WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

Ο «ΚΥΡΙΟΣ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ»

Share Button

Ο βαρόνος Άντριου Λόυντ Γουέμπερ (Andrew Lloyd Webber) ή αλλιώς «ο κύριος μιούζικαλ», ο οποίος γεννήθηκε στις 22 Μαρτίου 1948, είναι Άγγλος συνθέτης και παραγωγός-ιμπρεσάριος του μουσικού θεάτρου. Στη μέχρι σήμερα (2013) σταδιοδρομία του έχει συνθέσει 13 μιούζικαλ ή σύμφωνα με την μοντέρνα ορολογία «ροκ όπερες», έναν κύκλο τραγουδιών, ένα σύνολο παραλλαγών, μουσική για δύο κινηματογραφικές ταινίες και ένα ρέκβιεμ.

Ο πατέρας του ήταν διευθυντής του LondonCollegeofMusic, η μητέρα του ήταν δασκάλα πιάνου και ο νεώτερος αδελφός του, Τζούλιαν, είναι διάσημος βιολοντσελίστας.Θα μπορούσε να πει κανείς ότι γεννήθηκε με μουσικές φλέβες καθ΄ότι η μουσική αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του. Ένα πραγματικά σημαντικό ερέθισμα του Lloyd Webber αποτέλεσε το πιάνο, το βιολί που ξεκίνησε να μαθαίνει σε ηλικία 3 ετών και το γαλλικό κόρνο, ενώ άρχισε να γράφει τη δική του μουσική στην ηλικία των 6 ετών, ένα πραγματικό παιδί θαύμα της μουσικής.

Το παιδικό του όνειρο ήταν να γίνει επικεφαλής επιθεωρητής της Αγγλίας στο τομέα των αρχαίων μνημείων, για τον λόγο αυτό, το 1965 ο Lloyd Webber άρχισε να φοιτά στο Westminster School ως μελετητής της Βασίλισσας και άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα ιστορίας στο Magdalen College της Οξφόρδης. Η έμφυτη κλήση του τον τράβηξε προς άλλη κατεύθυνση.Τον οδήγησε να παρατήσει την θεωρία και να εισαχθεί το χειμώνα του 1965 στο RoyalCollegeofMusicδιευρύνοντας το ενδιαφέρον του στο μουσικό θέατρο.

Την ίδια χρονιά, όταν ήταν 17 ετών, ο LloydWebber έλαβε επιστολή από τον-21 ετών, φοιτητή της Νομικής-TimRice.Ο μεγάλος καλλιτέχνης βρήκε κάτι στην εν λόγω επιστολή που του κέντρισε το ενδιαφέρον.Από εκεί και πέρα ξεκινά η μακρά συνεργασία τους.

Το 1965, ο Lloyd Webber και ο Rice άρχισαν να συνεργάζονται για το πρώτο τους μιούζικαλ «THELIKESOFUS», το οποίο δεν είχε επιτυχία. Δεν απογοητεύονται και μέσα σε λίγες μέρες τους ανατέθηκε η σύνθεση μίας θρησκευτικής συναυλίας το 1968. Οι Ράις και Λόυντ Γουέμπερ δέχθηκαν μία παραγγελία: ένα έργο για το σχολείο Colet Court. Αυτή η παραγγελία εξελίχθηκε στο «Joseph and the Amazing Technicolor Dreamcoat», μία νέα αφήγηση της βιβλικής ιστορίας του Ιωσήφ στην οποία οι Λόυντ Γουέμπερ και Ράις συνδυάζουν με χιούμορ διάφορα είδη μουσικής, όπως το ροκ-εντ-ρολ του `Ελβις και τη μουσική κάντρι. Το έργο άρχισε ως μία σύντομη καντάδα που κέρδισε κάποια αναγνώριση με το δεύτερο ανέβασμά της, με μία ευνοϊκή κριτική στους Τάιμς. Για τις μεταγενέστερες παραστάσεις του έργου οι δημιουργοί του το αναθεώρησαν και προσέθεσαν νέα τραγούδια για να το μεγαλώσουν σε διάρκεια. Μία παραγωγή δύο ωρών ανέβηκε στο Γουέστ Εντ στον απόηχο της επιτυχίας του Jesus Christ Superstar.. Η παράσταση έκανε το ντεμπούτο της στις 1 Μαρτίου, 1968, και απέσπασε άμεσα θετικές κριτικές.

Lloyd_Webber_632302a-650x435

Το 1969 οι Ράις και Λόυντ Γουέμπερ έγραψαν ένα τραγούδι για τον Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision, το “Try It and See”, το οποίο δεν επιλέχθηκε. Με ξαναγραμμένους τους στίχους έγινε η «Άρια του βασιλιά Ηρώδη» στη ροκ όπερα «Jesus Christ Superstar» (1970), το τρίτο τους έργο.
Το πετυχημένο δίδυμο «κόλλησε» με την βιβλική θεματολογία με αποτέλεσμα, το επόμενο έργο να είναι τοJesusChristSuperstar (1971), παρουσιάζοντας την ποπ μουσική στην κλασική οπερατική μορφή. Ο «Ιησούς»έδειξε στους LloydWebber-Riceτην αξία της καταγραφής ενός μουσικού άλμπουμ και στη συνέχεια της παραγωγής ενός θεατρικού έργου που θα βασίζεται σε αυτό. Επόμενη συνεργασία του Lloyd Webberαποτέλεσε ο Βρετανός θεατρικός συγγραφέας Alan Ayckbournστο έργοJeeves (1974), το οποίο βρήκε μικρή επιτυχία και έπαιξε μόνο για τρεις βδομάδες .Πολλά χρόνια αργότερα οι Λόυντ Γουέμπερ και Ayckbourn το ξαναδούλεψαν και παρουσίασαν μία πιο επιτυχημένη εκδοχή με τον τίτλο By Jeeves (1996). Μόνο δύο από τα τραγούδια της αρχικής παραγωγής παρέμειναν στο νέο έργο (τα “Half a Moment” και “Banjo Boy”). Το 1976 οι Rice και Lloyd Webber, επανενωμένοι συνθέτουν την «Εβίτα» ως «concept» άλμπουμ βασισμένο στη ζωή της Εβίτα Περόν. Το τραγούδι «Don’t cry for me,Argentina» έγινε αμέσως hit, προωθώντας τη δημοτικότητα της μουσικής του μιούζικαλ, η οποία άνθισε στο Λονδίνου το 1978. Το τραγούδι «Don’t Cry for Me Argentina» έγινε επιτυχία ως σινγκλ και το μιούζικαλ ανέβηκε στο Prince Edward Theatre σε σκηνοθεσία Χάρολντ Πρινς και πρωταγωνίστρια την Ελέιν Πέιτζ. Το επόμενο έτος το νέο μουσικό είδος εισήλθε ένθερμα στην μουσική σκηνή του Broadway.

Andrew Lloyd Webber

Το 1980 σηματοδοτήθηκε με το τέλος της συνεργασίας των Rice-Lloyd Webber, αλλά ξεκίνησε η blockbuster εποχή του Lloyd Webber. Πρώτη μεγάλη επιτυχία ήταν το γνωστό μιούζικαλ «THE CATS»,βασισμένο στην ποίηση του T.S. Έλιοτ. Το «THE CATS» προβλήθηκε στο Λονδίνο το 1981 και έγινε το μακροβιότερο μιούζικαλ στην ιστορία εκείνης της πόλης, για 21 χρόνια. Στο Broadway, έμεινε στην κορυφή για 18 χρόνια. Μετά την μεγάλη του επιτυχία ακολούθησε το έργο του «Starlight Express» και ενώ δεν ενθουσίασε τους κριτικούς έχει παραμείνει γνωστό για το κοινό του και εξακολουθεί να παίζεται σε διάφορες αίθουσες. Επόμενο hit για τον Lloyd Webber, καθώς και το μεγαλύτερο μέχρι σήμερα ήταν «το φάντασμα της όπερας», που βασίζεται στο γαλλικό μυθιστόρημα«Le Fantôme de l’Opéra Gaston Leroux». Έκανε το ντεμπούτο του στο Λονδίνο το 1986 και αποτέλεσε την μακροβιότερη παράσταση στο Broadway στην ιστορία της μουσικής θεατρικής παράστασης. Το 1990 γνώρισε την κυκλοφορία διαφόρων παραγωγών του Lloyd Webber, συμπεριλαμβανομένου του «Sunset Boulevard» (1994), του «Η Λεωφόρος της Δύσης»(1994)-κέρδισε 7 Βραβεία Τόνυ για το ανέβασμά του στο Μπρόντγουεϊ-, μια κινηματογραφική εκδοχή του «Γάτες» (1998) και το «Whistle Down the Wind»(1998).Κανένα από αυτά τα έργα δεν έφτασαν την κορυφή και το «Whistle» ήταν εντελώς καταστροφή, ακυρώνοντας παραστάσεις στο Broadway πριν καλά καλά αρχίσει να κυκλοφορεί το έργο.Την αιτία αποτέλεσε μια αποτυχημένη έναρξη της παράστασης στην Ουάσιγκτον. Αμέσως κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ των τραγουδιών από το μιούζικαλ, με το τραγούδι «Nomatterwhat» το οποίο ηχογραφεί η Boyzone, το οποίο έγινε επιτυχία παγκοσμίως.

Τον 21 αιώνα ο Andrew Lloyd Webber, ασχολήθηκε με το γράψιμο και την παραγωγή διάφορων έργων. Στις 16 Σεπτεμβρίου 2004 η παραγωγή του μιούζικαλ «The Woman in White» έκανε πρεμιέρα στο Palace Theatre του Λονδίνου. Κράτησε για 19 μήνες και 500 παραστάσεις. Μία αναθεωρημένη παραγωγή ανέβηκε στο Μπρόντγουεϊ (Marquis Theatre) τον Νοέμβριο 2005. Τον Νοέμβριο 2006 ο Λόυντ Γουέμπερ ανέβασε στη σκηνή τη Μελωδία της ευτυχίας, δημιουργώντας συζητήσεις με την απόφασή του να επιλέξει μία άγνωστη καλλιτέχνιδα για τον βασικό ρόλο της Μαρίας, την Κόνι Φίσερ, η οποία «ανακαλύφθηκε» από το τηλεοπτικό ριάλιτι του BBC How Do You Solve a Problem like Maria?, όπου ο Λόυντ Γουέμπερ ήταν ένας από τους κριτές . Στις 8 Οκτωβρίου 2009 ο Λόυντ Γουέμπερ ανακοίνωσε την πρεμιέρα του νέου του μιούζικαλ με τίτλο Love Never Dies σε συνέντευξη τύπου στο θέατρο όπου παιζόταν το αρχικό Φάντασμα της όπερας από το 1986.Το « The Beautiful Game» παίχθηκε στο Λονδίνο (στο Cambridge Theatre), αλλά ποτέ στο Μπρόντγουεϊ. Στη συνέχεια, ο Λόυντ Γουέμπερ το ξαναδούλεψε σε ένα νέο έργο, το The Boys in the Photograph, που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο The Liverpool Institute for Performing Arts τον Απρίλιο 2008. Όλα αυτά τα έργα, καθώς και τα περισσότερα από τα μιούζικαλ του Lloyd Webber φαίνεται να, έλαβαν μικτές κριτικές, και τίποτα δε μπορούσε να επαναφέρει την επιτυχία που ο συνθέτης είχε κερδίσει στο παρελθόν. Το 2011, ο Lloyd Webber παρουσίασε μία μουσική θετρική έκδοση του The Wizard of Oz. Η έμπνευση προήλθε από ένα τηλεπαιχνίδι, και η παραγωγή δέχτηκε και πάλι μια μικτή αποδοχή.

Ο Λόυντ Γουέμπερ αποδέχθηκε την πρόκληση να γράψει το τραγούδι και να διευθύνει τη συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου στον Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision του 2009, που έγινε στη Μόσχα. Η ερμηνεύτρια Τζέιντ Ίβεν κέρδισε το δικαίωμα να εκπροσωπήσει τη χώρα με το «It’s My Time» των Λόυντ Γουέμπερ και Νταϊάν Γουόρεν. Επιπλέον, στον διαγωνισμό ο Λόυντ Γουέμπερ τη συνόδευσε στο πιάνο, καταλαμβάνοντας την Πέμπτη θέση στον διαγωνισμό τραγουδιού.

 

Ο Andrew Lloyd Webber έχει παντρευτεί τρεις φορές και έχει πέντε παιδιά. Η σκληρή δουλειά και η επιτυχία του, τον εντάσσουν στους 100 πλουσιότερους ανθρώπους στη Βρετανία, με τον πλούτο του που υπερβαίνει το $ 1 δις. Κατέχει σήμερα έξι θέατρα στο Λονδίνο, συμπεριλαμβανομένου του Βασιλικού Θεάτρου, Drury Lane και το Παλλάδιο του Λονδίνου, και την εταιρεία παραγωγής Really Useful Group, στο Λονδίνο. Ίδρυσε επίσης το Ίδρυμα Webber Andrew Lloyd για την “προαγωγή της τέχνης, του πολιτισμού και της πολιτιστικής κληρονομιάς για το κοινό όφελος’’. Ο Λόυντ Γουέμπερ έχει κατηγορηθεί ότι έχει πάρει μελωδίες από έργα άλλων συνθετών. Πολιτικά, έχει υποστηρίξει το βρετανικό Συντηρητικό Κόμμα, επιτρέποντας το τραγούδι του «Take That Look Off Your Face» να χρησιμοποιηθεί σε διαφημιστική ταινία για το κόμμα (2005). Το 2009 άσκησε κριτική στη φορολόγηση από την κυβέρνηση των Εργατικών των υψηλότερων εισοδημάτων με 50%, λέγοντας ότι θα ζημίωνε τη χώρα ωθώντας ταλαντούχους ανθρώπους να την εγκαταλείψουν[18].Στα τέλη του 2009 ο Λόυντ Γουέμπερ υποβλήθηκε σε εγχείρηση για καρκίνος του προστάτη σε αρχικό στάδιο[19] και ξαναμπήκε λίγο αργότερα στο νοσοκομείο με μετεγχειρητική μόλυνση.

Τα βραβεία του περιλαμβάνουν επτά Τώνυ, τρία βραβεία Grammy (συμπεριλαμβανομένης της καλύτερης Σύγχρονης κλασικής σύνθεσης για το Requiem), επτά Oliviers, μια Χρυσή Σφαίρα, ένα Όσκαρ, δύο Διεθνή Emmys, το Praemium Imperiale, το βραβείο Rodgers Richard Αριστείας στο Μουσικό Θέατρο και το Kennedy Center Honors Βραβείο. Ονομάστηκε ιππότης το 1992 και δημιούργησε ένα ισόβιο επίτιμο το 1997.
Το μουσικό είδος που ανέδειξε το ταλέντο του Andrew Lloyd Webber αποτελεί το musical, το οποίο έχει τις ρίζες του βαθιά κρυμμένες στην αρχαιότητα, ενώ έχει μεταποιηθεί και παράξει τα δικά του είδη στον σύγχρονο αιώνα.
To μιούζικαλ είναι ένα είδος Θεάτρου που περιλαμβάνει τραγούδια, διαλόγους (πρόζα) και χορό. Είναι ένας τρόπος αφήγησης μιας ιστορίας και έκφρασης του συναισθηματικού περιεχομένου της, δηλαδή το χιούμορ, το πάθος, τον έρωτα, το θυμό και πολλά άλλα κινητοποιώντας μέσα από το κείμενο, τη μουσική, την κίνηση καθώς και τις τεχνικές πτυχές της ψυχαγωγίας, όπως πχ τα οπτικά εφέ, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα ενιαίο σύνολο από το οποίο καμία από τις τέχνες που περιλαμβάνει να μην ξεχωρίζει από την άλλη με κανένα τρόπο. Παρόλο που το μιούζικαλ καλύπτεται από άλλες θεατρικές μορφές όπως η όπερα, αυτή του η ιδιαιτερότητα- να έχει ίση αντιμετώπιση και να δίνει την ίδια σοβαρότητα σε όλες τις τέχνες -που το αποτελεί, δίνει στο είδος έναν άλλο χαρακτήρα, ένα χαρακτήρα που αναγνωρίζεται ως το μουσικό θέατρο.

Η τέχνη της αφήγησης ιστοριών, είτε μέσω των τραγουδιών είτε με τα τραγούδια χρονολογείται από τους αρχαίους χρόνους. Ξέρουμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες περιλαμβάνουν μουσική και χορό στις κωμωδίες και στις τραγωδίες, ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ. Ενώ μερικοί Αθηναϊκοί θεατρικοί συγγραφείς μπορεί να έχουν παρεμβολή υφιστάμενων τραγουδιών. Γνωρίζουμε ότι ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής τα δημιουργούν μόνοι τους. Τα έργα παίζονται σε ανοιχτά αμφιθέατρα, και στόχος τους είναι να θίξουν το σεξουαλικό χιούμορ, την πολιτική και κοινωνική σάτιρα, τις ζογκλερικές ικανότητες και οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε να διασκεδάσει τις μάζες. Τα τραγούδια ήταν συχνά ένα μέσο σχολιασμού της χορωδίας για την δράση που εξελισσόταν, με παράλληλη την συνέχιση της πλοκής του έργου. Έχουν ανακαλυφθεί κάποια στοιχεία της αρχαίας μουσικής σημειογραφίας, αλλά οι μελωδίες που χρησιμοποιούνται στα ελάχιστα σωζόμενα έργα είναι μηδαμινές. Ωστόσο αυτά τα μιούζικαλ δεν είχαν άμεση επίδραση στην ανάπτυξη του σύγχρονου μουσικού θεάτρου.

Οι Ρωμαίοι αντιγράφουν και επεκτείνουν τις μορφές και τις παραδόσεις του ελληνικού θεάτρου. Τον τρίτο αιώνα π.Χ. κωμωδίες του Πλαύτο περιλαμβάνουν τραγούδι και χορό που εκτελούνται με συνοδεία ορχήστρας. Παρά το γεγονός ότι πραγματοποιούνται σε κλειστούς ξύλινους χώρους και είναι πολύ μικρότεροι από ό, τι τα ελληνικά θέατρα,η ρωμαϊκή μουσική θεατρική τέχνη τόνισε το θέαμα και τα ειδικά εφέ, μια τάση που αντηχεί στο δικό μας χρόνο.

Κατά τον Μεσαίωνα,oι πολιτιστικοί στυλοβάτες της Ευρώπης περιλαμβάνουν τροβαδούρους και roving θιάσους που προσφέρουν δημοφιλή τραγούδια και χονδροειδή κωμωδίες. Στο 12ο και 13ο αιώνα, υπήρξε επίσης η παράδοση του θρησκευτικού δράματος. Μερικά από αυτά τα έργα έχουν διασωθεί, όπως το θεατρικό έργο του Ηρώδη και το έργο του Δανιήλ. Προορίζονται ως λειτουργικά εργαλεία διδασκαλίας-τα εκκλησιαστικά άσματα.Τα έργα αυτά έχουν εξελιχθεί σε μια αυτόνομη μορφή του μουσικού θεάτρου.

Το είδος του μουσικού θεάτρου έφτασε στο απόγειό του κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης στην «dell ‘arte Commedia», μια ιταλική παράδοση, όπου βραχνοί χαρακτήρες κλόουν αυτοσχεδιάζουν με τον δικό τους τρόπο μέσα από οικείες ιστορίες, ένα είδος παντομίμα. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ο Αρλεκίνος, η Pulcinella και Scaramouche – personas που έγιναν τα βασικά στοιχεία στη Δυτική κωμωδιακή σκηνή για αιώνες.Το τυπικό μουσικό θέατρο ήταν σπάνιο στην περίοδο της Αναγέννησης, ωστόσο ο Μολιέρος γύρισε πολλά από τα έργα του σε κωμωδίες με τραγούδια (μουσική παρέχεται από τον Jean Baptiste Lully), στα τέλη του 1600. Με το 1700 δύο μορφές του μουσικού θεάτρου έγιναν γνωστές στη Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλική και η Γερμανική όπερα- μπαλάντα όπως του Τζον Γκέι «οι ζητιάνοι» (1728), που δανείστηκε λαϊκά τραγούδια και ξανάγραψε τους στίχους, και οι κωμικές του όπερες, βασισμένες σε αληθινά γεγονότα ως επί το πλείστον με ρομαντική πλοκή, όπως του Michael Balfe «της Βοημίας Το Κορίτσι «(1845).

Άλλες μορφές μουσικού θεάτρου που αναπτύχθηκαν στην Αγγλία από τον 19ο αιώνα, όπως μελόδραμα και burletta, διαδόθηκαν εν μέρει επειδή τα περισσότεροι θέατρα του Λονδίνου είχαν άδεια μόνο ως αίθουσες μουσικής και δεν επιτρεπόταν να παρουσιάσουν θεατρικά έργα χωρίς μουσική.

Από τον 20ο αιώνα, το «μουσικό βιβλίο» έχει οριστεί ως μια μουσική παράσταση όπου τα τραγούδια και οι χοροί είναι πλήρως ενσωματωμένα σε μια καλοφτιαγμένη ιστορία με σοβαρούς δραματικούς στίχους που είναι σε θέση να προκαλέσουν γνήσια συναισθήματα, εκτός από το γέλιο. Τα τρία βασικά συστατικά ενός μουσικού βιβλίου είναι η μουσική, οι στίχοι και το βιβλίο του. Το βιβλίο ή σενάριο ενός μουσικού αναφέρεται στην ιστορία, την ανάπτυξη του χαρακτήρα, και την δραματική δομή, συμπεριλαμβανομένων των προφορικών διάλόγων και τις κατευθύνσεις, αλλά μπορεί επίσης να αναφέρεται στο διάλογο και τους στίχους μαζί, τα οποία μερικές φορές αναφέρονται ως το λιμπρέτο (Ιταλικό “μικρό βιβλίο”). Η μουσική και οι στίχοι μαζί σχηματίζουν την παρτιτούρα μιας μουσικής αλλά και την ερμηνεία ενός μουσικού από τη δημιουργική ομάδα του, η οποία επηρεάζει αποφασιστικά τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται ένα μουσικό θεατρικό. Η ομάδα περιλαμβάνει έναν διευθυντή, ένα μουσικό διευθυντή, συνήθως μια χορογράφο και μερικές φορές ένα ενορχηστρωτή. Μια μουσική παραγωγή για να είναι επίσης δημιουργική χαρακτηρίζεται από τεχνικά θέματα, όπως τα σκηνικά, τα κοστούμια, την σκηνή, τις ιδιότητες (σκηνικά), τον φωτισμό και τον ήχο.Οι παραγωγές δέχονται αλλαγές σε όλο το φάσμα της δημιουργίας τους, ενώ μερικά διάσημα στοιχεία της παραγωγής, μπορούν να διατηρηθούν από την αρχική . Για παράδειγμα, η χορογραφία του Bob Fosse στο «Σικάγο».

Μια άλλη τάση στοχεύει να δημιουργήσει μία μικρή πλοκή για να εντάξει μια συλλογή από τραγούδια που έχουν ήδη γίνει επιτυχίες. Μετά την προηγούμενη επιτυχία του Buddy –«The Buddy Holly Story», έρχεται το «Movin ‘Out» (2002, με βάση τις μελωδίες του Billy Joel), Jersey Boys (2006, το Four Seasons), Rock of Ages (2009, με το κλασσικό ροκ τη δεκαετία του 1980) και πολλά άλλα. Αυτό το στυλ συχνά αναφέρεται ως το «τζουκ-μποξ musical». Παρόμοιες επιτυχίες, αλλά μεγαλύτερες σε έκταση με γνώμονα το μιούζικαλ, έχουν χτιστεί γύρω από τον κανόνα μιας συγκεκριμένης ποπ ομάδας, συμπεριλαμβανομένων το «Mamma Mia» (1999, βασισμένο στα τραγούδια των ABBA), «Ourhouse» (2002, βασισμένο στα τραγούδια του Madness), και «We Will Rock You»(2002, βασισμένο στα τραγούδια των Queen).

Στο νέο αιώνα, ο BazLuhrmann ξεκίνησε μια αναβίωση του μιούζικαλ με την ταινία «MoulinRouge»(2001). Ακολούθησε το« Σικάγο» το 2002 και το «Φάντασμα της Όπερας» το 2004,«Dreamgirls» το 2006, «Hairspray», «AcrosstheUniverse», «Enchanted»και «SweeneyTodd» το 2007, «Nine» το 2009, «Burlesque» το 2010, «LesMisérables» και «PitchPerfect», το 2012, και «Inthewoods», το 2014. Τα έργα «Dr. Seuss’sHowtheGrinchStoleChristmas» (2000) και «Η γάτα στο καπέλο» (2003), ξεκίνησαν με μορφή παιδικών βιβλίων και μεταφέρθηκαν στα θέατρα με την μορφή ταινιών μιούζικαλ. Ειδικότερα, μετά την τεράστια επιτυχία της Disney με τιςμιούζικαλ-animationταινίες, με αρχική «η μικρή γοργόνα» (1989), φτάνει η δεκαετία του 1990 όπου και πλέον συμπεριλαμβάνε περισσότερες ενήλικες ταινίες, όπως το «SouthPark: Bigger», «LongerandUncut» (1999).Την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα το είδος παρακμάζει. Το δυναμικό comeback αρχίζει το 2010 με τα έργα «Tangled» (2010), «Ρίο» (2011) και «Frozen» (2013). Στην Ασία, η Ινδία εξακολουθεί να παράγει πολλά «Μπόλιγουντ» μιούζικαλ, και η Ιαπωνία παράγει “Anime” και “Manga” μιούζικαλ.

Για τον Τομέα Βιογραφιών και Κουλτούρας Πολιτισμών

Σοφία Χρήστου, Δημοσιογράφος

Leave a Reply