WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΟΙ “ΑΜΑΡΤΙΕΣ” ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΡΑ ΤΗΣ ΡΙΜΑΣ

Share Button

 

Λίγη αρμύρα, λίγο πάθος και λίγο σκότος μένουν μόνο, αν αποσυνθέσεις τα ποιήματα ενός από τους πιο αμφιλεγόμενους ποιητές της Ελλάδας, του ενοχοποιημένου κι “αμαρτωλού” Νίκου Καββαδία.

Γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910,  στο χωριό Νίκολσκι Ουσουρίσκι -που τότε αποτελούσε στρατιωτική βάση- στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας, μια περιοχή που βρίσκεται στα σύνορα Ρωσίας και Κίνας, εξ’ ου και η αγάπη που έδειχνε ο Νίκος στην Κίνα και η συνήθειά του να δηλώνει “μισοκινέζος”. Ο πατέρας του, Χαρίλαος Καββαδίας, διατηρούσε εκεί επιχείρηση εισαγωγών, εξαγωγών και μεταφορών κι εφοδίαζε κυρίως τον τσαρικό στρατό. Έτσι ο Νίκος έζησε τα πρώτα τέσσερα χρόνια της ζωής του εκεί. Είναι ο δεύτερος γιος του Χαρίλαου και της Δωροθέας, που απέκτησαν άλλα τρία παιδιά: την Τζένια, τον Μήκια και τον Αργύρη.

Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την επανάσταση στο Σετσουάν, στην Κίνα, το 1914, η οικογένεια Καββαδία επιστρέφει στην Ελλάδα. Ταξιδεύουν δεκαπέντε ολόκληρες ημέρες με τον Υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο και φτάνουν στην Κωνσταντινούπολη. Από κεί έρχονται στην Ελλάδα μ’ ένα πλοίο της οικογένειας της μητέρας του. Αρχικά εγκαθίστανται στο Αργοστόλι, στην Κεφαλονιά, απ’ όπου καταγόταν ο πατέρας, αλλά και η μητέρα του, Δωροθέα Αγγελάτου, της γνωστής οικογενείας εφοπλιστών.

Ο Νίκος πηγαίνει νηπιαγωγείο στη σχολή της Ελένης Μαζαράκη και κάθε απόγευμα βγαίνει στην πλατεία με τ’ αδέλφια και την νταντά του. Ο πόλεμος δεν άργησε να φτάσει και στην Κεφαλονιά. Έτσι ο μικρός Νίκος βλέπει υδροπλάνα, οπλιταγωγικά, αλλά και τον στρατό των Συμμάχων να αποβιβάζονται στο νησί. Απ’ όλους τους στρατιώτες μεγαλύτερη εντύπωση του έκαναν οι Σενεγαλέζοι, για το χρώμα τους και το μπόι τους και συχνά τους πλησίαζε για να τους μιλήσει.

Ο πατέρας του επιστρέφει στη Ρωσία, στις επιχειρήσεις του. Εκεί η μοίρα του επιφυλάσσει μια δυσάρεστη πραγματικότητα. Οι επιχειρήσεις του καταρρέουν με το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης και φυλακίζεται. Για επτά ολοκληρα χρόνια η οικογένεια δε λαμβάνει κανένα σημείο ζωής του. Χάνει όλη του την περιουσία και αναγκάζεται να επιστρέψει, καταπονημένος και οικονομικά κατεστραμμένος, άρρωστος και νευρασθενικός στην Ελλάδα. Μετακομίζουν οικογενειακώς στον Πειραιά, όπου ο Νίκος μαθαίνει τα πρώτα γράμματα στο Δημοτικό των αδελφών Μπάρδη, πηγαίνει στο Γυμνάσιο και ονειρεύεται να σπουδάσει ιατρική. Στο σχολείο του εξέδιδε, με τη βοήθεια του πατέρα του, το περιοδικό “Σχολικός Σάτυρος”, στο οποίο σατίριζε συμμαθητές του. Επίσης έγραφε στο περιοδικό του Γρηγόρη Ξενόπουλου “Διάπλαση των Παίδων”. Όλη αυτή την περίοδο της εφηβείας ο Νίκος και τα αδέλφια του πέρασαν δύσκολα, λόγω των ψυχικών προβλημάτων του πατέρα του, που αναστάτωνε το σπίτι. Στο μεταγενέστερο μυθιστόρημά του, “Βάρδια”, ανέφερε: “Ο πατέρας μου… ο λαθρέμπορος του Λάο Γιαν, ο χαρτοπαίκτης του Τιέν Τιέν, ο μπακάλης του Πασαλιμανιού στα στερνά του, ο πιο ανελέητος άνθρωπος που γνώρισα”. Ο Νίκος πάντα ένιωθε αποστροφή για όσους συναναστρεφόταν ο πατέρας του, τους ξεπεσμένους κύκλους της τσαρικής Ρωσίας, και φυσικά δεν ξέχασε ποτέ την αυστηρότητα με την οποία φερόταν σ’ εκείνον και τ’ αδέλφια του. Η οικογένεια όμως κρατήθηκε ενωμένη, χάρη στην μητέρα του. Εξίσου δύσκολα ήταν και τα οικονομικά τους, γι’ αυτό η μητέρα του αναγκάστηκε να πουλήσει τα ακριβά κοσμήματά της.

Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας, υπογράφοντας ως “Πέτρος Βαλχάλλας”. Ένα από τα γεγονότα που επέδρασε καταλυτικά στην ψυχοσύνθεση -κι εμμέσως στην ποίηση- του Καββαδία ήταν η Μικρασιατική Καταστροφή. Μάλιστα είχαν φιλοξενήσει στο σπίτι τους ένα ζευγάρι προσφύγων από τον Τσεσμέ. Μέσα από την τραγωδία αυτή ανέπτυξε τα ανθρωπιστικά αισθήματά του, σε μια Ελλάδα, όπου οι πρόσφυγες αποκαλούνταν “τουρκόσποροι” και ήταν -περισσότερο από κάθε άλλον- ανεπιθύμητοι.

Αποφοιτά από το Γυμνάσιο κι εγγράφεται στην Ιατρική Σχολή, πραγματοποιώντας -για λίγο- το όνειρό του. Η κατάσταση αυτή δεν κράτησε πολύ όμως. Το 1929 ο πατέρας του φεύγει από τη ζωή, νικημένος από τον καρκίνο. Ο θάνατος του πατέρα του ανάγκασε το Νίκο να δουλέψει σε διάφορα πόστα, ενώ ο μικρότερος αδελφός του μπάρκαρε κι έγινε καπετάνιος σε φορτηγά πλοία. Ο Νίκος εργάζεται αρχικά στο ναυτικό γραφείο του Ζωγράφου, που “πρακτόρευε τα βαπόρια των αδελφών της μάνας του”. Σύντομα κατάλαβε ότι το να κάνει αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία” δεν  του πήγαινε. Το Νοέμβριο του 1928, μπαρκάρει για πρώτη φορά με το φορτηγό πλοίο “Άγιος Νικόλαος”. Κάπως έτσι ξεκίνησε ο Νίκος το ταξίδι της ζωής του, μιας ζωής που του ταίριαξε πολύ και τον έκανε έναν από τους δημοφιλέστερους ποιητές της Ελλάδας. Η θάλασσα μπορεί να μην ήταν για ‘κείνον τ’ όνειρό του, έγινε όμως η μεγάλη του αγάπη.

Το 1933 ο  Νίκος Καββαδίας εκδίδει, με δικά του έξοδα, την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο “Μαραμπού”. Μαραμπού είναι ένα είδος εξωτικού, καταραμένου πουλιού. Η συλλογή γνώρισε μεγάλη επιτυχία και η ποίηση του Νίκου Καββαδία έκανε εξ’ αρχής αίσθηση. Ο νεαρός ποιητής που έγραφε σε ναυτική αργκό προξένησε την περιέργεια του κόσμου. Πολύ σύντομα εξαντλήθηκε και κυκλοφόρησαν δακτυλογραφημένα αντίτυπα, ώστε να καλύψουν τη ζήτηση. Γνώρισε όμως και σκληρή κριτική και οι ποιητές της γενιάς του, της γενιάς του ’30, συνήθως τον περιφρονούσαν.  Ο Νίκος, ο ναυτικός, ο επαναστάτης  έγινε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της ποίησης. Άλλοι τον έκριναν και του καταλόγιζαν ότι όλο κι όλο το νόημα των ποιημάτων του συμπυκνώνεται σε “ταβέρνες- ναρκωτικά- μπορντέλα”, γιατί έθιξε θέματα απαγορευμένα για την ποίηση και την εποχή, και άλλοι τον συνέκριναν με τον Άρθρουρ Ρεμπώ.

Η οικογένειά του μετακομίζει στην Αθήνα, στην Κυψέλη. Το σπίτι τους αποτελούσε συχνά τόπο συγκέντρωσης λογοτεχνών  και ποιητών της εποχής.

Το 1938 πιάνει στεριά, για να καταταχθεί στο στρατό και υπηρετεί για δύο μήνες στην Ξάνθη, λόγω του γεγονότος ότι ήταν προστάτης πολύτεκνης οικογένειας. Ο Νίκος γύριζε από τα ταξίδια του πάντοτε άφραγκος κι έτσι αποφασίζει να πάρει το δίπλωμά του ραδιοτηλεγραφητή (ή ασυρματιστή) Β’ τάξεως. Ήθελε να γίνει καπετάνιος, αλλά τα χρόνια είχαν περάσει. Στο εξής συνέχισε τα ταξίδια του ως αξιωματούχος, έχοντας πάντα κοντά του τον ασύρματό του, που τον ονόμασε “Θεία Γκρέτα”, λόγω της αδυναμίας του στην ηθοποιό Γκρέτα Γκάρμπο.

Με την έκρηξη του πολέμου πηγαίνει στο αλβανικό μέτωπο. Υπηρετεί αρχικά ως τραυματιοφορέας αλλά, εξαιτίας του διπλώματός του, αξιοποιείται στο σταθμό υποκλοπής της Γ’ μεραρχίας. Έπειτα έρχεται η συνθηκολόγηση και η επέλαση των γερμανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα. Ο Νίκος επιστρέφει στην Αθήνα από τους τελευταίους. Καταπονημένος και πεινασμένος. Οι νοικοκυρές στα χωριά, απ’ όπου περνούσε, του έδιναν ό, τι είχαν για να φάει.

Οργανώνεται στην αντίσταση, προσχωρώντας στο ΕΑΜ. Αν και δεν είναι ευρέως γνωστή η αντιστασιακή του δράση, είναι γενικώς αποδεκτό ότι δραστηριοποιήθηκε έντονα αυτή την μαύρη περίοδο για τη χώρα. Του λόγου το αληθές επιβεβαιώνουν τα ποιήματά του “Αθήνα 1943”, “Στον τάφο του ΕΠΟΝίτη” και “Αντίσταση”.

Ο Νίκος Καββαδίας είχε ταχθεί από νωρίς ακόμη υπέρ της ιδεολογίας της Αριστεράς. Όπως αναφέρει και ο κατοπινός του βιογράφος, Μήτσος Κασόλας, ο Καββαδίας συνήθιζε να λέει ότι “η Αριστερά δεν είναι μόνο η εκλογική της δύναμη. Η δύναμή της είναι ολόκληρος ο κόσμος καλής θέλησης που δεν θέλει να αδικεί το διπλανό του και ούτε ο διπλανός του να τον αδικεί”. Ωστόσο, επισημαίνει ότι ο Νίκος Καββαδίας “δεν βγήκε ποτέ στο παζάρι” της πολιτικής.

Μετά την απελευθέρωση της χώρας το 1945 από τους Γερμανούς, ακολουθεί μια από τις πιο ντροπιαστικές περιόδους για την Ελλάδα. Ο εμφύλιος! Στις 3 Μαρτίου 1945 δημοσιεύει το ποίημα “Federico Garcia Lorca” στα “Ελεύθερα Γράμματα”, συναισθηματικά φορτισμένος, λόγω των Δεκεμβριανών. Επίσης μεταφράζει τρία μονόπρακτα του Ευγένιου Ο’ Νηλ, μαζί με το Βασίλη Νικολόπουλο. Όλη αυτήν την περίοδο ο Νίκος Καββαδίας θεωρήθηκε κομμουνιστής που έμεινε πολιτικά αδρανής. Στις 6 Οκτωβρίου 1945 μπάρκαρε με το επιβατηγό πλοίο “Κορινθία”. Όταν, δε, το πλοίο άρχισε να εκτελεί τη γραμμή Πειραιάς-Αλεξάνδρεια- Μασσαλία βοηθούσε τους πολιτικά διωκόμενους να διαφύγουν στο εξωτερικό και μετέφερε, από και προς την Ελλάδα, παράνομο υλικό για τις ανάγκες του ΚΚΕ και του στρατού του.

Το 1947 εκδίδει τη δεύτερη ποιητική του συλλογή, το “Πούσι”, κι επανεκδίδει το “Μαραμπού”, στο οποίο προσθέτει τρία ακόμη ποίηματα (“Καφάρ”, “Coaliers”, “Μαύρη Λίστα”). Και η δεύτερη ποιητική του συλλογή είναι γεμάτη από ποιήματα που έχουν ως αφετηρία τα βιώματά του στη θάλασσα.

Λόγω του γεγονότος ότι δεν ανέπτυξε κομμουνιστική δράση, με το τέλος του εμφυλίου του χορηγήθηκε ειδικό διαβατήριο περιορισμένης χρονικής ισχύος. Έτσι ανοίγεται πάλι στη θάλασσα και ταξιδεύει διαρκώς για τα υπόλοιπα τριάντα χρόνια της ζωής του, με ελάχιστα διαλείμματα. Πηγαίνει σχεδόν σε όλα τα λιμάνια του κόσμου κι επισκέπτεται μέρη εξωτικά και γυναίκες κοινές. Τις γυναίκες αυτές τις αντιμετώπιζε πάντα με θαυμασμό. “Σκέφτηκες μωρέ ποτέ σου, τι χαρίζουν οι πόρνες με πενταροδεκάρες; Βάζουν απάνω τους σακατεμένους, στραβούς, καμπούρηδες, κείνους που βρωμάνε αγιάτρευτα, που ‘χουν μοτάρια στο κορμί τους, τους τρελούς, όλους όσους δε βρίσκεται καμιά γυναίκα να τους χαϊδέψει”, έλεγε.

Ο Νίκος λάτρευε τα μακρινά ταξίδια, γι’ αυτό και δεν ταξίδευε -σχεδόν ποτέ- με πλοία της γραμμής. Αντιθέτως τα βραδυκίνητα φορτηγά και ο μεγάλος χρόνος παραμονής τους στα λιμάνια του κόσμου τον γοήτευαν. Πήγε στο Χονγκ Κονγκ και απέκτησε το τατουάζ της γοργόνας που είχε στο μπράτσο του, το “στίγμα”, όπως έλεγε, των ναυτικών. “Η γοργόνα αυτή, ανέφερε, δε θα μ’ αφήσει ποτέ”.  Είχε κι άλλα “στίγματα”. Ένα μάλιστα έκατσε και του το έκανε ένας Ινδός λεπρός για να κοντράρει τους άλλους ναύτες που του έλεγαν να μην πάει σ’ αυτόν. Αυτός ήταν πάντα ο Νίκος. Αξιοπρεπής, ουμανιστής και πάντοτε άφραγκος. Ο ίδιος έγραφε: “Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά. Σιχαίνομαι το ναυτικό που μάζεψε λεφτά. Εμούτζωσε τη θάλασσα και τήνε κατουράει”.

Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του ο Νίκος αποκτά και το παρατσούκλι “Κόλλιας”, που στα ρωσικά  είναι το όνομά του, “Νικόλας”. Το 1949 γίνεται ασυρματιστής στο επιβατηγό “Κυρήνεια”, ένα καράβι μεταναστευτικό, στο οποίο υπηρέτησε περισσότερο από κάθε άλλο και ήταν, σύμφωνα με τον ίδιο, τ’ αγαπημένο του.

Το 1953 παίρνει το δίπλωμά του ως ασυρματιστής Α΄ τάξεως και συνεχίζει τα ταξίδια του, γράφοντας παράλληλα ασταμάτητα. Έτσι το 1954 εκδίδει το μοναδικό του διήγημα, με στοιχεία αυτοβιογραφίας, το “Βάρδια”. Παράλληλα συνεχίζει να γράφει ποιήματα, τα οποία θα συμπεριλάβει στην ποιητική συλλογή του “Τραβέρσο”, η οποία θα εκδοθεί μετά το θάνατό του. Σε πολλά από τα ποιήματά του υπάρχει, κάτω δεξιά, η επιγραφή που δηλώνει την τοποθεσία που βρισκόταν (είτε χώρα είτε το όνομά του πλοίου) και η ημερομηνία συγγραφής, γεγονός που φανερώνει ότι μέχρι το τέλος της ζωής του έγραφε. Τα ποιήματα αυτά -βιωματικά ή αποκυήματα της φαντασίας του- αγαπήθηκαν πολύ, πολύ περισσότερο από ποιήματα άλλων, πιο “αναγνωρισμένων” ποιητών. Στη γεμάτη εξωτική γοητεία, ποίηση του Καββαδία συναντά κανείς μια συμπάθεια για τους ανθρώπους του περιθωρίου: τις πόρνες, τους ναρκομανείς, τους “σημαδεμένους” ναυτικούς, τους ομοφυλόφιλους. Συναντά κανείς την ανθρωπιά που δε θα συναντήσει ποτέ στις τάξεις των “ενάρετων”.

Αυτοί οι “ενάρετοι” και “ηθικοί” ήταν που δεν αποδέχθηκαν ποτέ την ποίηση, αλλά και την απήχηση που είχε η ποίηση του Καββαδία. Η ωμή πραγματικότητα του Καββαδία τάραζε την αισθητική τους. Κι αυτό ήταν ένα από τα παράπονα του ποιητή: ότι ποτέ δεν τον αποδέχθηκαν οι ποιητές της γενιάς του, ενώ ο ίδιος συνήθιζε να τους τιμά και να απαγγέλει ποιήματά τους. Ένας από τους ποιητές που απέρριπταν την ποίησή του ήταν ο Γιώργος Σεφέρης. Μάλιστα, όταν κάποτε ο Σεφέρης ταξίδεψε  με πλοίο, στου οποίου το πλήρωμα ανήκε ο Καββαδίας, ο Νίκος έτεινε το χέρι του να τον χαιρετήσει αλλά ο Σεφέρης τον αγνόησε επιδεικτικά. Παρόλα αυτά ο Καββαδίας έλεγε συχνά ότι εκτιμούσε απεριόριστα το Σεφέρη και τον θεωρούσε φίλο του. Του είχε αφιερώσει κα το ποίημα “Εσμεράλδα”.“Δεν ξέρω όμως αν ήμουν κι εγώ δικός του φίλος”, έλεγε χιουμοριστικά.

Όσοι τον γνώρισαν μιλούν για έναν γλυκομίλητο, πρόσχαρο άνθρωπο που ποτέ δεν πείραζε κανέναν. Έναν μοναχικό, ντροπαλό άνθρωπο. Καθώς λένε, αν κανείς τον ρωτούσε “εσύ είσαι ο Καββαδίας; ο Μαραμπού;” εκείνος απαντούσε “όχι, εγώ είμαι απλώς ναυτικός”. Από αφηγήσεις φίλων του είναι γνωστή η ιστορία με μια πόρνη στην Αργεντινή. Μια Ελληνίδα κοπέλα που την είχαν εξαναγκάσει να δουλεύει σε οίκο ανοχής εκεί. Ο Νίκος συγκινήθηκε με την ιστορία της και, μαζί με πέντε ναύτες, την απήγαγαν και ο ίδιος της πλήρωσε τα εισιτήρια να γυρίσει πίσω. Έπειτα από χρόνια συναντήθηκαν σε μια δεξίωση του Καραγάτση. Η κοπέλα έκανε πως δεν τον γνώριζε κι όχι μόνο αυτό αλλά τον συκοφάντησε κιόλας. Αλλά ο Νίκος δεν αποκάλυψε ποτέ την ιστορία της.

Το 1957 πλήττεται από το θάνατο του αδελφού του, Αργύρη. Ο Αργύρης, που ήταν πλοίαρχος σε φορτηγά πλοία, αυτοκτονεί μέσα στην καμπίνα του, στο Κομπέ της Ιαπωνίας. Το γεγονός αυτό βύθισε τον Καββαδία στη σιωπή. Επί χρόνια δεν έγραψε τίποτα. Το πρώτο ποίημά του, μετά την μαύρη αυτή περίοδο, το έγραψε το 1967.

Το 1964 μετακομίζει με την μητέρα του και την αδελφή του στους Αμπελόκηπους. Τον Μάιο του 1965, πεθαίνει και η μητέρα του, κάτι που επηρέασε βαθιά τον ποιητή, που μετακόμισε και πάλι με την αδελφή του στο Κολωνάκι. Το 1968 επισκέπτεται με την αδελφή του την Κεφαλονιά, έπειτα από τριάντα πέντε χρόνια κι επιστρέφει πάλι το 1970 και το 1972.

Το 1967 επιβάλλεται στην Ελλάδα η δικτατορία. Ο Καββαδίας προβληματίζεται έντονα, αν και ταξιδεύει και δεν μένει στην Ελλάδα. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά μόνο κατά τη διάρκεια της Κατοχής και της χούντας δεν ήταν ελεύθερος, παρόλο που λένε ότι η σκλαβιά είναι τα καράβια. Τα “εφτά χρόνια”, όπως ονόμαζε τη χούντα, “τα θεώρησα χειρότερα κι απ’ την Κατοχή”, έλεγε. Κατά την επταετή δικτατορία ο Καββαδίας αξιοποιήθηκε σα σύνδεσμος μεταξύ αντιστασιακών οργανώσεων σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Ύστερα από πολλά χρόνια στη θάλασσα και περισσότερες ακόμη περιπέτειες το Νοέμβριο του 1974 πιάνει στεριά, με την υγεία του να έχει πια κλονιστεί. Το Δεκέμβριο υπογράφει την αντιμοναρχική διακήρυξη για το δημοψήφισμα του 1974, που αφορούσε την επιστροφή ή όχι του βασιλιά.

Ο Νίκος μένει πια στην Αθήνα κι ερωτεύεται μια κοπέλα. Όπως έλεγε δεν αγάπησε ποτέ καμιά γυναίκα. Αφιέρωσε όλη του τη ζωή στη θάλασσα κι αγάπησε μόνον εκείνη και μια ζωή πήγαινε με γυναίκες κοινές. Όμως στα 65 του χρόνια ερωτεύτηκε για πρώτη φορά και κατάλαβε, όπως έλεγε, τι σπουδαίο αίσθημα ήταν. Η κοπέλα αυτή ήταν η εικοσιπεντάχρονη φιλόλογος Θεανώ Σουνά, με την οποία αλληλογραφούσε ερωτικά. Σ’ εκείνη αφιέρωσε το ποιήμα “Φάτα Μοργκάνα”. Ο ίδιος έλεγε ότι το “Φάτα Μοργκάνα” είναι φυσικό φαινόμενο που εμφανίζεται στο στενό της Σικελίας. Κατά το φαινόμενο αυτό, που διαρκεί μόλις δύο λεπτά, οι ναυτικοί βλέπουν στο ορίζοντα τρεις γυναίκες να χορεύουν. Σ’ εκείνη αφιέρωσε και το τελευταίο ποίημα που έγραψε, το “Πικρία”, στις 7 Φεβρουαρίου, γνωρίζοντας όμως ότι εκείνη δεν επρόκειτο να τον αγαπήσει, λόγω της διαφοράς ηλικίας που είχαν.

Ο Νίκος όμως άντεξε μακριά από τη θάλασσα μόνο τρεις μήνες. Τη Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 1975 ξεκίνησε για τον τελευταίο του απόπλου. Προσβλήθηκε από εγκεφαλικό επεισόδιο και πέρασε στην αιωνιότητα, στην κλινική “Άγιοι Απόστολοι”. Δεν πρόλαβε να δει τη συλλογή του, “Τραβέρσο”, να εκδίδεται ούτε την ποίησή του να μελοποιείται από το Θάνο Μικρούτσικο και να κριτικάρεται, όπως το είχε συνηθίσει, ούτε ακόμη να εκδίδονται το 1987 τα “Λι”, “Στο άλογό μου” και “Του πολέμου”. Τα τελευταία του λόγια στην αδελφή του, Τζένια, ήταν: “αδελφή, αυτό που φοβόμουνα συνέβη. Θα πεθάνω στην στεριά.” Ο “Μαραμπού” που “τόσο επόθησε μια μέρα να ταφεί σε κάποια θάλασσα βαθειά στις μακρινές Ινδίες, είχε ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες”. Η μορφή του όμως παραμένει άσβεστη, αγέρωχη και προσηνής όσο τα χρόνια κι αν περνούν.

Για τον Τομέα Βιογραφιών και Κουλτούρας Πολιτισμών

Κατερίνα Τόλια, δημοσιογράφος

Leave a Reply