικογένειάς του από και προς τη Θεσσαλονίκη και το Ναύπλιο για κάποιο διάστημα. Έτσι, σύμφωνα με κάποιους μελετητές του ρεμπέτικου γενέτειρά του είναι η Θεσσαλονίκη, ενώ άλλοι τον τοποθετούν στο Ναύπλιο. Φαίνεται πάντως ότι οι γονείς του είχαν εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη μεταξύ 1920 και 1935. Ο πατέρας του ονομαζόταν Διαμαντής Χιώτης, ένας βαρύμαγκας Πειραιώτης, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, ρεμπέτης και ο ίδιος. Το επίθετο Χιώτης, ωστόσο, έλκει την καταγωγή του από το νησί της Χίου, ιδιαίτερη πατρίδα του προπάππου του μουσικοσυνθέτη.Η μητέρα του ήταν μια δυναμική γυναίκα η οποία, μάλιστα, διατηρούσε το πιο αριστοκρατικό μπαρ της εποχής στο Ναύπλιο. Η οικογένειά του, λοιπόν, ήταν ευκατάστατη και είναι γεγονός ότι ο Μανώλης Χιώτης έζησε καλά παιδικά χρόνια και μεγάλωσε σαν αρχοντόπουλο, διατηρώντας αυτήν την αριστοκρατική εμφάνιση και το αρχοντικό του στυλ στο πάλκο και στη μετέπειτα πορεία του.
Η ενασχόλησή του με τη μουσική ξεκινάει από μικρή ηλικία παίρνοντας μαθήματα κιθάρας, μπουζουκιού και ούτι από τον διάσημο μουσικοδιδάσκαλο της εποχής Γεώργιο Λώλο. Όταν το 1935 θα επιστρέψει με την οικογένειά του και πάλι στο Ναύπλιο, θα ξεκινήσουν και οι πρώτες του εμφανίσεις σε μαγαζιά της περιοχής σε ηλικία μόλις 15 χρονών.Ένα χρόνο αργότερα αποφασίζει να κατέβει στην Αθήνα. Εκεί γνωρίζεται με το Στράτο Παγιουμτζή και στο πλευρό του κάνει τις πρώτες του εμφανίσεις στο κέντρο «Παγώνια», ενώ λίγο αργότερα θα τον κάνει μέλος της ορχήστρας του και ως επαγγελματίας πλέον εμφανίζεται στο «Δάσος» του Βοτανικού. Την ίδια περίοδο, περί το 1936,όντας ακόμη ανήλικος ο Μ. Χιώτης, θα πραγματοποιήσει μια σημαντική συνεργασία, αυτή με τη δισκογραφική εταιρεία «Κολούμπια». Τον συστήνει ο Παγιουμτζής και εκείνοι αντιλαμβανόμενοι γρήγορα το ταλέντο του θα υπογράψουν μαζί του συμβόλαιο ως «διευθύνον πρίμο όργανο». Έτσι, το όνομά του σύντομα θα φιγουράρει ως βασικός εκτελεστής της εταιρείας, με την οποία και θα συνεργαστεί για πολλά χρόνια.Το 1937-1938 θα γράψει σε δίσκο φωνογράφου το πρώτο του τραγούδι «Γιατί δεν λες το ναι» («Το χρήμα δεν το λογαριάζω») ακολουθώντας το ρεμπέτικο μοτίβο. Το τραγούδι σημειώνει επιτυχία, ενώ παράλληλα γνωρίζεται με τον Μπαγιαντέρα (κατά κόσμον Δημήτρης Γκόγκος) και παίζει μαζί του τις προπολεμικές επιτυχίες του δεύτερου: «Νυχτερίδα», «Μ’ έχεις μαγεμένο», «Ζούσα μοναχός χωρίς αγάπη» κ.ά.
Τα πρώτα σημαντικά βήματα στο δρόμο προς τη δόξα έχουν ήδη γίνει και τα επόμενα χρόνια, τη δεκαετία του ’40,αρχίζει να γράφει τη μια επιτυχία μετά την άλλη: «Πάλι στις τρεις ήρθες εχθές να κοιμηθείς» , «Θα σου πω το μυστικό μου», «Το φτωχομπούζουκο» κ.ά. Η καριέρα του παίρνει την ανιούσα, ωστόσο ο ίδιος, ανήσυχη φύση, αρχίζει ν’ αναζητά ένα μπουζούκι με διαφορετικό ήχο από τον συνήθη, με περισσότερες δυνατότητες για δημιουργία. Έτσι, την ίδια περίοδο, το 1946, ηχογραφεί σε δεύτερη εκτέλεση το ήδη επιτυχημένο τραγούδι του «Ο πασατέμπος» και με αυτό ο Χιώτης πραγματοποιεί μία καινοτομία, που αργότερα θα τον χαρακτηρίσει, καθώς κάνει την πρώτη του εμφάνιση το τετράχορδο μπουζούκι(4 διπλές σειρές). Σύμφωνα με την κυρίαρχη άποψη, τη σύλληψη εισήγαγε ο μουσικοσυνθέτης και η ιστορία θέλει το Χιώτη να φέρνει την ιδέα στον τότε περίφημο οργανοποιό Ζοζέφ, ο οποίος κατασκεύασε δύο πρωτότυπα.

Αναφέρεται, όμως, επίσης, πως φαίνεται τελικά το τετράχορδο μπουζούκι να υπήρχε και νωρίτερα και ο Χιώτης το αξιοποίησε και το καθιέρωσε. Του δίνει τη δυνατότητα να δημιουργεί αρμονικά ακόρντα για τα τραγούδια του που μπορεί να είναι λαϊκά, ρεμπέτικα, μα είναι πολύ εξευγενισμένα και οι μελωδίες του πρωτότυπες. Τότε ξεκινάει και η ζήτησή του και από άλλους μπουζουξήδες και αυτό γίνεται η αιτία να χωριστούν οι ρεμπέτες μουσικοί σε δυο αντιμαχόμενες κατηγορίες: στους «τρίχορδους» και στους «τετράχορδους», και κάθε παράταξη υποστηρίζει την προτίμησή της με τους περισσότερους να είναι «τρίχορδοι» που κατηγορούν το «τετράχορδο» πως δεν είναι γνήσιο μπουζούκι. Χαρακτηριστικές είναι οι μαρτυρίες για την αντιπαράθεση που δημιουργείται εκείνη την εποχή μεταξύ του Χιώτη και του Τσιτσάνη, με το δεύτερο να είναι αρνητικός στις καινοτομίες και να επιτίθεται φραστικά στο Χιώτη, λέγοντάς του πως τα τραγούδια που γράφει δεν είναι πολύ λαϊκά. Έτσι, πικραμένος και οργισμένος θέλησε να υπερασπίσει το έργο του λέγοντας σε συνέντευξή του: «Ο Βαμβακάρης έδωσε το ρεμπέτικο τραγούδι τότε χωρίς να μπορέσει ας πούμε να του δώσει ποτέ μία εξέλιξη. Το μοτίβο το παλιό.. έχτισε ένα σπίτι με πλίθρες. Μετά εκ των υστέρων μπήκαν οι πέτρες. Όταν εγώ ξεκίνησα να δώσω ένα άλλο πράμα στον κόσμο του λαϊκού τραγουδιού συνάντησα πολλές δυσκολίες».

Η δεκαετία που ακολουθεί (’50) θα βρει το Μ. Χιώτη χωρίς σουξέ για δύο χρόνια και έτσι ξεκινάει η συνεργασία του με το στιχουργό Νίκο Ρούτσο ο οποίος τον προμηθεύει με στίχους που απέρριπτε ο Β. Τσιτσάνης. Οι επιτυχίες τελικά έρχονται με τα «Πεταλάκια» και το «Σ’ αυτό το φτωχοκάλυβο». Ταυτόχρονα, ο Χιώτης θα φέρει μια ακόμα μεγάλη αλλαγή όταν θα χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά τον ενισχυτή στις εμφανίσεις του. Την ιδέα την πήρε από ένα γαλλικό συγκρότημα που εμφανιζόταν στην Αθήνα, όπου και αντίκρισε για πρώτη φορά την ηλεκτρική κιθάρα. Έτσι, το αρχοντορεμπέτικο γεννιέται μέσα σε μια νύχτα από τη φαεινή ιδέα του να εφαρμόσει τον ενισχυτή σε λαϊκό όργανο. Το μπουζούκι γίνεται αποδεκτό απ’ τη λεγόμενη υψηλή κοινωνία για χατίρι της οποίας ξεκινάει να πειραματίζεται γράφοντας τραγούδια που φέρουν τους πρώτους λάτιν ρυθμούς στο ελληνικό πεντάγραμμο, της σάμπα, της ρούμπα και κυρίως του μάμπο. Το τετράχορδο μπουζούκι, λοιπόν, δεν ήταν διαφορετικό μόνο από κατασκευαστικής πλευράς, είχε και μια ακόμα λειτουργία: μπόρεσε να γίνει ευκολότερα δεκτό στα «μεγάλα σαλόνια», στα οποία εξάλλου είχε μεγαλώσει και ο ίδιος. Αυτοί του οι νεωτερισμοί θα τον διαφοροποιήσουν καθοριστικά από τους άλλους μεγάλους λαϊκούς συνθέτες της εποχής και θα τον καθιερώσουν ως ηγέτη μιας ιδιαίτερης μουσικής σχολής και τραγουδιού. Γι’ αυτό εκείνη ακριβώς την περίοδο ο αθηναϊκός τύπος τον αποκαλούσε «οδηγό του μπουζουκιού στα σαλόνια». Ο Χιώτης θα προχωρήσει ένα βήμα μπροστά για ακόμα μία φορά δημιουργώντας το πρώτο κέντρο διασκέδασης μετά τον πόλεμο, το κοσμικό κέντρο “Πιγκάλ”, που ήταν και το πρώτο «κοσμικό κέντρο» της Αθήνας.

Αυτά τα χρόνια παράλληλα με την επιτυχημένη επαγγελματική του πορεία έρχεται το 1954 ο πρώτος του γάμος με την τραγουδίστρια Ζωή Νάχη, με την οποία και αποκτά δύο παιδιά. Ωστόσο, σε σύντομο χρονικό διάστημα θα γνωρίσει τη Μαίρη Λίντα, με την οποία και θα αποτελέσουν το ανεπανάληπτο ντουέτο που κυριάρχησε στο ελληνικό τραγούδι για περισσότερο από μία δεκαετία. Ο Χιώτης θα παντρευτεί τη Μαίρη Λίντα το 1959, με την οποία θα παραμείνει παντρεμένος μέχρι το 1966. Αυτή θα είναι και η εποχή της μεγάλης του ακμής με κλασικές επιτυχίες, απανωτά σουξέ όπως τα «Περασμένες μου αγάπες», «Πολλές φορές», «Δε θέλω πια να ξαναρθείς», «Αφού το θες», «Κίνδυνος θάνατος», «Απόψε φίλα με», «Το τελευταίο ποτηράκι», «Εσύ είσαι η αιτία» και πολλά άλλα. Παράλληλα πραγματοποιούνται και αρκετές εμφανίσεις στον κινηματογράφο, τα περισσότερα γυρίσματα των οποίων πραγματοποιήθηκαν στο γνωστό κέντρο της εποχής «Σπηλιά» όπου από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 συνέχισε να παρουσιάζει το πρόγραμμά του. Μερικές απ’ τις αξέχαστες ταινίες στις οποίες εμφανίστηκε με τη Μαίρη Λίντα: «Ο Ατσίδας» (1962), «Λαός και Κολωνάκι» (1959), «Φτωχαδάκια και λεφτάδες» (1961), «Ο φίλος Μου, ο Λευτεράκης» (1963), «Η βίλλα των οργίων» (1964) κ.ά.
«Λαός και Κολωνάκι»απ’ την ομώνυμη ταινία (1959)

«Περασμένες μου αγάπες» απ’ την ταινία «Φτωχαδάκια και λεφτάδες» (1961)


Συνεχίζει τη μοναδική του πορεία δίνοντας παράλληλα εκείνη την περίοδο μεγάλα σουξέ στο Στέλιο Καζαντζίδη. Στη συνέχεια έρχεται η μεγάλη στιγμή που το 1959 ενορχηστρώνει τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου, μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη, που έχει κάνει ήδη μια αποτυχημένη έκδοση, και τον απογειώνει.Ο δίσκος μπαίνει στα στόματα όλων των Ελλήνων και κάνει τους συντελεστές του λαϊκούς ήρωες. Ακολουθούν οι «Λιποτάκτες», η «Πολιτεία» και το «Αρχιπέλαγος». Με τις ενορχηστρώσεις του Χιώτη και τις φωνές της Μαίρης Λίντα, του Γρηγόρη Μπιθικώτση, του Στέλιου Καζαντζίδη και της Μαρινέλλας, τα έργα του Θεοδωράκη αλλά και του Χατζιδάκι, του οποίου υπήρξε για καιρό σολίστας,αποκτούν λαϊκή απήχηση. Είναι ουσιαστικά αυτός που ανοίγει το δρόμο και σ’ άλλους λαϊκούς μουσικούς να συνεργαστούν με τους λόγιους συνθέτες, με αποτέλεσμα την έκρηξη του λεγόμενου Έντεχνου. Μια νέα εποχή ξεκινά για τους κορυφαίους μπουζουξήδες της χώρας που μετονομάζονται σε σολίστ του μπουζουκιού και μπαίνουν στην καλή κοινωνία.

Χαρακτηριστικό, επίσης, της μεγάλης του απήχησης αποτελεί και το γεγονός ότι στη δεκαετία του 1960 περιλαμβανόταν μόνιμα σε ειδικό πίνακα Ελλήνων καλλιτεχνών της εθιμοτυπικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών για την προτεινόμενη διασκέδαση των υψηλών επισκεπτών της χώρας. Έπειτα ακολουθεί και η περίφημη περίοδος της Αμερικής. Κατά τα πρότυπα των Ελλήνων καλλιτεχνών της εποχής ο Χιώτης θα επισκεφτεί τις ΗΠΑ για να παίξει για την ακμάζουσα ομογένεια, ενώ κλήθηκε ειδικά για να παίξει στα γενέθλια του Αμερικανού Προέδρου Λίντον Τζόνσον, με την αναγνωσιμότητα του πλέον να ξεπερνάει τα σύνορα της Ελλάδας. Στην περιοδεία του στην Αμερική θα γνωρίσει, επίσης, και τον περίφημο μουσικό και δεξιοτέχνη της κιθάρας Τζίμι Χέντριξ, ο οποίος θα δηλώσει αργότερα για το Χιώτη πως τον θεωρεί τον καλύτερο σολίστα εγχόρδου, ενώ μετά το θάνατο του Χέντριξ θα βρεθεί στο προσωπικό μουσικό αρχείο του το τραγούδι «Την έδιωξα κι όμως την αγαπώ».

Τα επόμενα χρόνια που ακολουθούν θα είναι και δύσκολα για το μεγάλο συνθέτη, καθώς μετά το χωρισμό του από τη Μαίρη Λίντα, μαθαίνει εκείνο το διάστημα για το σοβαρό πρόβλημα της υγείας του, τον καρκίνο. Τότε θα κάνει μια σειρά από αποτυχημένες συνεργασίες, ενώ το ευχάριστο διάλλειμα στη ζωή του θ’ αποτελέσει ο γάμος με την τρίτη του σύζυγο Μπέμπα Κυριακίδου, με την οποία θα περάσει τα υπόλοιπα χρόνια μέχρι το θάνατό του. Ο Μανώλης Χιώτης θα πεθάνει από καρδιακή ανεπάρκεια στο Ιπποκράτειο νοσοκομείο της Αθήνας στις 21 Μαρτίου του 1970 σε ηλικία 50 χρονών. Θα πεθάνει την ίδια μέρα που γεννήθηκε. Ο θάνατός του θα συγκινήσει το πανελλήνιο και στην κηδεία του, στο Α’ νεκροταφείο Αθηνών, ο Γιάννης Καραμπεσίνης θα παίξει με το μπουζούκι του Χιώτη τα «Ηλιοβασιλέματα» με το συγκεντρωμένο πλήθος να τραγουδά. Μαζί είναι και οι τρεις σύντροφοι της ζωής του.
«Ηλιοβασιλέματα» (1958)

Ο Μανώλης Χιώτης υπήρξε μία προσωπικότητα που άλλαξε την ιστορία και την εξέλιξη της μουσικής στην Ελλάδα, ενώ με την καινοτομία των τεσσάρων χορδών στο μπουζούκι, θ’ αφήσει το στίγμα του κάνοντας τη δική του μουσική επανάσταση. Το μπουζούκι εξαιτίας του γίνεται αποδεκτό σε όλη την Ελλάδα και γνωστό στον υπόλοιπο κόσμο.Το έργο του πλούσιο καθώς φέρεται να έγραψε περισσότερα από 1500 τραγούδια, με τις επιτυχίες να είναι πολλές και μεγάλες. Το σπουδαίο παίξιμό του αξιοποιώντας τα πέντε δάκτυλα και με την αφάνταστη ταχύτητα στην κίνηση του χεριού θ’ αποτελέσουν δικά του ιδιαίτερα, μοναδικά χαρακτηριστικά. Ο Μανώλης Χιώτης ήταν ένας σπουδαίος σολίστας, ένας γνήσιος αρχοντορεμπέτης.
Για τον Τομέα Βιογραφιών και Κουλτούρας Πολιτισμών
Ζωή Μητρούδη, δημοσιογράφος

Leave a Reply