WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ (5 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1932- 19 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2016)

Share Button

Ο Ουμπέρτο Έκο υπήρξε μια σημαντική παρουσία στην ιταλική πολιτιστική ζωή, και όχι μόνο στην ιταλική, τα τελευταίων 50 χρόνια. Το όνομά του παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένο, σε διεθνές επίπεδο, με την τεράστια επιτυχία του μυθιστορήματός του «Το όνομα του Ρόδου».

Ο Ουμπέρτο Έκο υπήρξε ένας Ιταλός σημειωτιστής, δοκιμιογράφος, φιλόσοφος, κριτικός λογοτεχνίας και μυθιστοριογράφος.

Γεννήθηκε στην Αλεσάντρια του Πιεμόντε το 1932. Με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Έκο και η μητέρα του μετακόμισαν σε ένα χωριό στα βουνά του ιταλικού βορρά. Εκεί ο μικρός Ουμπέρτο παρακολουθούσε τις μάχες ανάμεσα στους φασίστες και στους παρτιζάνους με ανάμεικτα συναισθήματα. Από την μια συνεπαρμένος από την δράση και από την άλλη μακάριζε την τύχη του που ήταν τόσο μικρός για να πάρει μέρος σε αυτήν. Ο ίδιος έλεγε ότι θυμάται εκείνη την εποχή σαν ένα μικρό γουέστερν. «Αυτοί οι λόφοι ήταν στην μνήμη μου το θέατρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων στις οποίες ήμουν αυτόπτης μάρτυρας στην ηλικία των 12 ετών». Αυτή του η εμπειρία θα διαμορφώσει την μετέπειτα πολιτική του ταυτότητα.

Μετά από τις πιέσεις του πατέρα του πήγε για σπουδές Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο. Σύντομα εγκατέλειψε τον κλάδο αυτό και ακολούθησε σπουδές στην Μεσαιωνική Φιλοσοφία και Λογοτεχνία. Έγινε διδάκτορας Φιλοσοφίας το 1954 ολοκληρώνοντας την διατριβή του για τον Θωμά Ακινάτη. Αυτό το θέμα ήταν και το αντικείμενο του πρώτου του βιβλίου « Ζητήματα αισθητικής στον Θωμά Ακινάτη». Στην διάρκεια των σπουδών του ο Έκο έπαψε να πιστεύει στο Θεό και εγκατέλειψε την Καθολική Εκκλησία. Όπως χαρακτηριστικά είχε πει «Όταν οι άνθρωποι σταματούν να πιστεύουν στο Θεό, δεν είναι ότι δεν πιστεύουν πια τίποτα. Πιστεύουν τα πάντα.»

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του άρχισε να ασχολείτε με την δημοσιογραφία και παράλληλα ανέλαβε την θέση του διευθυντή Πολιτιστικού Προγράμματος στην Κρατική Ιταλική Τηλεόραση. Αυτή η θέση του έδωσε την ευκαιρία να δει την κοινωνία μέσα από τα μάτια των ΜΜΕ που τότε μονοπωλούνταν και ελέγχονταν από την κυβέρνηση. Χαρακτηριστική είναι η φράση του « Σήμερα μόνο οι ηλίθιοι κάνουν δικτατορίες με τανκς, από την στιγμή που υπάρχει η τηλεόραση».

Το 1959 χάνει την θέση του από την RAI κάτι όμως που δεν τον απασχόλησε ιδιαίτερα γιατί πλέον θα είχε τον απαιτούμενο χρόνο που χρειαζόταν για γράψιμο και τις διαλέξεις του. Με το δεύτερο βιβλίο του «Τέχνη και κάλλος στην αισθητική του μεσαίωνα» απέδειξε στον πατέρα του ότι είχε βρει τον δρόμο του στην ζωή καθώς και την δουλειά που του ταίριαζε την λογοτεχνία.

Την ίδια χρονιά έγινε επιμελητής του μη λογοτεχνικού τομέα του εκδοτικού οίκου Bompiani στο Μιλάνο και άρχισε να γράφει την στήλη “Diario Minimo” (ελάχιστο ημερολόγιο) στην εφημερίδα “Il Verri”. Μέσα από τα άρθρα του οι απόψεις του για την γλωσσολογία και την κοινωνική πραγματικότητα μπήκαν στα σπίτια των Ιταλών. Άρχισε να εστιάζει το ενδιαφέρον του και να εκλεπτύνει τις απόψεις του στη σημειολογία.

Το ακαδημαϊκό του έργο εστιάζει στη σημειολογία καις τις επιπτώσεις της στην κοινωνία. Μελέτησε σε βάθος τις κοινωνίες από τον Μεσαίωνα ως σήμερα και τα κοινά στοιχεία ανάμεσα στις γλώσσες, στα σύμβολα και στην κοινωνική ανάπτυξη. Έγραψε δεκάδες δοκίμια όπως «Πως γίνεται μια διπλωματική εργασία», « Μεταξύ ψεύδους και ειρωνείας», «Κήνσορες και θεράποντες», «Ο υπεράνθρωπος των μαζών», «Θεωρία της σημειωτικής», «Η Αποκάλυψη του Ιωάννη», «Πέντε ηθικά κείμενα», « Δεύτερο ελάχιστο ημερολόγιο», «Η ποιητική του Τζέιμς Τζόις», «Τι πιστεύει αυτός που δεν πιστεύει» και άλλα πολλά. Παράλληλα συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες. Ό,τι δεν είναι ατομικό και παίρνει πολιτικό χαρακτήρα με την έννοια της ενασχόλησης με τα κοινά όχι τα πολιτικά, τον ενδιέφερε και το μελετούσε. Τα αποτελέσματα των μελετών αυτών ήταν που δημοσίευε στις εφημερίδες και στα περιοδικά. Η ευρύτητα των θεμάτων με τα οποία ασχολήθηκε του χάρισαν το προσωνύμιο “tuttografo” (παντογράφος).

Από το 1962 μέχρι το τέλος του 1970 ο Έκο ανέπτυξε την δική του θεωρία στην σημειολογία. Το 1965 έγινε καθηγητής Οπτικών Επικοινωνιών στην Φλωρεντία και το 1966 μετακόμισε στο Μιλάνο όπου έγινε καθηγητής στη Σημειολογία στο εκεί πολυτεχνείο. Το ακαδημαϊκό του ενδιαφέρον άρχισε να στρέφετε στις πολιτιστικές μελέτες και άρχισε να ερευνά τον ρόλο της γλώσσας και τις λογοτεχνίας στις κοινωνίες καθώς και την επίδραση της κοινωνίας στην λογοτεχνία και τη γλώσσα.    Το 1971 το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια του προσέφερε την θέση του Τακτικού Καθηγητή της Σημειολογίας. Το 1974 ο Έκο οργάνωσε το Διεθνή Σύνδεσμο Σημειολογικών Μελετών.

Οι μεγάλες αλλαγές που έφερε η δεκαετία του 1970 στην ιταλική κοινωνία επηρέασαν και τα γραπτά του Ουμπέρτο Έκο. Ο Έκο είχε εξηγήσει πως ασχολήθηκε αργά με την λογοτεχνία διότι θεωρούσε τη συγγραφή μυθιστορημάτων ενασχόληση για παιδιά, κάτι που δεν έπαιρνε στα σοβαρά.Έτσι άρχισε να γράφει μυθιστορήματα όπως το περίφημο «Όνομα του Ρόδου» (1980), «Το Εκκρεμές του Φουκώ» (1988), «Το νησί της προηγούμενης μέρας»(1994), «Μπαουντολίνο» (2001), « Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα» (2006), «Το κοιμητήριο της Πράγας» (2010), « Το φύλλο μηδέν» (2015). Όταν έγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα «Το όνομα του Ρόδου» οι εκδότες του υπολόγιζαν τις πωλήσεις του γύρω στα 30.000 αντίτυπα δεν μπορούσαν ποτέ να φανταστούν ότι αυτές θα έφταναν στ 9.000.000 που τελικά πούλησε το βιβλίο παγκοσμίως και μεταφράστηκε σε 43 γλώσσες κάνοντας έτσι τον συγγραφέα γνωστό σε ένα κοινό που δεν ανήκει στον ακαδημαϊκό κόσμο. Το 1986 το βιβλίο γίνεται σενάριο για την ομότιτλη ταινία του Γάλλου σκηνοθέτη Ζαν Ζαν Ανό, με πρωταγωνιστή τον Σον Κόνερι

Ο Έκο γνώριζε άπταιστα πέντε γλώσσες μεταξύ των οποίων αρχαία ελληνικά και λατινικά τις οποίες χρησιμοποιούσε πολύ συχνά στα βιβλία του επιστημονικά και λογοτεχνικά. Σε όλη την διάρκεια της ζωής του κέρδισε πολλά βραβεία και είχε δεκάδες εκδοτικέ επιτυχίες.

Ζούσε με την γυναίκα του και τα παιδιά του άλλοτε στο Μιλάνο σε ένα σπίτι που ξεχώριζε για την τεράστια βιβλιοθήκη του με 30.000 τίτλους βιβλίων. Εραστής των λέξεων, η βιβλιοθήκη που καλλιεργούσε στο διαμέρισμα του ήταν σύμφωνα με τον αστικό μύθο υπερπλήρης και υπερβολική. Άλλες φορές ζούσαν στο εξοχικό τους στο Ρίμινι σε ένα κτήμα του 17ου αιώνα όπου παλιά ήταν σχολείο Ιηουσιτών.    Πολύγλωσσος, ο Έκο δίδασκε σε πολλά πανεπιστήμια, ειδικά στην Μπολόνια, όπου διατηρούσε την έδρα της σημειωτικής ως τον Οκτώβριο του 2007, όταν πήρε σύνταξη.

Ο Έκο ήταν έντονα πολιτικοποιημένος και αριστερός  παρόλα αυτά ποτέ δεν είχε ενταχθεί σε κάποιο κόμμα δείγμα της αδογμάτιστης και αδούλωτης προσωπικότητας του. Ο Ουμπέρτο Έκο και άλλα μεγάλα ονόματα της ιταλικής λογοτεχνίας είχαν αποφασίσει τον περασμένο Νοέμβριο να αποχωρήσουν από τον ιστορικό εκδοτικό οίκο Bompiani, ο οποίος εξαγοράστηκε πρόσφατα από τον οίκο Mondadori — της οικογένειας Μπερλουσκόνι — και να ενταχθούν σε έναν νέο, ανεξάρτητο οίκο, τον La nave di Teseo («Το πλοίο του Θησέα», αναφορά στον βασιλιά της Αθήνας της ελληνικής μυθολογίας).

Χτυπημένος από τον καρκίνο έφυγε σε ηλικία 84 χρόνων στις 19 Φεβρουαρίου στο σπίτι του στο Μιλάνο.

Κλείνοντας αυτό το σύντομα κείμενο αφιέρωμα στην μνήμη του σημειώνουμε μια σύντομη κριτική στην εξέλιξη της σύγχρονης κοινωνίας: «Οι ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης έδωσαν το δικαίωμα να μιλάνε σε λεγεώνες ηλιθίων που άλλοτε δεν μίλαγαν παρά μόνο σε μπαρ, αφού είχαν πιει κανένα ποτήρι κρασί, χωρίς να βλάπτουν την κοινότητα. Τους αναγκάζαμε αμέσως να σωπάσουν, αλλά σήμερα έχουν το ίδιο δικαίωμα λόγου με ένα βραβείο Νόμπελ. Είναι η εισβολή των ηλιθίων».

 

Για τον Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών

Σοφία Μαγουλιώτη, Υπεύθυνη Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών

Leave a Reply