WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΓΕΝΝΑΙΟΣ ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Share Button

Ο Γενναίος νέος κόσμος του Άλντους Χάξλεϊ  πρωτοκυκλοφόρησε το 1932 και εξακολουθεί να είναι το διασημότερο έργο του συγγραφέα. Εβδομήντα χρόνια μετά την έκδοσή του παραμένει το ένα από τα δύο κορυφαία διατοπικά μυθιστορήματα του 20ού αιώνα – το άλλο είναι το 1984 του Όργουελ. Το βιβλίο περιγράφει ένα παγκόσμιο κράτος όπου έχει επιτευχθεί η «ευτυχία» των μαζών με την εφαρμογή των επιστημονικών κατακτήσεων σε όλους τους τομείς της ζωής.

Βασικά γνωρίσματα του παλαιού πολιτισμού, όπως η τέχνη, η λογοτεχνία και τα πνευματικά ιδεώδη, έχουν εξαφανισθεί. Η αναπαραγωγή του ανθρώπινου είδους δεν γίνεται με φυσικό τρόπο αλλά στα κρατικά εργαστήρια, με τη μέθοδο του κλονισμού, και ανάλογα με την ποσότητα οξυγόνου που παρέχεται στα έμβρυα παράγονται πέντε τύποι ανθρώπων: οι Άλφα, οι Βήτα, οι Γάμμα, οι Δέλτα και οι Έψιλον. Δεδομένου λοιπόν ότι οι ικανότητες και η ευφυΐα προκαθορίζονται, ο καθένας κάνει τη δουλειά για την οποία είναι βιολογικά προορισμένος και έτσι οι αποτυχίες και οι διαψεύσεις ανήκουν στο παρελθόν. Στο παρελθόν ανήκει ακόμη όχι μόνο η τέχνη αλλά και το θρησκευτικό αίσθημα. Το σεξ είναι ελεύθερο και μάλιστα η πολιτεία το προπαγανδίζει με το σύνθημα «οι πάντες ανήκουν στους πάντες». Οι πάντες παίρνουν ένα ναρκωτικό που αποκαλείται σόμα και τους δημιουργεί αισθήματα ηδονικής ευφορίας. Στην κοινωνία τούτη έχουν εξαλειφθεί οι αρρώστιες. Δεν υπάρχει πόνος, πείνα και δυστυχία. Κεντρικός ήρωας, όμως, ο Άγριος, ένα κατάλοιπο του σαιξπηρικού κόσμου, δεν αντέχει την κοινωνία των αυτομάτων και στο τέλος αυτοκτονεί.

Το ανατριχιαστικό συμπέρασμα που προκύπτει από το βιβλίο του Χάξλεϊ, ενός πεσιμιστή και είρωνα συγγραφέα – εκ των κορυφαίων σατιρικών της δυτικής λογοτεχνίας -, είναι πως τα προβλήματα της κοινωνίας βεβαίως και μπορούν να επιλυθούν μια για πάντα, αλλά αυτό συνεπάγεται ότι θα αφαιρεθούν από τον άνθρωπο όλα τα γνωρίσματα που τον κάνουν να ξεχωρίζει από τα ζώα. Έτσι, αφού στη ρίζα της τέχνης βρίσκεται η δυστυχία, η κοινωνία των ευτυχισμένων αυτομάτων εξαφανίζει την τέχνη. Το πρόπλασμα της δυστοπίας του ο Χάξλεϊ, το είδε κατά τη δεκαετία του ’20 στις ΗΠΑ, ένιωσε απέχθεια για το μέλλον που εγκυμονούσε και έτσι μας το περιέγραψε με βαθύτατο αίσθημα απελπισίας και εξοντωτικό σαρκασμό. Ο Γενναίος νέος κόσμος είναι ένα μανιχαϊκό βιβλίο, αφού πουθενά δεν αφήνεται έστω και η υποψία ότι μπορεί να γεφυρωθεί το τεράστιο χάσμα ανάμεσα στην κοινωνία του παγκόσμιου κυβερνήτη Μουσταφά Μοντ και στον κόσμο του Αγρίου. Το ανησυχητικό είναι ότι η σημερινή Δύση αρχίζει να μοιάζει όλο και περισσότερο με τη χαξλεϊκή δυστοπία.

Διανύουμε μια περίοδο, που βιώνουμε τη ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας, της άμεσης πληροφόρησης και της υπερτελειοποίησης των Μ.Μ.Ε. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, με την εκπληκτική δυνατότητα συνδυασμού ήχου και εικόνας και με την ευκρίνεια τους, εξασφαλίζουν «την τεχνολογική γεφύρωση της πληροφορίας με την κατανόηση» . Έτσι έχει δημιουργηθεί ένα ανοικτό «εκπαιδευτικό περιβάλλον», που ανάλογα με την παρεχόμενη γνώση επηρεάζει θετικά ή αρνητικά την κοινωνία. Τα ΜΜΕ αποτελούν στις μέρες μας τις αποκλειστικές σχεδόν πηγές ενημέρωσης για τα τεκταινόμενα στον κόσμο. Η έρευνα έχει δείξει ότι ο τρόπος με τον οποίο τα ΜΜΕ καθορίζουν τη θεματολογία της ενημέρωσης, όσον αφορά στο δημόσιο χώρο, προσανατολίζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σκέφτονται γι’ αυτά.

Με την εξάπλωση των ΜΜΕ η χρήση του βιβλίου συρρικνώνεται. Το βιβλίο με τη διάδοσή του γίνεται φορέας της προόδου και του πολιτισμού, ένα «παράθυρο στον κόσμο». Ωστόσο, στις μέρες μας, όλο και περισσότερο παρατηρείται μια απομάκρυνση του ανθρώπου από το βιβλίο. Ξεχωριστός λόγος πρέπει να γίνει στην κακή σχέση του Έλληνα από την ανάγνωση κάθε έντυπου υλικού ως πρόσθετη πηγή της γλωσσικής πενίας.

 

Αρμόζει να τονιστεί ότι η ολοκληρωμένη εκμάθηση μιας γλώσσας αποτελεί πυξίδα

για την πνευματική συγκρότηση κάποιου. Η γνώση της και η μελέτη με την χρήση των βιβλίων βοηθά κάποιον στην ολόπλευρη κατανόηση των θεμάτων και δικαιολογημένα στην πιο

αντικειμενική απόδοση νοημάτων. Από αυτό, κατανοείται ότι το βιβλίο κατευθύνει και βελτιώνει την κριτική ικανότητα του χρήστη.

 

Ακόμη, δεν αποτελεί υπερβολή ότι το βιβλίο, ως βασικός φορέας ιδεών και

ιδιαίτερων πεποιθήσεων διαπλατύνει τους ορίζοντες του πνεύματος. Απαλλάσσει, κάποιον από την μονολιθικότητα εμπλουτίζοντας το διανοητικό του επίπεδο. Το βιβλίο δυσκολεύει την

πνευματική χειραγώγηση κάποιου από ένα δεινό ομιλητή, από τα ΜΜΕ κλπ. Ο

καλός χειριστής του γλωσσικού συστήματος είναι σίγουρο ότι ελέγχει τα

εκπεμπόμενα από άλλους μηνύματα, τα διυλίζει και επομένως δεν τα αποδέχεται

παθητικά

Με βάση τα παραπάνω είναι τραγικό ότι οι νεοέλληνες κατέχουν μια από τις κατώτερες θέσεις στο σύνολο των Ευρωπαίων αναγνωστών λογοτεχνικών βιβλίων και όχι μόνο. Δεν υπάρχει αμφιβολία στο ότι το βιβλίο εμπλουτίζει/ συμπληρώνει τις υπάρχουσες γλωσσικές γνώσεις, φέρνοντας τον

αναγνώστη αντιμέτωπο με διάφορα είδη λόγου, όπως ο ποιητικός, ο δοκιμιακός

γεμίζοντας πολλές πνευματικές εμπειρίες. Παράλληλα, η αγορά του τύπου μέσω του

οποίου ο καθημερινός λόγος μπορεί να αναβαθμιστεί και ο νους να μην εφησυχαστεί

από την καταιγιστική τηλεοπτική ενημέρωση δεν αποτελεί συνήθεια των νέων. Από

τις άνωθεν αναφορές είναι εύληπτο ότι το αναγνωστικό έλλειμμα διευκολύνει τη

γλωσσική στασιμότητα και την πνευματική μονομέρεια του Έλληνα.

 

Εντούτοις, ο νεοέλληνας προσηλώνεται στα διάφορα τεχνολογικά μέσα και αψηφά την αξία του βιβλίου. Στην τηλεόραση κυριαρχεί η εικόνα και παραγκωνίζεται ο λόγος. Η εικόνα έχει καθηλωτική ισχύ εντυπωσιάζει – δεσμεύει και αποδυναμώνει τη φαντασία που είναι απαραίτητη για την ανάγνωση

βιβλίων. Η τηλεόραση έχει απλό και λιτό λόγο – προσφέρει άκοπα την αίσθηση της επαφής µε την πραγματικότητα – δεν απαιτεί τίποτε από τον τηλεθεατή σε αντίθεση µε το βιβλίο. Ο σύγχρονος πιεσμένος και αγχωμένος άνθρωπος προτιµά τη χαλαρωτική αποχαύνωση µπροστά στη γυάλινη οθόνη από την «κουραστική» ανάγνωση βιβλίων, που απαιτεί χρόνο και πνευματική εγρήγορση.  Η τηλεοπτική οθόνη εκπέµπει µια λάµψη που αιχµαλωτίζει και καθηλώνει τον τηλεθεατή, εθίζει στην παρακολούθησή της και αποκόπτει από άλλες δραστηριότητες στον ελεύθερό του χρόνο,

όπως η ανάγνωση βιβλίων. Ειδικά οι νέοι βλέπουν την τηλεόραση ως µια διαφυγή από τον

πιεστικό κόσµο των βιβλίων που βιώνουν στην εκπαιδευτική ζωή τους .Στην τηλεόραση δεν προβάλλεται ιδιαίτερα το βιβλίο. Η τηλεόραση διαχέει τη µμετριότητα στη γλώσσα και τον πολιτισµό, εθίζει στο χαµηλής ποιότητας θέαµα. Η γενικότερη κενότητα που προβάλλεται  από την τηλεόραση σήµερα δεν συνάδει µε τον κόσµο του βιβλίου, τον κόσµο του πνεύµατος, του βάθους, του προβληµατισµού.

Μέσα στην τύρβη των γεγονότων και τις τριβές της καθημερινότητας για μια ακόμα φορά κάτι το βαθύτατα ανησυχητικό έγινε γνωστό. Μελέτη αποκάλυψε, με αριθμούς πλέον, πόσο λίγο διαβάζει ο Έλληνας και η κοινή γνώμη προσπέρασε αδιάφορη μπροστά σε στοιχεία, που προκαλούν κατάπληξη ακόμα και σ’ εκείνους, που έχουν από καιρό συνείδηση της κάθετης μείωσης του αναγνωστικού κοινού σ’ όλα τα επίπεδα.

 

Στη βάση του προβλήματος βρίσκεται όχι η κακή ποιότητα ή η φληναφολογία εφημερίδων, περιοδικών και εντύπων προβληματισμού και βιβλίων – που βεβαίως δεν μπορεί ν’ αγνοηθεί, αλλά αποτελεί δευτερογενές φαινόμενο – αλλά ο κακής ποιότητας προσανατολισμός του αναγνωστικού κοινού. Ο μέσος εγγράμματος άνθρωπος στην Ελλάδα είναι «συλλέκτης πληροφοριών» και ενδιαφέρεται μόνο για το επίπεδο εκείνο ενημέρωσης, που τον προσφέρει κατά τρόπο εύληπτο και υπερ-απλουστευτικό, ο καθημερινός Τύπος. Το βιβλίο και όταν ακόμα αγοράζεται δεν διαβάζεται, δεν λειτουργεί σαν μέσο μάθησης, αλλά σαν στοιχείο γοήτρου, επίδειξης, ακόμη και διακόσμησης. Σε αντίθεση με τις άλλες χώρες όπου το βιβλίο είναι για κάθε υποτυπωδώς μορφωμένο άνθρωπο οργανικό παρακολούθημα της καθημερινής του ζωής, εδώ το βιβλίο είναι ο μεγάλος παρείσακτος ή – στην καλύτερη περίπτωση – ένα είδος πολυτελείας.

 

Επιπλέον, γιατί ο απερίγραπτα αγχώδης χρησιμοθηρικός αυτός τρόπος ζωής δεν αφήνει περιθώρια πραγματικής ανάπαυλας, αληθινής σχόλης, ο άνθρωπος τις ελεύθερες ώρες του είναι ολοκληρωτικά παθητικοποιημένος, προτιμάει την εικόνα, την άσκοπη φλυαρία, το καλαμπούρι, τη σαχλαμάρα, αρνείται και απωθεί οτιδήποτε μπορεί να τον κάνει να σκεφτεί. Εδώ βέβαια κρύβεται η υποβαθμιστική από πνευματική άποψη λειτουργία των Μέσων Επικοινωνίας και της μεγαλύτερης μερίδας του Τύπου.

 

Συγχρόνως η τεχνολογία εισβάλλει όλο και περισσότερο στην ζωή των ανθρώπων, οι οποίοι δε διστάζουν να κάνουν κατάχρηση του. Βασικό παράδειγμα αποτελεί, το πρόγραμμα PRISM το οποίο είναι η ναυαρχίδα παρακολούθησης της αμερικανικής Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας (NSA). Έχει τη δυνατότητα να καταγράφει και να κατηγοριοποιεί πληροφορίες πολιτών, από προσωπικά δεδομένα, μέχρι ηχητικά από τηλεφωνήματα. Σύμφωνα με αυτά που αποκάλυψε ο πρώην πράκτορας, η NSA παρακολουθούσε μέσω αυτού του προγράμματος τα τηλέφωνα του 75% των Αμερικανών, καθώς και χιλιάδες υπολογιστές. E-mails,   στοιχεία λογαριασμών, όλα έμπαιναν κατευθείαν στις βάσεις δεδομένων της NSA, μέσω του PRISM.Το σκάνδαλο δεν περιορίστηκε εκεί. Ο Σνόουντεν έδωσε στον Guardian, όπου και έκανε την αποκάλυψη, στοιχεία για παρακολουθήσεις μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και στη Μέση Ανατολή. Εκτεταμένη χρήση του προγράμματος γινόταν από τις Μυστικές Υπηρεσίες της Αγγλίας, ενώ η CIA παρακολουθούσε και άτομα σε χώρες υψηλού ρίσκου, όπως η Ιορδανία, το Πακιστάν, η Αίγυπτος και το Ιράκ.

Εδώ και χρόνια είχε αναπτυχθεί μια φιλολογία σχετικά με την παρακολούθηση του διαδικτύου από κυβερνητικές υπηρεσίες, αλλά χρειάστηκε μια στιγμή και μόνο στο σωτήριο έτος 2013 για να έχουμε τις πρώτες αποδείξεις περί αυτού. Κανείς δεν θα πρέπει να νιώθει έκπληκτος. Ακόμη χειρότερα, οι χλιαρές αντιδράσεις των κυβερνήσεων δείχνουν πως δεν υπάρχει θέληση να αλλάξει κάτι προς το καλύτερο. Οι δηλώσεις του προέδρου Ομπάμα περί μεγαλύτερης διαφάνειας αποτελούν μάλλον προπέτασμα καπνού, χωρίς ειλικρίνεια ή θέληση.

Όσον αφορά το πρακτικό κομμάτι της ιστορίας, η αποκάλυψη της μεθοδολογίας με την οποία οι μυστικές υπηρεσίες “ψαρεύουν” τα δεδομένα, αποτελεί επιβεβαίωση πως η όποια αποθήκευση ευαίσθητων αρχείων στο πολυδιαφημισμένο “σύννεφο” αποτελεί κάτι μεταξύ κίνησης βλακείας και κίνησης αυτοκτονίας. Για όσους θέλουν να διακινήσουν δεδομένα με ασφάλεια, θα πρέπει να καταφύγουν σε κρυπτογραφικά προγράμματα τύπου PGP, ενώ η εμπιστοσύνη στους μεγάλους παίκτες της SiliconValley, θα πρέπει να θεωρείται λήξασα.

Το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε πως όλα αυτά τα “αόρατα” προγράμματα των μυστικών υπηρεσιών που παρεμβαίνουν στο διαδίκτυο, θα εκλείψουν ακόμη και για λάθος λόγους (π.χ. έλλειψη χρηματοδότησης).

Για τον Τομέα Βιογραφιών και Κουλτούρας Πολιτισμών

Σοφία Χρήστου, Δημοσιογράφος

Leave a Reply