WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Share Button

Λίγο πριν την καταστροφή ο Κρητικός δικηγόρος Γιώργος Θεοδωράκης συναντά, κάπου στα παράλια της Μικράς Ασίας, την Τσεσμελιά Ασπασία Πουλάκη. Οι δυο τους ερωτεύονται και μετά την καταστροφή κατορθώνουν να περάσουν με μια βάρκα στη Χίο. Εκεί, στις 29 Ιουλίου 1925, φέρνουν στον κόσμο το πρώτο τους παιδί, τον Μιχάλη. Αργότερα ο θείος του θα αντιπροτείνει το όνομα Μίκης, θεωρώντας μπανάλ το «Μιχάλης», και μ’ αυτό πλέον έμελε να γίνει γνωστός σ’ όλον τον κόσμο. Ο Μίκης είχε έναν μικρότερο αδελφό, το Γιάννη. Από μικρή ακόμη ηλικία ήρθε σε επαφή με τη βυζαντινή μουσική, μέσω των μοιρολογιών που άκουγε από την μητέρα του και την οικογένειά της, και τα οποία είχαν πάντοτε σαν θέμα το παράπονο όλων των προσφύγων, τις χαμένες πατρίδες. Θυμάται ακόμη τη μητέρα του να λέει, μέχρι το τέλος της ζωής της, «παιδί μου, εμείς εδώ είμαστε πρόσφυγες. Η πατρίδα μας είναι απ’ την άλλη μεριά».

Ο πατέρας του ως υπάλληλος του Υπουργείου Εσωτερικών μετατίθεται συχνά κι έτσι σύντομα φεύγουν για την Μυτιλήνη, τα Γιάννενα, την Κεφαλονιά. Στο Ιόνιο αυτό νησί βρίσκεται αντιμέτωπος με εντελώς διαφορετικά ακούσματα. Από την μια οι ανατολίτικοι αμανέδες που είχαν χαραχτεί ως τώρα στην ψυχή του κι από την άλλη τα δυτικά ακούσματα του νησιού αυτού. Εκεί για πρώτη φορά του γεννήθηκε η επιθυμία να ασχοληθεί με το βιολί. Αργότερα μετακομίζουν οικογενειακώς στον Πύργο κι ύστερα στην Πάτρα. Στην πόλη αυτή αντιμετώπισε την εχθρότητα των υπολοίπων παιδιών για δύο λόγους: από την μία γιατί προερχόταν από τον Πύργο, “αντίπαλη” πόλη της Πάτρας και από την άλλη για το ιδιαίτερα μεγάλο ανάστημά του (1,95 ύψος). Όμως ο Μίκης δεν πτοείται και δε χάνει το στόχο του. Γράφει το πρώτο του τραγούδι και το παρουσιάζει στα κυριακάτικα τραπέζια, που συχνά οργάνωνε ο πατέρας του. Ξεκινάει και τα πρώτα μαθήματα βιολιού. Σε ηλικία 14 ετών φεύγει και πάλι με την οικογένειά του για τον Πύργο. Ξεκινά σιγά-σιγά να μελοποιεί ποιήματα του Σολωμού και του Παλαμά. Κατόπιν η οικογένεια Θεοδωράκη αλλάζει και πάλι τόπο διαμονής, αυτή τη φορά για την Τρίπολη. Εδώ ο Μίκης έδωσε την πρώτη του συναυλία, σε ηλικία 17 ετών.

Το 1940 οι Ιταλοί κηρύσσουν τον πόλεμο στην Ελλάδα. Ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν μόλις 15 ετών. Ενώ το “καζάνι” του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου βράζει, το σκάει από το σπίτι του και πηγαίνει να καταταγεί εθελοντικά στον ελληνικό στρατό που πολεμούσε τους Ιταλούς. Ο πατέρας του τον έψαχνε επί μέρες και τελικά –προς απογοήτευσιν του Μίκη- τον βρήκε και τον σταμάτησε στη Λάρισα. Πίσω στην πόλη της Τρίπολης, ήταν αρμόδιος για την υποδοχή των τραυματιών του μετώπου. Κάπου εδώ ξεκινά και την επαναστατική του δράση. Άλλωστε η ζωή του αποτελείται από κεφάλαια, που είναι συνυφασμένα με τη νεώτερη ιστορία της Ελλάδας. Από τη δικτατορία του Μεταξά και τον πόλεμο του ’40 μέχρι και τα κρίσιμα γεγονότα των ημερών μας, με τη νεοεκλεγείσα αριστερή κυβέρνηση και το δημοψήφισμα του 2015, ο Μίκης είναι πάντα παρών.

Το 1941 ιδρύεται η αντιστασιακή οργάνωση ΕΑΜ και προσχωρεί σ’ αυτή. Την περίοδο που ακολούθησε εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή «Σιάο» με το ψευδώνυμο «Ντίνος Μάης», συνθέτει την «Κασσιανή» και έρχεται σε επαφή με την μουσική του Μπετόβεν. Στις 25 Μαρτίου 1942 είχε οριστεί η προγραμματισμένη –λόγω της ημέρας- διαδήλωση, η οποία αποτέλεσε και την πρώτη ένδειξη αντίστασης στους κατακτητές. Ο Μίκης φιλά την μητέρα του πριν φύγει από το σπίτι και πηγαίνει στο κενοτάφιο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη αποφασισμένος να πεθάνει. «Ήθελα», λέει, «να πεθάνω ηρωικά. Το αίμα μου το γύρεψε.» Όταν τα ιταλικά στρατεύματα φτάνουν στο σημείο όλοι κρύβονται. Ο Μίκης μένει για να πεθάνει. Αναφωνεί στους Ιταλούς «ζήτω η Σοβιετική Ένωση», αλλά τα σχέδια του αποτυγχάνουν. Δεν τον πυροβολούν. Έτσι τολμά να χτυπήσει έναν αξιωματικό. Συλλαμβάνεται, βασανίζεται. Του κόβουν την πλάτη και του ρίχνουν αλάτι. Του βγάζουν ένα νύχι. Τον αλυσοδένουν και τον περιφέρουν στην πόλη αλλά «είχε πάρει», όπως λέει, «τη ρεβάνς».

Εκείνη την εποχή, τη σκοτεινή εποχή του πολέμου, ήρθε σε επαφή με το φιλοσοφικό ρεύμα του πεσιμισμού και την ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη. Θέλησε να ακολουθήσει το παράδειγμα του ποιητή κι έτσι πήγε σ’ ένα ξωκλήσι κι άρχισε να παίρνει ασπιρίνες με σκοπό να δώσει τέλος στη ζωή του, μη βρίσκοντας νόημα σ’ αυτή. Ώσπου ξαφνικά κατάλαβε ότι η ζωή του είναι η μουσική του κι έτρεξε σ’ ένα φαρμακείο να σωθεί.

Το 1943 οι Ιταλοί παραδίδουν τη διοίκηση της πόλης στα γερμανικά στρατεύματα. Ο διοικητής Φεστούτσιο καλεί το Γιώργο Θεοδωράκη και του ανακοινώνει πως οι Γερμανοί πρόκειται να κρεμάσουν τους πρωταίτιους των εξεγέρσεων που είχαν σημειωθεί, ανάμεσά στους οποίους βρισκόταν και ο γιος του. Συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς και οδηγείται, μαζί με άλλους, στο απόσπασμα. Κι εκεί συμβαίνει το ανέλπιστο: ο αρχηγός των Γερμανών σκοτώνεται. Καταφέρνουν να ξεφύγουν, αλλά οδηγούνται και πάλι στο Φεστούτσιο. Ο Ιταλός αξιωματικός, λόγω της συμπάθειας στον πατέρα του, τον φυγαδεύει στην Αθήνα, όπου μένει σ’ ένα θείο του στη Νέα Σμύρνη. Οργανώνεται στην αντίσταση και παράλληλα σπουδάζει στο Ωδείο Αθηνών με δάσκαλο το Φιλοκτήτη Οικονομίδη. Παράλληλα, για να ευχαριστήσει τον πατέρα του, δίνει εξετάσεις και στη Νομική Σχολή. Τότε γνωρίζεται και με την Μυρτώ Αλτίνογλου –μέλος της ΕΠΟΝ. Ερωτεύονται κεραυνοβόλα και αποφασίζουν να πορευτούν μαζί.
12 Οκτωβρίου 1944. Η Ελλάδα σύσσωμη γιορτάζει με πανηγυρισμούς την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων. Φαινόταν πλέον καθαρά η επιρροή που ασκούσε το ΕΑΜ στο λαό και ότι είχε την κυρίαρχη εξουσία. Έτσι, παρά το γεγονός ότι πριν την απελευθέρωση οι Άγγλοι εφοδίαζαν όλες τις αντιστασιακές δυνάμεις με όπλα, μετά την απελευθέρωση έδιναν όπλα μόνο στις ΕΔΕΣ-ΕΚΚΑ και όχι πια στο ΕΑΜ, στο οποίο ασκούσε επιρροή το ΚΚΕ. Σχηματίζεται κυβέρνηση εθνικής συνεργασίας του ΕΑΜ με τον Γεώργιο Παπανδρέου.

Το 1945, έχοντας αναλάβει το πολιτιστικό τμήμα της ΕΠΟΝ και θέλοντας να ανεβάσει μια θεατρική παράσταση, μαθαίνει ότι κάποιο από τα μέλη της οργάνωσης γράφει μουσική, πράγμα σπάνιο για την εποχή και την κατάσταση. Είναι ο Μάνος Χατζιδάκις! Δίνει εντολή να τον ψάξουν και να τον βρουν, ώστε να συνθέσει εκείνος την μουσική της παράστασης. Πράγματι τον βρήκαν και ο Μίμης Δεσποτίδης τους συστήνει. «Σύντροφε Μίκη, από ‘δω ο σύντροφος Μάνος». Έτσι γνωρίστηκαν οι δύο αυτοί συνθέτες κι έκτοτε συνεργάστηκαν πολλές φορές και τα δύο αυτά ονόματα γράφτηκαν με χρυσά γράμματα στην μουσική ιστορία της Ελλάδας. Ο Μάνος και ο Μίκης.
Την ίδια εκείνη χρονιά ένας καθηγητής στο Ωδείο, έχοντας υποβάλλει τον Μίκη σε ψυχολογικά τεστ, στα πλαίσια της έρευνας σε φοιτητές, και διακρίνει σ’ αυτόν την καλλιτεχνική του φυσιογνωμία, τον επιλέγει για σπουδάσει με υποτροφία στο πανεπιστήμιο της Columbia, υπό τον όρο να μάθει πρώτα αγγλικά. Η οικογένειά του ενθουσιάστηκε με τα νέα, αλλά ο Μίκης αρνήθηκε. Εκκρεμούσε στην Ελλάδα ο αγώνας της αριστεράς και θεώρησε πως δεν μπορούσε να λείπει απ’ αυτόν.

Στις 2 Δεκεμβρίου 1945 παραιτούνται υπουργοί του ΕΑΜ, καθώς η συμφωνία της κυβέρνησης ήταν να συγκροτηθεί ενιαίος εθνικός στρατός υπό τον Σκόμπι, συγκροτούμενος απ’ όλες τις στρατιωτικές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων και του ΕΛΑΣ. Ο Σκόμπι απαγόρευσε στον ΕΛΑΣ να πάρει μέρος στον στρατό, ο οποίος τελικά συγκροτήθηκε με όλες τις υπόλοιπες δυνάμεις. Την επομένη οργανώνεται από το ΕΑΜ συλλαλητήριο στο Σύνταγμα σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την αθέτηση των συμφωνηθέντων, το οποίο καταλήγει σε τραγωδία με νεκρούς και τραυματίες. Ο Μίκης χτυπήθηκε και τον μετέφεραν στο Πρώτων Βοηθειών, όπου αναίσθητο τον έκρυψαν στο νεκροτομείο. Οι συναγωνιστές του, απ’ όσα άκουσαν, συμπέραναν ότι ήταν νεκρός. Πηγαίνουν να τον βρουν, τον παίρνουν και τον μεταφέρουν στο Λαϊκό Νοσοκομείο, όπου νοσηλεύθηκε. Ακολουθούν ημέρες μαχών των δυνάμεων του ΕΑΜ από την μία και του κυβερνητικού στρατού, με τη σύμπραξη των Άγγλων, από την άλλη. Είναι τα Δεκεμβριανά. Τα γεγονότα αυτά βρίσκουν τον Μίκη να μάχεται ως διμοιρίτης της «Μεταξώτης Διμοιρίας» του 1ου Τάγματος Ν. Σμύρνης. Η Ελλάδα μπαίνει σε τροχιά εμφυλίου.

Μετά τα Δεκεμβριανά, ο Γεώργιος Παπανδρέου παραιτείται και αναλαμβάνει πρωθυπουργός ο Νικόλαος Πλαστήρας, αλλά ουσιαστικός κυβερνήτης της Ελλάδας είναι ο Άγγλος στρατηγός Σκόμπι. Το Φεβρουάριο του 1945 υπογράφεται μεταξύ των αντίπαλων πλευρών η συμφωνία της Βάρκιζας, η οποία μεταξύ άλλων προέβλεπε τη διάλυση και τον αφοπλισμό του ΕΑΜ, την αμνηστία για τα πολιτικά αδικήματα και μερικές ακόμη παραμέτρους. Ο ΕΛΑΣ, ο στρατός του ΕΑΜ, παραδίδει τον οπλισμό του. Ωστόσο οι αριστεροί διώκονται, κατά παράβαση της συμφωνίας. Τον Μάρτιο του 1946 ο ελληνικός εμφύλιος είναι γεγονός! Ένας πόλεμος, στον οποίο πρωταγωνιστές δεν είναι οι Έλληνες –είτε κομμουνιστές είτε δεξιοί- αλλά υποκινείται από ξένες δυνάμεις, βρετανικές. Κι ένας λαός ολόκληρος αλληλοσκοτώνεται προδομένος εκ των έξω κι εκ των έσω, ελπίζοντας σε βοήθειες που δεν ήρθαν ποτέ!
Στο ύπαιθρο δημιουργείται ο στρατός της αριστεράς, ο Δημοκρατικός Στρατός. Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ κηρύσσονται παράνομα και οι υποστηρικτές του εξορίζονται. Ακολουθώντας τη ροή της ιστορίας, ο Μίκης το 1947 εξορίζεται στην Ικαρία, εξαιτίας των φρονημάτων του. Στο μεταξύ μελετά μουσική και συνθέτει ασταμάτητα, ενώ ταυτόχρονα ασχολείται και με τη δημοτική μουσική. Επιστρέφει λίγο καιρό αργότερα, καθώς η νέα κυβέρνηση του Θεμιστοκλή Σοφούλη έδωσε αμνηστία στους εξόριστους. Τον Δεκέμβριο του 1947 το ΚΚΕ ανακοινώνει την ανακήρυξη προσωρινής δημοκρατικής κυβέρνησης, της «κυβέρνησης του βουνού». Στο μεταξύ ο Δημοκρατικός Στρατός συνεχώς ηττάται. Η κυβέρνηση σχεδιάζει να ξεμπερδέψει μια και καλή με τους αριστερούς και προβαίνει σε μαζικές εξορίσεις.

Ο Μίκης κρύβεται. Στο σπίτι του δεν μπορεί πλέον να πάει, καθώς τα σπίτια των αριστερών είναι σταμπαρισμένα. Όλη αυτήν την περίοδο ο Μάνος Χατζιδάκις στάθηκε στο πλάι του, κρύβοντάς τον κι εξασφαλίζοντάς του φαγητό. Τότε, προσβεβλημένος κιόλας από πλευρίτιδα, κυκλοφορούσε μ’ ένα όπλο μαζί του, ώστε να αυτοκτονήσει σε περίπτωση που τον έπιαναν, καθώς οι αριστεροί βασανίζονταν ανηλεώς. Κατά την εποχή αυτή γράφει μουσική δωματίου. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στην περίοδο αυτή των αγώνων, ο Μίκης συνέθετε έργα. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Έπρεπε να καταγράψει την μουσική που είχε στο κεφάλι του και που μόνο αυτός μπορούσε να ακούσει.
Την άνοιξη του 1948 εξορίζεται και πάλι στην Ικαρία, όπου εκδηλώθηκε ξανά η πλευρίτιδα που τον ταλαιπωρούσε. Έπειτα ο Μίκης μεταφέρεται στην Μακρόνησο, όπου οι αντιφρονούντες βασανίζονταν μέχρις εσχάτων, όπου αδέλφια βασάνιζαν αδέλφια! Ο Θεοδωράκης λέει πως σήμερα δεν μιλούν πολλοί για την Μακρόνησο, τον «απόλυτο εξευτελισμό της ανθρώπινης υπόστασης», όπως την αποκαλεί. Εκεί τα βράχια στις ακτές ήταν, όπως περιγράφει, κόκκινα από το αίμα. Τον βασανίζουν, όπως και πολλούς ακόμη, με σκοπό να απαρνηθεί την ιδεολογία του και να υπογράψει «δήλωση μετανοίας», ή καλύτερα δήλωση υποταγής. Έπειτα από μαζικά βασανιστήρια που είχαν σκοπό να σπάσουν το ηθικό στους αριστερούς ώστε να υπογράψουν, ένας μοίραρχος τον παροτρύνει: «παιδί μου, υπόγραψε, αυτοί είναι κανίβαλοι». «Δεν υπογράφω», απαντά, «γιατί είμαι Κρητικός». Θυμάται ακόμη πως όσοι δήλωναν δημοσίως την μετάνοια τους και γίνονταν πλέον «Έλληνες» λάμβαναν νερό και λουκούμι ως κέρασμα κι έπειτα ξεκινούσε μια απάνθρωπη τακτική, κατά την οποία για να αποδείξεις ότι πράγματι μετανόησες έπρεπε να γίνεις ο ίδιος βασανιστής.

Στο νησί αυτό ήρθε σε επαφή με τα απαγορευμένα κι ενοχοποιημένα τότε ρεμπέτικα. Γνώρισε το Γρηγόρη Μπιθικώτση, ο οποίος υπηρετούσε στο Α΄ Τάγμα και είχε κάνει δήλωση μετανοίας. Ο Μπιθικώτσης βρήκε τον Μίκη χτυπημένο και του έδωσε να πιει νερό. Τα βασανιστήρια που υπέστη εκεί λίγο έλλειψε να του στοιχίσουν τη ζωή. Μεταφέρθηκε στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο σε ημιθανή κατάσταση. Τραύματα, κατάγματα, σπασμένα πλευρά, εξαρθρωμένο γόνατο και κατεστραμμένο πνεύμονα. Χειρουργείται, αλλά η επέμβαση αποτυγχάνει. Νοσηλεύεται για δύο μήνες και με το πέρας της νοσηλείας του επιστρέφει στην Μακρόνησο, το 1949. Εκεί αναζωπυρώθηκε η πλευρίτιδα, εξελίχθηκε σε φυματίωση και δη καλπάζουσα. Εν τω μεταξύ ο Δημοκρατικός Στρατός απωθείται από τον κυβερνητικό μέχρι τα ελληνοαλβανικά σύνορα και ο εμφύλιος λήγει με ήττα των αριστερών. Έτσι με την επιστροφή του στο νησί τα βασανιστήρια όλο κι χειροτερεύουν και αυξάνονται. Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου ο πατέρας του τον παίρνει από ‘κει, έχοντας επιστρατεύσει για το σκοπό αυτό όλους τους γνωστούς του στα υπουργεία, και τον πηγαίνει στην Κρήτη για να τον σώσει. Εκεί βρίσκεται για λίγο καιρό έγκλειστος στις φυλακές Χανίων, απ’ όπου αποφυλακίζεται λίγο μετά. Ύστερα οι γονείς του, βλέποντας τον να θλίβεται στο χωριό, τον στέλνουν στην Αθήνα να ξεκινήσει πάλι τη ζωή του.

Το 1950 παίζεται στην Αθήνα, το πρώτο συμφωνικό έργο του Μίκη Θεοδωράκη. Επίσης καλείται να υπηρετήσει την πατρίδα. Αρχικά υπηρετεί στη στρατιωτική ορχήστρα, μαζί με τον Μάνο Χατζιδάκι. Εντός ολίγου φτάνει η μετάθεσή του για την Αλεξανδρούπολη. Η ζωή στο στρατό δυσκολεύει για ‘κείνον όταν ο φάκελός του έρχεται στα χέρια της μονάδας του. Αποπειράται να αυτοκτονήσει, καταπίνοντας μπαρούτι. Στο τοπικό νοσοκομείο κατορθώνουν να τον σώσουν κι έπειτα μεταφέρεται στο 424 ΣΝ Θεσσαλονίκης, απ’ όπου τον σώζει και πάλι ο πατέρας του. Εν τέλει μετατίθεται στα Χανιά, όπου παραμένει μέχρι το τέλος της θητείας του, το 1952. Επιστρέφει οριστικά στην Αθήνα και συνεργάζεται με τη Ραλλού Μάνου στο «Ελληνικό Χορόδραμα», του οποίου βασικός συνθέτης ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις. Ο Μάνος, γράφοντας μουσική για ταινίες, είχε γίνει πλέον ευρέως γνωστός. Παράλληλα γράφει κριτικές για μουσική στην εφημερίδα «Αυγή», τις οποίες υπογράφει ως «Δαφνιώτης». Όλη αυτή τη δεκαετία, την δεκαετία του ’50 την έζησε, όπως αναφέρει, ως πολίτης Β΄ κατηγορίας.

Το 1953 ξεκινά τη σύνθεση μουσικής για ελληνικές ταινίες και κάνει το ντεμπούτο του με το «Ξυπόλητο Τάγμα». Πληρώνεται με πέντε χιλιάδες δραχμές και, θεωρώντας πια πως έχει τα χρήματα που χρειάζεται, προτείνει στην Μυρτώ να παντρευτούν. Εκείνη αρχικά δε θέλει, καθώς πιστεύει πως πρέπει να τελειώσει τις σπουδές της στην ιατρική. Τελικά την πείθει, πηγαίνει στους γονείς της και τους ανακοινώνει ότι θέλει να την παντρευτεί, λέγοντάς τους: «ή τώρα ή ποτέ». Το ίδιο κιόλας βράδυ, επιστρέφοντας σπίτι, ξεκινά τη σύνθεση μουσικής της ταινίας. Την ίδια εκείνη περίοδο του ανακοινώνεται ότι δεν μπορεί να του χορηγηθεί υποτροφία στο Ωδείο Αθηνών, λόγω –πάντα- του φακέλου του. Ο Homer Davis είχε φροντίσει γι’ αυτό, λόγω του γεγονότος ότι ήταν κομμουνιστής. Ο πατέρας του επιστρατεύεται γι’ ακόμη μια φορά και τελικά ο Μίκης παίρνει την υποτροφία. Πηγαίνει με την Μυρτώ στο Παρίσι, ώστε να παρακολουθήσει μαθήματα μουσικής ανάλυσης. Δημιουργεί μερικά από τα πιο σημαντικά συμφωνικά του έργα. Διαγωνίζεται στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νέων Συνθετών της Μόσχας, όπου και κερδίζει το χρυσό μετάλλιο.

Εν έτη 1958 γίνεται πατέρας, καθώς έρχεται στον κόσμο το πρώτο παιδί του ζευγαριού, η Μαργαρίτα-Ασπασία. Ήταν εκείνη τη χρονιά που μελοποίησε τον «Επιτάφιο». Ο ίδιος ο Ρίτσος του τον είχε στείλει. Έτσι ένα απόγευμα, κι ενώ η Μυρτώ ψώνιζε από το ελληνικό μπακάλικο, όπου συνήθιζαν να πηγαίνουν, ο ίδιος, περιμένοντας στο αυτοκίνητο, αρχίζει να μελοποιεί τα ποιήματα του «Επιταφίου» μέσα σε λίγα μόλις λεπτά. Το έργο αυτό το ολοκλήρωσε το 1959. Ο «Επιτάφιος» αποτελεί μια επανάσταση στη σύνθεση, καθώς συνταιριάζει αρμονικά τον έντεχνο, ποιητικό στίχο με τη λαϊκή μουσική. Και κάπως έτσι ο Μίκης είχε αρχίσει να πετυχαίνει το πρωτοφανές: να γίνει η Ελλάδα η μόνη χώρα, στην οποία ακόμη και τα πιο λαϊκά στρώματα συνήθιζαν να ακούν μελοποιημένη ποίηση κατά τις καθημερινές τους δραστηριότητες. Το 1959 βραβεύεται ως ο καλύτερος Ευρωπαίος συνθέτης με το βραβείο Copley Music Prize. Παράλληλα συνθέτει για πρώτη φορά μουσική για αρχαίο θέατρο, τις «Φόνισσες».
Επιστρέφει στην Ελλάδα το 1960. Ξεκινά να ηχογραφεί τον «Επιτάφιο» με τη Νάνα Μούσχουρη και ορχήστρα που επέλεξε ο Μάνος Χατζιδάκις. Λόγω μια παρεξήγησης με τη Νάνα Μούσχουρη, εκείνη του ανακοινώνει ότι στο εξής εκείνη θα τραγουδά μόνο Χατζιδάκι και τα τραγούδια του Θεοδωράκη θα ερμηνεύονται από τη Γιοβάννα. Ο Μίκης προσβεβλημένος αποχωρεί και πηγαίνει στην Columbia. Ο «Επιτάφιος» του Χατζιδάκι κυκλοφορεί πρώτος. Πρόκειται για μια ηχογράφηση σε στυλ περισσότερο δυτικών ακουσμάτων. Ο Μίκης Θεοδωράκης επιλέγει για την ερμηνεία τη σπηλαιώδη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση και τον μετρ του μπουζουκιού, Μανώλη Χιώτη. Αυτή εκδοχή είναι σαφέστερα πιο λαϊκή. Η δεύτερη αυτή εκτέλεση γνωρίζει εμφανώς μεγαλύτερη επιτυχία. Τον Μάιο του ίδιου έτους έρχεται στον κόσμο και ο γιος του, Γιώργος. Εν τω μεταξύ ξεκινά μια σειρά συναυλιών στην Ελλάδα, τις οποίες συχνά παρεμποδίζει η αστυνομία. Αρχίζει να μελοποιεί το «Άξιον Εστί». Το 1961 κερδίζει το βραβείο του Ελληνικού Φεστιβάλ Τραγουδιού.

Το χρόνο που ακολούθησε η φυματίωση υποτροπιάζει και νοσηλεύεται σε σανατόρια επί τέσσερεις μήνες. Μόλις η υγεία του το επέτρεψε έγραψε μουσική για τη «Φαίδρα» με την Μελίνα Μερκούρη. Ιδρύει την Μικρή Ορχήστρα Αθηνών, με την οποία παίζει προκλασικά έργα, και περιοδεύει στην ελληνική επαρχία. Το εγχείρημα αυτό είχε σκοπό να προετοιμάσει το έδαφος για την παρουσίαση του «Άξιον Εστί». Αφού «εκπαίδευσε» το κοινό του, παρουσίασε το αριστουργηματικό αυτό έργο, το 1964.

Στις 21 Απριλίου 1963 οργανώθηκε Πορεία Ειρήνης από τη Επιτροπή για τη Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη, κατά την οποία δολοφονήθηκε ο βουλευτής Γρηγόρης Λαμπράκης. Ο Μίκης, μαζί με πολλούς άλλους, συλλαμβάνεται. Στις 8 Ιουνίου του ίδιου έτους ιδρύει με 20 ακόμη Έλληνες το Κίνημα Νεολαίας «Γρηγόρης Λαμπράκης».
Το 1964 εκλέγεται βουλευτής με την ΕΔΑ. Ταυτόχρονα συνθέτει το -γνωστό σε όλη την υφήλιο- συρτάκι «Zorba the Greek» για την ομώνυμη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη. Πρόκειται για ένα από τα τραγούδια που ύμνησαν και «μετέφεραν» την Ελλάδα στα πέρατα του κόσμου. Ένα χρόνο αργότερα κερδίζει το βραβείο «Sibelius» και συνεργάζεται με την Μαρία Φαραντούρη στο «Μαουτχάουζεν» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, για τον οποίο συνήθιζε να λέει ότι «λείπουν φωνές σαν τη δική πλέον». Ακολούθως, τον επόμενο χρόνο ιδρύει τη Συμφωνική Ορχήστρα Πειραιώς και κυκλοφορεί το έργο του Ρίτσου, «Ρωμιοσύνη», με την αξέχαστη πάντα φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Γνωρίζεται με τον Πάμπλο Νερούντα, με τον οποίο άλλωστε τους συνέδεαν οι ιδεολογικοί αγώνες για την πατρίδα τους. Αργότερα μελοποίησε την ποίηση του Νερούντα, μη γνωρίζοντας καθόλου ισπανικά. «Ακολούθησα απλώς την μουσική της γλώσσας», είπε.

Τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1967 οι συνταγματάρχες καταλύουν τη δημοκρατία, διαλύουν τη Βουλή και επιβάλλουν δικτατορία. Δυο μέρες μετά απ’ αυτό το τραγικό γεγονός ο Μίκης Θεοδωράκης, καλώντας το λαό σε αντίσταση, αντιτίθεται ευθαρσώς στο καθεστώς και κηρύσσεται παράνομος. Απαγορεύεται ρητώς η αναπαραγωγή της μουσικής του, με ειδικό διάταγμα, το διάταγμα 13/1.6.67. Ιδρύει το Πατριωτικό Μέτωπο με τα μέλη του «Γρ. Λαμπράκης» και ορίζεται πρόεδρός του. Λίγους μήνες μετά, τον Αύγουστο, συλλαμβάνεται για τη δράση του και απομονώνεται στην οδό Μπουμπουλίνας, το μέρος που έγινε το κολαστήριο της χούντας. Στη συνέχεια μεταφέρεται στις φυλακές Αβέρωφ, όπου αργότερα ξεκίνησε απεργία πείνας. Εντός ολίγου νοσηλεύεται στο νοσοκομείο των φυλακών. Στις 27 Ιανουαρίου 1968 τον θέτουν σε κατ’ οίκον περιορισμό στο Βραχάτι κι έπειτα τον εξορίζουν στη Ζάτουνα, όπου συνθέτει τις «Αρκαδίες». Όλο αυτό το διάστημα της εξορίας, ο Μίκης είχε βρει τον τρόπο να στέλνει, τόσο τα έργα όσο και δηλώσεις εναντίον του καθεστώτος, σε ξένα μέσα ώστε να αναπαραχθούν και να γνωστοποιηθεί η κατάσταση στην Ελλάδα. Η Μυρτώ έραβε τα τραγούδια στα κουμπιά του παλτό του γιου τους, απ’ όπου τα παραλάμβαναν οι γονείς του Μίκη. Οι συνταγματάρχες ποτέ δεν μπόρεσαν να βρουν με ποιον τρόπο γινόταν αυτό κι έτσι σχεδόν πάντα «την πλήρωνε» η φρουρά του.

Τον Οκτώβριο του 1969 τον μεταφέρουν στο στρατόπεδο του Ωρωπού και άμεσα ιδρύεται μια επιτροπή με στόχο την απελευθέρωσή του. Εν τω μεταξύ, σε μικρό χρονικό διάστημα υποτροπίασε ξανά η φυματίωση που τον ταλαιπώρησε στο παρελθόν και νοσηλεύεται στο «Σωτηρία». Στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό, κυκλοφόρησε η φήμη ότι η υγεία του έχει πληγεί ανεπανόρθωτα ή ακόμη ότι πέθανε. Αυτό προκάλεσε πανικό στους δικτάτορες, οι οποίοι φοβήθηκαν ότι θα κηλιδωθεί τα όνομα της χούντας με το θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη. Ωστόσο οι εξετάσεις του δεν έδειξαν κάτι ανησυχητικό κι επρόκειτο να επιστρέψει στον Ωρωπό. Πριν αυτό συμβεί, ο Γάλλος Ζαν Ζακ Σερβάν Σρεμπέρ, τον απαγάγει από το «Σωτηρία», λέγοντας του ότι θα του έπαιρνε μια συνέντευξη καθ’ οδόν προς το αεροδρόμιο, και τον φυγαδεύει στο Παρίσι. Εκεί -λίγο καιρό μετά- τον συναντούν η γυναίκα και τα παιδιά του. Αρχίζει έναν μανιώδη αγώνα εναντίον της δικτατορίας. Κατηγορεί τους συνταγματάρχες ότι καταπατούν ανθρώπινες ελευθερίες και δικαιώματα και δίνει συναυλίες, στη Γαλλία αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο, εναντίον τους. Μιλά σε όλα τα ξένα μέσα για το καθεστώς και τις κατάφορες αδικίες που διαπράττει.
Το 1972, από το εξωτερικό όπου βρίσκεται, αρχίζει να μελοποιεί ποίηση του Πάμπλο Νερούντα κι έτσι προκύπτει το Canto General. Λαμβάνει πολλές φορές το ρόλο του πρεσβευτή ανάμεσα σε Ισραηλινούς και Παλαιστινίους, καθώς μετέφερε εκατέρωθεν μηνύματα, ώστε να επιτευχθεί η ειρήνη των δύο πλευρών. Επίσης ενεργεί ως διπλωμάτης και μεταξύ πλήθους ακόμη χωρών, με σκοπό την επίλυση διαφορών.

24 Ιουλίου 1974. Η δικτατορία, έχοντας από καιρό χάσει έδαφος, πέφτει και παραδίδει την εξουσία στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο Μίκης την αμέσως επομένη επιστρέφει στην Ελλάδα και πιάνει αμέσως δουλειά, παρουσιάζοντας μέσω συναυλιών στο ελληνικό κοινό όλα τα έργα του, που θεωρούνταν -εν μέσω χούντας- απαγορευμένα. Ένα χρόνο αργότερα, οι σχέσεις του με το ΚΚΕ και τη νεολαία του είναι αρκετά τεταμένες, ίσως γιατί ο ίδιος ο Μίκης είδε αυτό που δεν έβλεπαν οι υπόλοιποι τότε: ότι ο μόνος που θα μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση μετά τη δικτατορία ήταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής. Άλλωστε και στο παρελθόν είχε διατυπώσει την άποψη ότι αφού η ενότητα της αριστεράς δεν επετεύχθη, η μόνη λύση για να πέσει η χούντα ήταν ο Καραμανλής. Η κατάσταση φτάνει σε τέτοιο σημείο, ώστε η ΚΝΕ να αναρτά πανό με το σύνθημα «Θάνατος στο Θεοδωράκη». Όλα αυτά τα χρόνια δίνει διαλέξεις για την ειρήνη, την τέχνη, τον πολιτισμό και την παιδεία, ενώ εκδίδει και το βιβλίο του «Περί Τέχνης».

Στις 17 Νοεμβρίου 1974, διενεργούνται οι πρώτες μεταδικτατορικές εκλογές στην Ελλάδα. Ο Μίκης Θεοδωράκης βρίσκεται υποψήφιος στο ψηφοδέλτιο της Ενωμένης Αριστεράς, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να εκλεγεί.
14 Μαΐου 1977. Ο Μίκης χάνει τον πατέρα του. Είναι για ‘κείνον ένα τεράστιο πλήγμα, καθώς έφυγε από τη ζωή ένας άνθρωπος που στάθηκε δίπλα του όλα αυτά τα χρόνια, προστάτης σε όλους τους αγώνες του. Από το θάνατο του πατέρα του κι ύστερα η μητέρα του σταμάτησε να μιλά. Επί μήνες ολόκληρους δεν έλεγε λέξη. Επιπλέον σταμάτησε να πίνει νερό. Ώσπου έπαθε αφυδάτωση. Ο Μίκης ενημερώνεται και πηγαίνει να τη δει. Η μητέρα του, βλέποντάς τον μετά από καιρό, συγκινείται και παθαίνει καρδιακή προσβολή. Η πρώτη κουβέντα που είπε, έπειτα από μήνες, και η τελευταία της ήταν: «Γιώργο, έρχομαι».

Το 1978 ο Γρηγόρης Φαράκος του προτείνει να θέσει υποψηφιότητα ως δήμαρχος Αθηνών. Το 1981 εκλέγεται βουλευτής με το ΚΚΕ. Το 1982 φεύγει για το Παρίσι, δυσαρεστημένος από την πολιτική του ΚΚΕ. Στο Παρίσι συνθέτει, έπειτα από χρόνια, συμφωνική μουσική. Τα βασανιστήρια, στα οποία υπεβλήθη στη Μακρόνησο, έχουν αρχίσει να διαγράφονται στην υγεία του κι έτσι αναγκάζεται να μετακινείται με αναπηρικό καροτσάκι. Αυτό βέβαια δε στάθηκε εμπόδιο στο να εκδώσει το δεύτερό του βιβλίο, ένα χρόνο αργότερα. Συνολικά ο Μίκης Θεοδωράκης έχει εκδώσει 37 βιβλία. Κατ’ αυτό το έτος του απονεμήθηκε και το βραβείο ειρήνης «Λένιν», ως απόρροια της προσφοράς του στην παγκόσμια ειρήνη.

Το 1985 είναι μια σημαντική μουσική χρονιά για το συνθέτη, καθώς στρέφεται στην όπερα και δημιουργεί το πρώτο έργο του πάνω σ’ αυτό το μουσικό είδος, την όπερα του Κώστα Καρυωτάκη. Επίσης δραστηριοποιείται ως πρεσβευτής μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ιδρύοντας την «Επιτροπή Ελληνοτουρκικής Φιλίας». Ενισχύοντας αυτή τη θέση, δίνει πλήθος συναυλιών με τον Τούρκο συνθέτη Ζυλφύ Λιβανελί. Ομοίως πράττει και μετά την καταστροφή στο Τσέρνομπιλ. Αυτή τη φορά οι συναυλίες του δίνονται κατά της ατομικής ενέργειας. Οργανώνει δύο διεθνή συνέδρια «Πολιτισμός και Ειρήνη» και λειτουργεί ως διπλωμάτης στη συνάντηση κορυφής Ελλάδας-Τουρκίας το 1988.

Το 1990 εκλέγεται βουλευτής με τη ΝΔ και ορίζεται υπουργός, αρχικά, άνευ χαρτοφυλακίου και, στη συνέχεια, Επικρατείας. Αυτή του η κίνηση πυροδότησε πλήθος αντιδράσεων, ιδιαίτερα στους κόλπους της αριστεράς και τους παλαιούς του συντρόφους. Αυτό που δεν είχαν καταλάβει όμως αυτοί, είναι ότι ο Μίκης μια ζωή αγωνιζόταν ενάντια στον εθνικό διχασμό και λιγότερο ενάντια σε δεξιούς, αριστερούς ή οποιουσδήποτε άλλους μπορούν να διαχωριστούν. Από τη θέση του Υπουργού επισκέφθηκε Αλβανία και Τουρκία, όπου μερίμνησε για τη διαβίωση των ελληνικών μειονοτήτων, καθώς επίσης και των Κούρδων, εκεί. Οι συναυλίες του αυτό το διάστημα αφορούν την εναντίωση στον αναλφαβητισμό και στα ναρκωτικά. Ώσπου το 1992 παραιτείται από τα υπουργικά καθήκοντα κι ένα χρόνο αργότερα κι απ’ τα βουλευτικά και αναλαμβάνει Γενικός Διευθυντής μουσικών συνόλων της ΕΡΤ, απ’ όπου ύστερα παραιτήθηκε.

Το 1996 η Γαλλία τιμά τον Μίκη Θεοδωράκη με το παράσημο του Αξιωματικού της Λεγεώνας της Τιμής. Το Δεκέμβριο η οικογένεια Θεοδωράκη πενθεί και πάλι. Αυτή τη φορά το μικρότερο αδελφό του Μίκη, Γιάννη, ο οποίος έπασχε από καρκίνο. Το διάστημα που ο Γιάννης νοσηλευόταν στο νοσοκομείο, ο Μίκης κοιμόταν δίπλα του σ’ ένα ράντζο κι έμεινε εκεί μέχρι το τέλος. Ο ίδιος έχει δηλώσει πως του πήρε σχεδόν ένα χρόνο να συνέλθει απ’ αυτό το πλήγμα.

Εν έτη 1997 προγραμματίζουν μαζί με το Λιβανελί συναυλίες, στα πλαίσια της φιλίας Ελλάδας-Τουρκίας. Ωστόσο, λόγω αναπνευστικών προβλημάτων, ο Μίκης αναγκάζεται να νοσηλευτεί, ματαιώνει τις εκδηλώσεις και επιπλέον σταματά να συνθέτει. Από την περιπέτεια αυτή επανήλθε το 1998, χρονιά κατά την οποία κατέκτησε τον τίτλο του διδάκτορος στο Πανεπιστήμιο του Κέμπεκ.

24 Μαρτίου 1999. Το Κόσσοβο καίγεται. Ο Μίκης δεν μπορεί να μείνει άπραγος μπροστά σ’ αυτή την τραγωδία. Καταγγέλλει το ΝΑΤΟ για εγκλήματα πολέμου στο Δικαστήριο της Χάγης και δίνει συναυλίες, με σκοπό να υποστηρίξει το Κόσσοβο. Το έτος αυτό του απονέμεται και ο τίτλος του επίτιμου δημότη Λευκωσίας και Αμμοχώστου, ενώ ένα χρόνο αργότερα κερδίζει το βραβείο «Ωνάση» για τον πολιτισμό και βρίσκεται υποψήφιος για το Νόμπελ Ειρήνης. Το 2001 εκλέγεται επίτιμος δημότης της Παγκρήτιας Ένωσης και του απονέμεται βραβείο από την Ύπατη Αρμοστεία.

Το Σεπτέμβριο του 2003 επιστρέφει και πάλι στην Μακρόνησο. Αυτή τη φορά για να πραγματοποιήσει μια συναυλία, στην οποία τον ακολούθησαν περίπου 6 χιλιάδες θεατές. Το 2004, λόγω μολύνσεως στη χοληδόχο κύστη, εισάγεται στο νοσοκομείο. Το γεγονός αυτό του στέρησε τη δυνατότητα να παραστεί στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, όπου τιμήθηκε δεόντως, αφού κατά την είσοδο της ελληνικής σημαίας ακούστηκε ένα μέρος του «Ζορμπά». Επίσης του αποδίδεται το βραβείο «Olympiart» και εκ μέρους της Αιγύπτου το «Χρυσό Βραβείο Πυραμίδα».

Το 2005 το Πανεπιστήμιο Κρήτης τον ανακηρύσσει σε επίτιμο διδάκτορα. Η Ελλάδα, αλλά και όλος ο πλανήτης, διεξάγει εκδηλώσεις για να τιμήσει τα 80 χρόνια του συνθέτη. Η UNESCO του αποδίδει το βραβείο Μουσικής για το 2005, το Λουξεμβούργο του απονέμει το παράσημο του Grand Officier του Τάγματος Τιμής και η Κύπρος το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Μακαρίου Γ’.

Το 2007, τη χρονιά των μεγάλων πυρκαγιών και των μεγάλων καταστροφών, ο Μίκης παραθέτει πλήθος συναυλιών με σκοπό την ενίσχυση των πληγέντων. Τιμάται με το ανώτατο παράσημο της γαλλικής δημοκρατίας, το παράσημο του Ταξιάρχη της Λεγεώνας της Τιμής, και το Παράσημο Φιλίας εκ μέρους της Ρωσικής Ομοσπονδίας και του Βλαντιμίρ Πούτιν. Τον επόμενο χρόνο βραβεύθηκε από τη δημοκρατία του Σαν Μαρίνο και το πατρικό του σπίτι στο Γαλατά Κρήτης έγινε μουσείο «Μίκη Θεοδωράκη».

Το 2010 ανακοινώνει με επιστολή του την ίδρυση του κινήματος Ανεξάρτητων Πολιτών «Σπίθα», από το οποίο αποφασίζει να αποχωρήσει το 2013. Το 2011 η κινηματογραφική ιστοσελίδα IMDB τον κατατάσσει τρίτο στη λίστα με τους σημαντικότερους συνθέτες όλων των εποχών. Το Φεβρουάριο του 2012 σημειώνονται επεισόδια σε διαδήλωση στο Σύνταγμα κατά της ψήφισης μέτρων του μνημονίου, όπου ο Μίκης παρά τα 87 του χρόνια συμμετέχει. Κατά τα επεισόδια αυτά αστυνομικές δυνάμεις ρίπτουν δακρυγόνα μπροστά στο συνθέτη.

Τον Ιανουάριο του 2013 παρουσίασε στο Μέγαρο Μουσικής σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση το έργο του «Ραψωδία», με το οποίο δήλωσε ότι «αποστρατεύεται» από τη σύνθεση μουσικής.

Φέτος γιόρτασε τα 90 του χρόνια με εκδηλώσεις τιμής σε όλη την Ελλάδα. Μιλώντας για τη ζωή του, ο Μίκης δηλώνει πλήρης. «Αν έχω κάπου να λογοδοτήσω», λέει, «θα δηλώσω καθαρός, πλήρης». Πράγματι στα 90 του πλέον χρόνια τα έχει ζήσει όλα. Μια ζωή με πολλούς αγώνες, πολύ συναίσθημα, πολύ αίμα, πολύ χειροκρότημα. Έχει δοκιμάσει όλες τις γεύσεις της ζωής- γλυκές και πικρές. Και συνεχίζει. Ο Μίκης φυσικά, μουσικά, πολιτικά -90 χρόνια τώρα- γράφει σελίδες ιστορίας.

Για τον Τομέα Βιογραφιών και Κουλτούρας Πολιτισμών

Κατερίνα Τόλια, δημοσιογράφος

Leave a Reply