WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΤΟ ΕΝΔΥΜΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ..

Share Button

Παρόλο που στις μέρες μας, δεν έχει διατηρηθεί κάποιο ρούχο, είναι σε όλους μας γνωστή η εικόνα των ενδυμάτων που φορούσαν οι αρχαίοι Έλληνες. Τις περισσότερες πληροφορίες τις έχουμε αντλήσει από αγάλματα, αγγεία και άλλες καλλιτεχνικές απεικονίσεις, τα οποία μας μαρτυράνε τον χαρακτηριστικό τρόπο που ντύνονταν. Τα ρούχα, ήταν σχεδόν αποκλειστικά, χειροποίητα, φτιαγμένα στο σπίτι και χρησιμοποιούνταν και ως κλινοσκεπάσματα ή στρωσίδια. Κυριαρχεί μια γενικότερη αντίληψη πως τα ρούχα που φορούσαν, ήταν κυρίως λευκά, κάτι βέβαια το οποίο είναι λάθος διότι στην πραγματικότητα, σύμφωνα με ίχνη χρωμάτων σε αγάλματα και από συμπεράσματα, βάσει αγγείων, τα υφάσματα που φορούσαν οι αρχαίοι Έλληνες είχαν αρκετά έντονα χρώματα και τα ρούχα ήταν περίτεχνα διακοσμημένα.

Τα αρχαία υφάσματα, κατασκευάζονταν από τις πρώτες βασικές ύλες, ζωικές, φυτικές ή και μεταλλικές με κύρια πρώτη ύλη το μαλλί, το λινάρι και το μετάξι. Για την ύφανση τους χρησιμοποιούνταν ο κάθετος αργαλειός με βάρη. Τα υφάσματα που προέκυπταν, ανάλογα με το είδος του ενδύματος για το οποίο προορίζονταν, ράβονταν με ραφίδες ή βελόνες, χάλκινες, σιδερένιες ή οστέινες. Σε αντίθεση με τη μινωική και τη μυκηναϊκή εποχή, κατά τη διάρκεια των οποίων, για την παραγωγή των ρούχων απαιτούνταν ειδικό ράψιμο και κόψιμο, από την αρχαϊκή εποχή και εξής τα ενδύματα είχαν ως βάση τους ένα ύφασμα σε ορθογώνιο σχήμα, έτσι όπως έβγαινε από τον αργαλειό ή άλλοτε περισσότερα κομμάτια ραμμένα μαζί.

Τα ενδύματα των αρχαίων Ελλήνων, ράβονταν και φοριούνταν πολύ εύκολα. Κυρίως, αποτελούνταν από ένα τετράγωνο κομμάτι υφάσματος, το οποίο δεν χρειαζόταν και ιδιαίτερη εργασία για την κατασκευή του. Το συνηθέστερο ένδυμα που φορούσαν τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες, έμοιαζε με μακριά πουκαμίσα και λεγόταν πέπλος ή χιτώνας.

Αναλυτικότερα, ο πέπλος ως γυναικείο ένδυμα, διαμορφωνόταν μέσα από ένα ορθογώνιο ύφασμα, το οποίο δεν υπήρχε καν λόγος να ραφτεί. Το ύφασμα διπλωνόταν στο ένα τρίτο περίπου του ύψους του, μία φορά προς τα έξω, σχηματίζοντας έτσι έναν υφασμάτινο όγκο, το απόπτυγμα, που έπεφτε προς τα έξω στην πλάτη και το στήθος. Η κλειστή πλευρά του υφάσματος βρισκόταν συνήθως στην αριστερή πλευρά του σώματος. Με πόρπες και περόνες, καρφιτσώνονταν η επάνω παρυφή του υφάσματος με τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργείται άνοιγμα για το λαιμό και το δεξιό βραχίονα. Στην αριστερή του πλευρά ο πέπλος, είχε δύο παρυφές κάτω και τέσσερις επάνω στο ύψος του αποπτύγματος, το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και ως κάλυμμα κεφαλής. Ο πέπλος μπορούσε να φορεθεί επάνω από το χιτώνα.

Άλλος βασικός τύπος ενδύματος, ήταν ο χιτώνας ο οποίος φοριόταν τόσο από άντρες, όσο και από γυναίκες και ήταν λινός. Και εδώ, το αρχικό σχήμα του υφάσματος ήταν σωληνοειδές, συνήθως όμως χωρίς απόπτυγμα. Τα σημεία στο ύφασμα που ράβονταν, ήταν οι μακριές πλευρές καθώς και οι ώμοι. Έτσι, ο χιτώνας σχημάτιζε μανίκια, τις χειρίδες, που ήταν κοντές και έφεραν κομβία. Ο χιτώνας με μανίκια ονομάζονταν χειριδωτός.

Τα κυριότερα είδη του αρχαίου χιτώνα, είναι ο ένας φαρδύς, ο οποίος είναι ραμμένος στην επάνω παρυφή, αφήνοντας ανοίγματα για το κεφάλι και τους βραχίονες ή ήταν κλεισμένος με μία σειρά από μικρά κουμπιά . Ένω ο δεύτερος, σε αντίθεση με τον πρώτο χιτώνα, είναι στενός, επίσης ήταν εντελώς κλειστός στην επάνω πλευρά, με εξαίρεση το άνοιγμα για το κεφάλι, ενώ τα ανοίγματα για τους βραχίονες βρίσκονταν στο επάνω μέρος των πλαϊνών πλευρών.
Εάν τραβήξει κανείς τον φαρδύ χιτώνα, θα παρατηρήσει πως το ύφασμα στο ύψος της μασχάλης και προς τα επάνω, θα δημιουργήσει ανάλογα με το φάρδος μεγάλα ή μικρά ανοίγματα, που μοιάζουν με χειρίδες, τα οποία στην επάνω πλευρά φέρουν ραφή ή σειρά κουμπιών. Στο στενό χιτώνα, σε αντίθεση με τις χειρίδες, έπρεπε να ραφτούν ξεχωριστά.
Ο πέπλος και ο χιτώνας. Τα συναντάμε να φοριούνται συχνά με ζώνη στη μέση. Οι γυναίκες, μάζευαν αρκετό ύφασμα του χιτώνα, προς τα πίσω, το οποίο έπεφτε πάλι προς τα κάτω, σχηματίζοντας τον κόλπο. Στον κοντό αντρικό χιτώνα, ένα τμήμα του υφάσματος περνούσε κάτω από το καβάλο, από πίσω προς τα μπρος και στην συνέχεια στερεώνονταν στη ζώνη ώστε να σχηματίζεται κάτι σαν το σημερινό σόρτς. Ο χιτώνας όταν δεν ζώνονταν, ονομάζονταν ορθοστάδιος, ενώ, εάν έφτανε ως τα πέλματα ονομάζονταν ποδήρης. Ο χιτώνας φοριόταν και από τους άντρες, ενώ αργότερα τον φορούσαν ηλικιωμένοι, ιερείς και στις γιορτές. Στην καθημερινότητα τους προτιμούσαν τον κοντό χιτώνα, καθώς τους προσέφερε ελευθερία κινήσεων, ιδίως για τους οπλίτες και τους κυνηγούς. Ένα είδος χιτώνα, ήταν ο ετερομάσχαλος ή εξωμίς με ακάλυπτο τον ένα ώμο, ρούχο που φοριόταν κυρίως από τους χειρωνάκτες.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ενδύματα της αρχαϊκής περιόδου, ήταν και το λεγόμενο λοξό ιμάτιο, από το 700 π.Χ. περίπου και εξής, γνωστό από τις αρχαϊκές Κόρες της Ακρόπολης. Το ιμάτιο, αποτελούνταν από ένα μακρύ ύφασμα που το περνούσαν κάτω από την αριστερή μασχάλη, το τύλιγαν γύρω από το στήθος και την πλάτη και το κούμπωναν πάνω από το δεξιό βραχίονα. Από την άλλη πλευρά έπεφτε ανοιχτό προς τα κάτω.

Πολύ γνωστό ένδυμα στην Αρχαία Ελλάδα, αποτελεί η χλαμύδα, η οποία ήταν αποκλειστικά ανδρικό ρούχο. Συνήθως ήταν πιο κοντή από το ιμάτιο. Το ύφασμα διπλωνόταν μία φορά καθέτως και στερεωνόταν στο δεξιό ώμο, με πόρπη ή περόνη, ώστε να καλύπτεται ο αριστερός βραχίονας από την κλειστή πλευρά του υφάσματος, με το δεξιό τελείως ακάλυπτο. Η χλαμύδα, ήταν κυρίως ένδυμα των εφήβων, των ταξιδιωτών και των στρατιωτών.

Παρ’ ότι η υφαντική, ήταν μία βασική οικιακή δραστηριότητα, δεν έλειπαν και τα διάφορα εργαστήρια υφαντουργίας, τα οποία παρήγαγαν πολυτελή υφάσματα, σε διάφορα χρώματα, αλλά και διακοσμημένα με περίτεχνα σχέδια. Ονομαστά ήταν τα διάφανα υφάσματα της Λακωνίας και του Τάραντα, τα πολυτελή της Κορίνθου, των Μεγάρων και της Μιλήτου.

Σε ορισμένες αρχαίες πόλεις, παρατηρείται περιορισμός και απαγόρευση σχετικά με την επιλογή και το είδος των ενδυμάτων που έπρεπε να φοριούνται. Για παράδειγμα, στις Συρακούσες μόνο οι εταίρες είχαν το δικαίωμα να φορούν πολύχρωμα ρούχα. Ο Σόλων στην Αθήνα, επέτρεπε τη νύφη να έχει μέχρι τρία ενδύματα στην προίκα της, επιπλέον πολύ αυστηροί, εμφανίζονται και οι ιερείς σχετικά με τους κανονισμούς της ενδυμασίας.

Επίσης στην Σπάρτη, συναντούμε πάλι το περιορισμό και τα πολύχρωμα ρούχα να είναι χαρακτηριστικό των εταίρων, ενώ οι οπλίτες πολεμούσαν με πορφυρούς χιτώνες. Στη Βραυρώνα πάλι, τα κορίτσια φορούσαν κροκωτούς χιτώνες, οι μέτοικοι στα Παναθήναια φορούσαν πορφυρά και οι Αθηναίοι λευκά. Οι ιερείς και οι ιέρειες, φορούσαν συνήθως άζωστο χιτώνα και κάποτε, από πάνω επενδυτή με πλούσια διακόσμηση, ρούχα λευκά, σπάνια πορφυρά. Οι Ελλανοδίκες στην Ολυμπία επίσης φορούσαν πορφυρά και στα Νέμεα σκούρα. Στις κηδείες φορούσαν μαύρο αλλά και χρώματα σκούρα, ενώ αντίθετα στο Άργος φορούσαν λευκά. Γενικότερα, στην καθημερινή ζωή τα ενδύματα ήταν απλούστερα, γεγονός που εξαρτιόταν βέβαια και από το επάγγελμα. Οι χειρωνάκτες, οι άνθρωποι της υπαίθρου και οι δούλοι, φορούσαν την εξωμίδα, οι αγρότες από πάνω φορούσαν την κατωνάκη με χοντρό μαλλί με παρυφή από προβιά, οι αλιείς τον φορμό από πλεκτή ψάθα και οι βοσκοί τη διφθέρα.

Φυσικά, υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις, όπου η ελληνική ενδυμασία δεχόταν διάφορες επιδράσεις από τα βαρβαρικά ενδύματα, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τον κάνδυ στην Αθήνα, το μακρύ επανωφόρι με τις μακρές χειρίδες.

Για τον Τομέα Έρευνας

Νίκη Βασίλογλου, ενδυματολόγος

Leave a Reply