WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΛΟΥΙΣ ΑΡΜΣΤΡΟΝΓΚ (1901-1971)

Share Button

 

Ο Λούις Ντάνιελ Άρμστρονγκ υπήρξε κορυφαίος Αφροαμερικανός μουσικός της τζαζ και τρομπετίστας. Ως μια χαρισματική μουσική προσωπικότητα, με πηγαίο ταλέντο υπήρξε καινοτόμος ερμηνευτής της τζαζ με σημαντικότατη συνεισφορά στο είδος.

Ο Άρμστρονγκ όταν τον ρωτούσαν σε συνεντεύξεις για την ημερομηνία γέννησης του δεν ήταν σίγουρος για την ακριβή ημερομηνία, ωστόσο γιόρταζε τα γενέθλια του στις 4 Ιουλίου. Σε δημόσιες συζητήσεις ανέφερε συνήθως το 1900 ως έτος γέννησης του αν και το 1901 είναι αυτό που αναγράφεται επίσημα σε δημόσια έγγραφα και αυτό δηλώνουν τα έγγραφα της βάπτισης του άρα η επίσημη ημερομηνία γέννησης του ήταν η 4η Αυγούστου του 1901. Γέννημα θρέμμα της Νέας Ορλεάνης, της μεγαλύτερης πολιτείας της Λουιζιάνα, τόπο καταγωγής πολλών κορυφαίων Αφροαμερικανών μουσικών και όπως λέγεται γενέθλια γη της ίδιας τζαζ.

Η οικογένεια του Άρμστρονγκ ήταν φτωχή, όπως πολλές άλλες οικογένειες που ζούσαν στα δυτικά τμήμα της Ορλεάνης. Ο πατέρας του Γουίλλιαμ τους εγκατέλειψε όταν ο Λούις ήταν ακόμη βρέφος. Την κλίση του για την μουσική ο μικρός Λούις, όπως θα τον αποκαλούσαν για πολλά χρόνια, την ανακάλυψε όταν ξεκίνησε τα μαθήματα κορνέτου. Το πρώτο του μουσικό όργανο το απέκτησε χάρη στην οικογένεια των Karnofsky που του δάνεισαν χρήματα γι’ αυτόν τον σκοπό. Ο Λούις λόγω της παραβατικής συμπεριφοράς, μιας που ουσιαστικά μεγάλωσε ανάμεσα σε πόρνες, προαγωγούς, χαρτοκλέφτες και μικροεγκληματίες,  φιλοξενήθηκε στο αναμορφωτήριο New Orleans Home for Colored Waifs όπου κατάφερε να γνωρίσει την μουσική του κλήση ακόμη καλύτερα. Η μουσική τον έσωσε από την εγκληματικότητα αλλά του έδωσε και εκείνο το καταφύγιο που δεν μπόρεσε να του εξασφαλίσει η πατρική εστία. Έκανε πολλά μικροεπαγγέλματα για να επιβιώσει και σε ένα από αυτά όταν ήταν εφημεριδοπώλης το 1914 ονειρεύτηκε ότι θα γινόταν μουσικός στόχο που τελικά εκπλήρωσε. Από μικρή ηλικία ακολουθούσε συχνά τις παρελάσεις της τοπικής ορχήστρας των πνευστών ενώ παράλληλα προσπαθούσε να παρακολουθήσει παλαιότερους μουσικούς, όπως τον Μπανκ Τζόνσον και κυρίως τον Κινγκ Όλιβερ ο οποίος αποτελούσε ένα είδος πατρικής  φιγούρας γι’ αυτόν.

Αργότερα συμμετείχε και ο ίδιος σε ορχήστρες ενώ ξεκίνησε να περιοδεύει ως μουσικός με την ορχήστρα του πιανίστα Fate Marable η οποία έπαιζε πάνω σ’ ένα ατμόπλοιο που διέσχιζε το Μισσισσίπι. Ο Άρμστρονγκ παρομοίωσε την περιοδεία αυτή με τη φοίτηση σε ένα πανεπιστήμιο καθώς αποκόμισε σημαντικές εμπειρίες και γνώσεις. Το 1919, όταν ο Κινγκ Όλιβερ εγκατέλειψε την πόλη της Νέας Ορλεάνης, ο Άρμστρονγκ τον αντικατέστησε στην ορχήστρα του Έντουαρντ Κιντ Όρι που ήταν την εποχή εκείνη από τις δημοφιλέστερες τζαζ ορχήστρες.

Το 1922, ο Άρμστρονγκ εγκαταστάθηκε στο Σικάγο έπειτα από πρόσκληση του Κινγκ Όλιβερ ο οποίος του ζήτησε να συμμετάσχει στην ορχήστρα του Creole Jazz Band. Εκεί ο Άρμστρονγκ θα μαγέψει το κοινό και γίνεται κορυφαίο αστέρι της τζαζ. Από τις αρχές του ’20, το Σικάγο αποτελούσε το κυριότερο κέντρο της τζαζ και η ορχήστρα του Όλιβερ ήταν μία από τις σημαντικότερες του είδους.

Ο Άρμστρονγκ συμμετείχε για πρώτη φορά σε ηχογραφήσεις, ως δεύτερος κορνετίστας το 1923 στο “Chimes Blues” που είναι η πρώτη του δισκογραφική δουλειά. Αν και η συνεργασία του με τον Όλιβερ ήταν αρμονική, μετά από παρότρυνση της πιανίστριας και δεύτερης κατά σειρά συζύγου του συζύγου του Λιλ Χάρντιν Άρμστρονγκ αποφασίζει να ακολουθήσει σόλο καριέρα. Εγκαταστάθηκε το 1924 στη Νέα Υόρκη και συμμετείχε στην ορχήστρα του Φλέτσερ Χέντερσον, για τις ανάγκες της οποίας άρχισε να παίζει τρομπέτα. Κάνει δεκάδες ηχογραφήσεις και δημιουργεί εμπνευσμένες τζαζ δημιουργίες. Τον επόμενο χρόνο επέστρεψε στο Σικάγο όπου ξεκίνησε να ηχογραφεί ως ηγέτης των συγκροτημάτων Hot Five (1925-1928) και Hot Seven σημειώνοντας επιτυχίες, όπως το «Potato Head Blues», «Muggles» και «West End Blues». Συνολικά ηχογραφεί 60 δίσκους και με τις δύο ορχήστρες. Η εισαγωγή του Άρμστρονγκ στο «West End Blues» παραμένει μέχρι σήμερα από τους διασημότερους αυτοσχεδιασμούς στην ιστορία της τζαζ.

Μέσα στα χρόνια ο Άρμστρονγκ ενδιαφέρθηκε έντονα για το τραγούδι. Ανέδειξε σε μεγάλο βαθμό και έκανε δημοφιλές το scat singing, δηλαδή, τραγούδι χωρίς λόγια, με άναρθρους φθόγγους, το οποίο και ενσωμάτωσε στο ρεπερτόριο του.

Κατά την διάρκεια της καριέρας του συνεργάστηκε άλλες φορές ως τραγουδιστής και άλλες ως τρομπετίστας με μερικούς από τους σημαντικότερους μουσικούς της τζαζ μεταξύ των οποίων ήταν ο Ντιουκ Έλιγκτον, η Έλλα Φιτζέραλντ, ο Μπινγκ Κρόσμπι, ο Φλέτσερ Χέντερσον και η Μπέσι Σμιθ. Με την Έλλα Φιτζέραλντ ηχογράφησε συνολικά τρεις δίσκους: Ella and Louis, Ella and Louis Again και Porgy and Bess. Οι τελευταίες σημαντικές του ηχογραφήσεις καταγράφονται στην δεκαετία του 1950 ενώ το μεγαλύτερο μέρος της μετέπειτα δισκογραφίας του χαρακτηρίζεται συνήθως από τους κριτικούς ως υπέραπλουστευτικό ή τυποποιημένο αν και δεν του στέρησε την εμπορική απήχηση. Μέχρι το 1932 ο Άρμστρονγκ κατείχε μια θέση και στον κινηματογράφο και έκανε την πρώτη του περιοδεία στην Αγγλία με την ρατσιστικές επιθέσεις των Βρετανών κριτικών να τον κατακεραυνώνουν, όμως αυτό τον έκανε να πεισμώσει. Το 1933 επέστρεψε στην Ευρώπη ως ακόμη μεγαλύτερος σταρ της τζαζ.

Το 1936 ήταν ο πρώτος αφροαμερικανός μουσικός που έγραψε την αυτοβιογραφία του, « Swing That Music», και την ίδια χρονιά ο πρώτος αφρο-αμερικανός που συμμετείχε σε μεγάλη χολιγουντιανή παραγωγή στο « Pennies From Heaven». Την επόμενη χρονιά έκανε ακόμη μία πρωτιά ως ο πρώτος αφρο-αμερινακός καλλιτέχνης που είχε το δικό του ραδιοφωνικό σόου.

Μία από τις τελευταίες εμπορικές επιτυχίες του Άρμστρονγκ υπήρξε η ερμηνεία του στο «What a Wonderful World» (1968) το οποίο παρέμεινε στην κορυφή των βρετανικών μουσικών καταλόγων για ένα μήνα, ενώ το 1987 χρησιμοποιήθηκε στην ταινία «Good Morning Vietnam» και γνώρισε ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία.

Από το 1929 ο Άρμστρονγκ επέλεξε το Κουίνς της Νέας Υόρκης ως τόπο κατοικίας του και από εκεί ξεκινήσει να περιοδεύει στην Ευρώπη. Για τα επόμενα 30 χρόνια πραγματοποίησε πάνω από 300 συναυλίες κάθε χρόνο. Την δεκαετία όμως του ’40 είναι η εποχή που οι μεγάλες ορχήστρες σταδιακά κάμπτονται λόγω του μεγάλου κόστους που απαιτούσε η συντήρηση τους και του μειωμένου ενδιαφέροντος από το κοινό το οποίο στρέφει τα μουσικά του ενδιαφέροντα αλλού.

Το 1947 ο Άρμστρονγκ πραγματοποιεί την τελευταία του συναυλία μαζί με τον Jack Teagarden και ένα μικρό μουσικό σχήμα στην Νέα Υόρκη. Πλέον ο Άρμστρονγκ εγκαταλείπει τις μεγάλες ορχήστρες σχηματίζοντας ένα μικρό μουσικό συγκρότημα από έξι μουσικούς με το όνομα Louis Armstrong and his All Stars. Μέλη του συγκροτήματος υπήρξαν σημαντικοί μουσικοί του σουίνγκ και του ντίξιλαντ. Με το συγκρότημα αυτό ο Άρμστρονγκ πραγματοποίησε πολλές ηχογραφήσεις και εμφανίστηκε σε πάνω από 30 ταινίες. Το 1964 ηχογράφησε τον πιο επιτυχημένο εμπορικό δίσκο του. Υπήρξε ένας ενεργός μουσικός μέχρι τον θάνατο του. Στις τελευταίες του εμφανίσεις ερμήνευε συχνά κομμάτια από μνήμης. Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 η φήμη του αποκτά παγκόσμιο χαρακτήρα μένοντας πλέον γνωστός ως «πρέσβης της τζαζ» .Περιόδευσε σε όλο τον κόσμο κατά την διάρκεια των δεκαετιών του ’50 και του ’60 κάτω από την χορηγία του State Department. Οι περιοδείες αυτές είχαν τεράστια επιτυχία και έτσι ο Άρμστρονγκ χαρακτηρίστηκε «πρέσβης Satchmo» (satchlmouth = στόμα σαν σακούλα) προσωνύμιο που του δόθηκε από την έκφραση του προσώπου του. Ασχολήθηκε ενεργά με το κίνημα για τα δικαιώματα των Αφρο-αμερικανών που ξέσπασε δειλά – δειλά στα τέλη της δεκαετίας του ’50, με την περίφημη δήλωση του « Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίζονται τους ανθρώπους μου στον Νότο με κάνει να πω ότι η κυβέρνηση μπορεί να πάει στο διάβολο!». Παρά το γεγονός ότι για χρόνια δεν είχε αναφέρει τίποτα για την θέση των μαύρων έγινε τελικά ένας από τους γνωστότερους και τολμηρότερους πρεσβευτές της φυλετικής ισότητας.

Η υγεία του είχε επιβαρυνθεί από το βαρύ πρόγραμμα των εμφανίσεων του που ακολουθούσε τα τελευταία χρόνια, όμως τίποτα δεν ήταν ικανό να τον σταματήσει τέτοια ήταν η ορμή και το πάθος του για την μουσική. Από το 1968 σταματάει αναγκαστικά τις τόσες ζωντανές εμφανίσεις. Τελικά, πέθανε στις 6 Ιουλίου του 1971 από καρδιακή προσβολή, σε ηλικία 70 χρόνων στην Νέα Υόρκη και ενώ το προηγούμενο βράδυ είχε εμφανιστεί στο ξενοδοχείο Waldorf Astoria.

Ο Άρμστρονγκ χωρίς αμφιβολία άλλαξε την ιστορία της τζαζ. Αρχικά ως βιρτουόζος του κορνέτου και της τρομπέτας επηρεάστηκε από ένα ευρύ φάσμα μουσικών ειδών, πέρα από την τζαζ και το μπλουζ, τη λαϊκή λατινοαμερικάνικη παράδοση, τις κλασικές συμφωνίες και την όπερα και ενσωμάτωσε στοιχεία αυτών στις εμφανίσεις του. Οι ηχογραφήσεις του με τους Hot Five και Hot Seven  και οι αυτοσχεδιασμοί του σε αυτές αποτελούν μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για την μελωδικότητα, τις καινοτομίες και τον εκλεπτυσμό τους. Η συνεισφορά του ήταν επίσης, πολύ σημαντική στην ανάδειξη του ρόλου του σολίστα , παίζοντας ο ίδιος καταλυτικό ρόλο στην μετατροπή της τζαζ από συλλογική κατά βάση μουσική, σε μια μορφή τέχνης με μεγάλα περιθώρια αυτόνομης έκφρασης του μουσικού. Ο «μικρός Λούις» όπως για χρόνια τον αποκαλούσαν άφησε μια τεράστια μουσική παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Το χαρούμενο πρόσωπο του και το υπέροχο «What a wonderful world» θα αφήνουν πάντα μια νότα αισιοδοξίας και μια ελπίδα ότι όντως αυτός ο κόσμος μπορεί να είναι και υπέροχος.

 

Για τον Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών

Σοφία Μαγουλιώτη, Υπεύθυνος Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών

 

 

Leave a Reply