WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΠΕΝΤΕ ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Share Button

Πολλά ψυχολογικά πειράματα έχουν επιτρέψει στους επιστήμονες να εξάγουν κάποια συμπεράσματα για την ανθρώπινη ψυχολογία και, ενδεχομένως, να εφεύρουν θεραπείες για την αντιμετώπιση διαφόρων καταστάσεων του ψυχισμού.

Ωστόσο Για «χάρη της επιστήμης» πολλοί γιατροί, ψυχολόγοι και κοινωνιολόγοι ξεπέρασαν τα ηθικά όρια και έκαναν πειράματα που έβλαψαν ανεπανόρθωτα, πολλές φορές, τους συμμετέχοντες.

Ένα αποτυχημένο πείραμα και ανήθικο πείραμα θεωρείται αυτό του David Reimer:

Το 1965 γεννήθηκε στον Καναδά ο Ντέιβιντ Ρέιμερ.

Σε ηλικία 8 μηνών υποβλήθηκε σε περιτομή, αλλά κατά λάθος το πέος του υπέστη έγκαυμα. Τότε, οι γονείς του επισκέφτηκαν τον ψυχολόγο John Money, προκειμένου να ζητήσουν την επαγγελματική του γνώμη σχετικά με το τι να κάνουν.

Εκείνος τους συμβούλευσε, για να έχει το παιδί μία πιο φυσιολογική ζωή, να το υποβάλλουν σε εγχείρηση αλλαγής φύλου.

Οι γωνείς συμφώνησαν χωρίς να γνωρίζουν ότι στην πραγματικότητα ο ψυχολόγος ήθελε να κάνει το παιδί πειραματόζωο για να αποδείξει ότι η ανατροφή είναι εκείνη που καθορίζει το φύλο του παιδιού και όχι το φύλο που γεννήθηκε.

Ο Ντέιβιντ έκανε ορμονοθεραπεία, εγχείρηση αλλαγής φύλου και μετονομάστηκε σε Μπρέντα. Ο Money χαρακτήρισε το πείραμά του επιτυχές.

Παρ’ ολ’ αυτά μεγαλώνοντας ένιωθε περισσότερο αγόρι παρά κορίτσι, γεγονός που προκάλεσε αναστάστωση στην οικογένειά του με αποτέλεσμα η μητέρα του να έχει αυτοκτονικές τάσεις, ο πατέρας του να γίνει αλκοολικός και ο αδερφός του να παρουσιάσει κατάθλιψη.

Τελικά, σε ηλικία 14 ετών, αποφάσισαν να του αποκαλύψουν όλη την αλήθεια και ο ίδιος επέλεξε να γίνει πάλι αγόρι, σταματώντας την ορμονοθεραπεία και ξανακατασκευάζοντας το πέος του.

Ο Money δεν δημοσιοποίησε περαιτέρω στοιχεία για την έρευνα, αλλά επέμενε ότι το πείραμά του ήταν επιτυχημένο.

Ο Ντέιβιντ αυτοκτόνησε σε ηλικία 38 ετών.

 

Ακόμη ένα αποτυχημένο πείραμα θεωρείται αυτό της ομοφυλοφιλικής αποστροφής:

Στη δεκαετία του 1960 που η ομοφυλοφιλία θεωρούνταν ψυχική ασθένεια, υπήρχαν πολλά άτομα να αναζήτουν -εκούσια ή ακούσια- θεραπεία στην έλξη προς τα άτομα του ίδιου φύλου.

Ανάμεσα στις πειραματικές θεραπείες ήταν η θεραπεία της αποστροφής, δηλαδή η προβολή ομοφυλοφιλικών εικόνων σε συνδυασμό με ηλεκτροσόκ και ενέσεις που προκαλούσαν εμετό.

Η σκέψη αυτής της θεραπείας ήταν ότι ο «ασθενής» θα συνδέσει τον πόνο με την ομοφυλοφιλία.

Τα πειράματα αυτά αντί να θεραπεύσουν τις ομοφυλοφιλικές τάσεις, επηρέασαν την ψυχολογία των ανθρώπων, οι οποίοι έπεσαν σε κώμα και τουλάχιστον ένας εξ’ αυτών πέθανε.

Ένα αποτρόπαιο ανήθικο και φρικιαστικό πείραμα θεωρείται το MK-ULTRA:

 

Έτσι ονομαζόταν το σχέδιο των πειραμάτων που διεξήγαγε η CIA στους κρατούμενούς της με σκοπό τον έλεγχο του μυαλού και της ψυχολογίας τους κατά τις δεκαετίες 1950 και 1960.

Στο παράνομο αυτό πρόγραμμα, που εγκριθηκε από τον αρχηγό της CIA το 1953, χρησιμοποιήθηκαν Αμερικανοί και Καναδοί πολίτες ως πειραματόζωα.

Τους χορηγούνταν ναρκωτικές ουσίες, όπως LSD, με σκοπό την αλλαγλη της εγκεφαλικής λειτουργίας. Στην συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν χημικές ουσίες, οι οποίες «καθάριζαν» τον εγκέφαλο και έδιναν τη δυνατότητα να επαναπρογραματιστεί.

Το πρόγραμμα αυτό σταμάτησε το 1973 με έντολή του τότε αρχηγού της υπηρεσίας, Richard Helms, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο πολλοί θάνατοι ανθρώπων να σχετίζονται με αυτό.

Πρωτοποριακό και συγχρόνως αμφισβητούμενο θεωρείται το πείραμα του Milgram 

Στο πείραμα συμμετείχαν κάθε φορά δύο άτομα, τα οποία μετά από εικονική κλήρωση αναλάμβαναν είτε το ρόλο του μαθητή είτε το ρόλο του δασκάλου. Στην πραγματικότητα ο μαθητής ήταν ο συνεργός του ερευνητή και ο δάσκαλος ο πραγματικός συμμετέχων που είχε ως έργο του να υποβάλλει σε ηλεκτροσόκ τον μαθητή, η ένταση του οποίου ήταν αυξανόμενη κάθε φορά που ο μαθητής έκανε λάθος στην απομνημόνευση λέξεων.

Στην αρχή της διαδικασίας ο ερευνητής έδενε τον μαθητή σε ένα κάθισμα, ο οποίος του εκμυστηρευόταν ότι έχει πρόβλημα με την καρδιά του πράγμα που άκουγε, υποτίθεται κατά λάθος, ο δάσκαλος και εν συνεχεία αυτός μεταφερότανε σε μια διπλανή αίθουσα όπου είχε τοποθετηθεί η γεννήτρια του ηλεκτροσόκ

Μετά από ένα δοκιμαστικό ηλεκτροσόκ στον ίδιο το δάσκαλο, έντασης 45V, ξεκινούσε το πείραμα και η διαδικασία συνεχιζόταν μέχρι ο δάσκαλος να αρνηθεί τη χορήγηση μεγαλύτερης έντασης ηλεκτροσόκ, οπότε και το πείραμα τελείωνε και σημειώνονταν το επίπεδο έντασης .

Στην πραγματικότητα όμως, η συσκευή δεν παρείχε ηλεκτρικά σοκ και οι αντιδράσεις του μαθητή στα ηλεκτροσόκ ήταν προκαθορισμένες

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι με τη διαταγή του ερευνητή όλοι οι συμμετέχοντες έφτασαν τα 300 V και το 65% μέχρι το δυνατότερο σοκ που υπήρχε στη γεννήτρια, αποτέλεσμα πολύ διαφορετικό από τις προβλέψεις .

Ακόμη ένα αμφιλεγόμενο πείραμα ήταν αυτό της Jane Elliott:

Η Έλλιοτ ήταν δασκάλα σε ένα δημοτικό σχολείο στην Αϊόβα, η οποία προσπάθησε να μεταδώσει στους μαθητές της μια βιωματική εμπειρία για τις διακρίσεις, και αυτό το πείραμα έχει ιδιαίτερη σημασία για την επιστήμη της ψυχολογίας ακόμα και σήμερα μετασχηματίζοντας και την καριέρα της Έλλιοτ, όσον αφορά στην ποικιλόμορφη εκπαίδευση.

Αφού χώρισε την τάξη σε δύο ομάδες, αναφέρθηκε σε μια ψεύτικη επιστημονική έρευνα, υποστηρίζοντας ό,τι η μία ομάδα ήταν ανώτερη από την άλλη και για όλη τη διάρκεια της σχολικής ημέρας, η συγκεκριμένη ομάδα αντιμετωπιζόταν ως ανώτερη. Η Έλλιοτ ανακάλυψε ότι χρειάστηκε μόνο μια ημέρα για την «ανώτερη ομάδα» να γίνει σκληρότερη, και για την «κατώτερη ομάδα» να γίνει πιο ανασφαλής. Η «ανώτερη ομάδα» ήταν πότε η ομάδα με τα μπλε μάτια και πότε η ομάδα με τα καστανά μάτια, έτσι ώστε όλοι οι μαθητές να βιώσουν τις ίδιες προκαταλήψεις.

Η άσκηση της Έλλιοτ, η οποία και επαναλήφθηκε το 1969 και στη συνέχεια το 1970, δέχτηκε μεγάλη δημόσια κατακραυγή, για αυτό είναι πιθανό να μην μπορούσε να επαναληφθεί σε ένα ψυχολογικό πείραμα ή σε μία τάξη σήμερα. Οι κύριες ανησυχίες δεοντολογίας αφορούσαν στην εξαπάτηση και την απουσία συναίνεσης, αν και μερικοί από τους αρχικούς συμμετέχοντες εξακολουθούν να θεωρούν ό,τι το πείραμα αυτό άλλαξε τη ζωή τους.

Για τον ΕΟΕ,

Έμιλυ Τσενάι, δημοσιογράφος

Leave a Reply