WEB TV-ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
  • ΔΕΣ ΤΟ WEB TV ΜΑΣ

  • ΔΕΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΚΑΝΑΛΙ ΕΓΝΑΤΙΑ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ
  • ΔΕΣ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΧΟΥΛΙΟ ΚΟΡΤΑΣΑΡ (1914-1984)

Share Button

Ο Χούλιο Κορτάσαρ(Julio Cortazar) γεννήθηκε στις 26 Αυγούστου του 1914 στις Βρυξέλλες από Αργεντινούς γονείς, που βρέθηκαν στην Ευρώπη τη στιγμή που ξεσπούσε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Χούλιο είδε για πρώτη φορά την Αργεντινή σε ηλικία τεσσάρων χρόνων όταν οι γονείς του εγκατέλειψαν το Βέλγιο για να βρεθούν πίσω στην πατρίδα τους. Λίγο καιρό μετά την επιστροφή τους, ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένεια και ο συγγραφέας μεγάλωσε πλάι στη μητέρα και την αδελφή του Οφήλια στο προάστιο Μπάνφιλντ του Μπουένος Αϊρες. Ευαίσθητο και μελαγχολικό παιδί, νοσταλγός των «θεσπέσιων κήπων» όπου περιπλανιόταν μικρός, μανιώδης αναγνώστης με ιδιαίτερη προτίμηση στη φανταστική λογοτεχνία, άρχισε να γράφει ποίηση από την εφηβεία του, επηρεασμένος από τους κλασικούς και ιδιαίτερα από τον Πίνδαρο. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Μπουένος Αϊρες και άρχισε να εργάζεται ως δάσκαλος στις απομονωμένες επαρχιακές πόλεις του Μπολίβαρ και του Σιβίλκοϊ, όπου διάβασε αμέτρητα βιβλία ξένης λογοτεχνίας. Από το 1944 έως το 1945 δίδαξε Γαλλική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Μεντόσα, αλλά παραιτήθηκε το 1946, ύστερα από την εμπλοκή του σε πολιτικές κινητοποιήσεις εναντίον του Χουάν Περόν, για τις οποίες και φυλακίστηκε. Επιστρέφοντας στο Μπουένος Άιρες ανέλαβε διοικητική θέση στον εκδοτικό οίκο «Camara Argentina del Libro» και από το 1948 έως το 1951 εργάστηκε ως μεταφραστής. Το 1949 ταξίδεψε στη Γαλλία και την Ιταλία. Η επιστροφή του δεν ήταν ανώδυνη. Η αντίδρασή του απέναντι σε μια πατρίδα που κατρακυλούσε στην απαξίωση, καταγράφτηκε στην ποιητική του συλλογή «Razones de la colera» («Αιτίες οργής»).

   Το πρώτο βιβλίο του Κορτάσαρ ήταν η ολιγοσέλιδη συλλογή σονέτων «Presencia» («Παρουσία», 1938), την οποία εξέδωσε με το ψευδώνυμο Julio Denis. Είχε ήδη αρχίσει να γράφει τα σύντομα «φανταστικά» του διηγήματα, πολλά από τα οποία θα συμπεριληφθούν αργότερα στη συλλογή «Bestiario» («Θηριοτροφείο», 1951). Το 1949 θα εκδώσει το μελοδραματικό, ποιητικό «Los reyes» («Οι βασιλείς»): ο Έλληνας βασιλιάς του τίτλου, ο Μίνωας, αντιπροσωπεύει την καταπιεστική εξουσία και το φροϋδικό υπερεγώ, ενώ ο τερατώδης Μινώταυρος είναι η πανούργα δύναμη της χαράς και του αισθησιασμού. Ο Θησέας είναι ένα αδύναμο αυτόματο και η Αριάδνη σύμμαχος του θηρίου· στο τέλος, ο Μινώταυρος σκοτώνει τον Θησέα και δραπετεύει. Στα περισσότερα από τα έργα του Κορτάσαρ τα τέρατα θα ενσαρκώνουν την απειλή για την άρχουσα τάξη, και ταυτόχρονα θα είναι πηγή απελευθέρωσης, προτείνοντας μια εναλλακτική, πιο γνήσια πραγματικότητα.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1940, το πολιτικό κλίμα που επικρατούσε στην Αργεντινή – ο σοσιαλ-λαϊκισμός του Περόν και της φράξιάς του- δεν ευνοούσαν συγγραφείς όπως ο Κορτάσαρ και οι φιλευρωπαϊστές ομότεχνοί του συσπειρώνονταν γύρω από το περιοδικό «Sur» της Βιτόρια Οκάμπο. Η αποστροφή του Κορτάσαρ για την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής είναι εμφανής στο «El examen» («Η εξέταση»), ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε το 1950, αλλά δεν δημοσιεύτηκε πριν από το 1986: ύστερα από μια εφιαλτική μέρα, στη διάρκεια της οποίας δύο ζευγάρια αποδύονται σε ατέρμονες συζητήσεις για τη φύση και τη μοίρα της Αργεντινής περιπλανώμενα στους δρόμους του Μπουένος Αϊρες -όπου μια αόριστη απειλή (ο περονισμός) μεταμορφώνεται σε πανώλη, σε μυστηριώδη ομίχλη που τυλίγει τα πάντα, σε ωστική δύναμη που κάνει την άσφαλτο να θρυμματίζεται και τη γη να ανοίγει- ο πρωταγωνιστής Χουάν και η αγαπημένη του φεύγουν για την Ευρώπη. Αυτό ακριβώς έκανε και ο Κορτάσαρ, όταν το 1951 έφυγε για το Παρίσι, με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης, «Έφυγα από την Αργεντινή, όχι τόσο επειδή υπήρχαν πράγματα που εκεί με ενοχλούσαν, που οπωσδήποτε υπήρχαν, αλλά γιατί η Γαλλία αντιπροσώπευε για μένα, τότε, ένα τεράστιο πόλο έλξης», θα πει σε μια συνέντευξη του στην «El Pais» το 1982. Εκεί κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι για να παραμείνει αυθεντικός, δεν θα έπρεπε να αποκηρύξει τη διανοητική και υπαρξιακή πραγματικότητα από την οποία προερχόταν. Το έργο του δεν θα είναι παρά ένα χρονικό της «αέναης επιστροφής του» στην προσωπική, εθνική, πολιτική συνθήκη που τον όρισε.
   Ο Κορτάσαρ εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και έζησε ανάμεσα στη γαλλική πρωτεύουσα και το εξοχικό του σπίτι στο Σενιόν για το υπόλοιπο της ζωής του. Εργάστηκε ως μεταφραστής στην UNESCO, παντρεύτηκε το 1953 την επίσης μεταφράστρια Αουρόρα Μπερνάντες, από την οποία χώρισε είκοσι χρόνια αργότερα. Παντρεύετε για  δεύτερη φορά τη νεαρή Καναδή συγγραφέα Κάρολ Ντάνλοπ, με την οποία συνεργάστηκε στη συγγραφή πολλών διηγημάτων. Το 1981 απέκτησε τη γαλλική υπηκοότητα. Τρία χρόνια αργότερα, το 1984, πέθανε από λευχαιμία. 

   Ο Κορτάσαρ είναι περισσότερο γνωστός στη χώρα μας από το πειραματικό μυθιστόρημά του «Το κουτσό» (1963), ωστόσο θεωρείται, μαζί με τον  Χόρχε Λουίς Μπόρχες, κορυφαίος της μικρής φόρμας: «Final de juego» («Τέλος του παιχνιδιού», 1956), «Las armas secretas» («Τα μυστικά όπλα», 1959· ένα διήγημα της συλλογής μεταποιήθηκε στο σενάριο της ταινίας του Αντονιόνι «Blow up»), «Todos los fuegos el fuego» («Ολες οι φωτιές η φωτιά», 1966), «Octaedro» (1977) κ.α.

Τα σημαντικότερα βιβλία του Κορτάσαρ εκδόθηκαν τη δεκαετία του ’60: «Los Premios» («Τα βραβεία», 1960, μτφρ.: Αγγελική Αλεξοπούλου, εκδ. «Καστανιώτης»), «Rayuela» («Το κουτσό», 1963, μτφρ.: Κώστας Κουντούρης, εκδ. «Εξάντας»), «62: Modelo para armor» («62: Πρότυπη στρατιωτική εξάρτυση», 1968). Ο Κορτάσαρ υπήρξε τολμηρός πειραματιστής. Τα έργα του αποτελούν έναν ιδιότυπο συνδυασμό πολλών τεχνικών και επιπέδων γραφής -παραστατική πρόζα, διακειμενικότητα, εσωτερικός μονόλογος, συνειδησιακή ροή, αυτοσχεδιασμοί που ανακαλούν τους τρόπους της τζαζ, ενσωμάτωση ετερόκλιτων αφηγηματικών ειδών στον ιστό της αφήγησης και επίμονος στοχασμός γύρω από τη φύση και την ηθική της γραφής. 

Η πολιτική

   Ο Χούλιο Κορτάσαρ υπήρξε ένας από τους πιο πολιτικοποιημένους συγγραφείς του 20ού αιώνα, με έντονη, πολυμέτωπη δράση ενάντια σε εξουσιαστικούς θεσμούς και κυβερνήσεις. Η δεκαετία του ’50 υπήρξε καθοριστική για την πολιτική του διαμόρφωση, με ορόσημο την κουβανική επανάσταση του 1959. Από το 1963, που ο Κορτάσαρ προσκλήθηκε στην Αβάνα ως μέλος της κριτικής επιτροπής του βραβείου Premio de Casa de las Americas, επισκεπτόταν ανά διετία τη χώρα και έως το τέλος της ζωής του δεν έπαψε να υποστηρίζει, θερμά αλλά και κριτικά, την επαναστατική διαδικασία. Έχοντας από καιρό αντιληφθεί ότι ο περονισμός δεν είχε τη σημασία που του είχε αρχικά αποδώσει ως σημαντικό λαϊκό μαζικό κίνημα, θα ενστερνιστεί με πάθος τα συνθήματα του Μάη του ’68 και θα αφοσιωθεί, από το 1970, στον αγώνα για τη δημοκρατία στη Λατινική Αμερική. Το φασιστικό στρατιωτικό πραξικόπημα που θα ρίξει με δραματικό τρόπο την κυβέρνηση Αλιέντε το 1973, και θα ακολουθηθεί από ανάλογα πραξικοπήματα στην Ουρουγουάη, τη Βολιβία και την Αργεντινή (το 1976) θα κάνουν τον Κορτάσαρ να νιώσει πραγματικά πολιτικός εξόριστος. Μόνο το 1979, με τη νίκη των Σαντινίστας στη Νικαράγουα, θα αναθερμανθεί η ελπίδα. 
   Η ταραγμένη πολιτική κατάσταση θα προκαλέσει πολλές διαμάχες ανάμεσα στους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς. Μολονότι μυθιστοριογράφοι όπως ο Κάρλος Φουέντες, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και ο Κορτάσαρ είχαν συνταχθεί με την πλευρά της κουβανικής επανάστασης, η Αριστερά θα τους καταλογίσει (και ιδιαίτερα στον Κορτάσαρ) ότι διαχώριζαν την πολιτική τους θέση από τη συγγραφική τους δραστηριότητα· ότι τα βιβλία τους ερωτοτροπούσαν με το παράλογο, την πορνογραφία και τον ελιτισμό· ότι διακατέχονταν από σύμπλεγμα κατωτερότητας έναντι της Ευρώπης.

Ο Κορτάσαρ θα αντιδράσει υποστηρίζοντας ότι καθήκον του αριστερού συγγραφέα δεν είναι να παράγει έργα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, αλλά να προάγει την απελευθέρωση σε όλα τα επίπεδα. Το «Βιβλίο του Μανουέλ» (1973) απορρέει από αυτή τη συνθήκη και συνδιαλέγεται μαζί της. Μέσα από την ιστορία μιας πολιτικής απαγωγής στο Παρίσι, ο Κορτάσαρ επιχειρεί να συμφιλιώσει ποικίλες, φαινομενικά ασύμβατες επιδιώξεις: λογοτεχνικό πειραματισμό, πολιτικά μηνύματα προσπελάσιμα από το ευρύ κοινό, σεξουαλική απελευθέρωση, πολιτική δράση. Γραμμένο βιαστικά, στην υπηρεσία του «αγώνα υπέρ του λατινοαμερικανικού σοσιαλισμού», το βιβλίο έχει σκοπό: να ενημερώσει και να ανοίξει έναν δημόσιο διάλογο.

«Εάν στην πορεία των χρόνων έχω γράψει διάφορα κείμενα σχετικά με τα προβλήματα της Λατινικής Αμερικής, καθώς επίσης και μυθιστορήματα ή διηγήματα από τα οποία αυτά τα προβλήματα απουσιάζουν ή εμφανίζονται μόνο παρεμπιπτόντως, εδώ και τώρα τα δύο ρεύματα ενώνονται, η συμφιλίωσή τους όμως δεν υπήρξε καθόλου εύκολη», σημειώνει στην αρχή του βιβλίου ο συγγραφέας. Πρόκειται για ένα έργο ταγμένο στη χαρά της ζωής, τον έρωτα, το παιχνίδι και την Επανάσταση -αφού μονάχα μέσα από τη διαφύλαξη «της ικανότητάς μας να γευόμαστε τη ζωή» μπορεί να αντιμετωπιστεί και να νικηθεί «ο καθημερινός τρόμος».
   Ως το τέλος της ζωής του ο Κορτάσαρ πάλεψε για τη δικαιοσύνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Λατινική Αμερική. Διετέλεσε μέλος της Επιτροπής Μπέρτραντ Ράσελ και αγωνίστηκε ακούραστα, σε βάρος της υγείας και της λογοτεχνικής του παραγωγής, για την αποκάλυψη και την αποτροπή των φρικαλεοτήτων του στρατιωτικού καθεστώτος στην Αργεντινή και για τη στήριξη της Επανάστασης των Σαντινίστας. Θα τον απασχολήσει το φαινόμενο της πολιτικής τρομοκρατίας, και θα το διαπραγματευτεί με καθηλωτική ένταση στα διηγήματά του και σε έργα που δύσκολα ταξινομούνται, όπως τα «Πολυεθνικά βαμπίρ» (1975), ένας συνδυασμός κόμικς, πραγματικών προσώπων, πολιτικής ανάλυσης και ενημέρωσης. Στο τέλος, ο Κορτάσαρ θα απεκδυθεί ακόμη και τα πνευματικά του δικαιώματα: θα τα εκχωρήσει στην Επιτροπή Ράσελ, στον Pueblo Sandinista της Νικαράγουας, στις επιτροπές βοήθειας των πολιτικών κρατουμένων της Αργεντινής. Το ενδιαφέρον και οι δραστηριότητές του προβάλλουν ανάγλυφα από τη συλλογή δοκιμίων που έγραψε μαζί με την Ντάνλοπ «Νικαράγουα (Μπρέντα Ρότσα) τόσο βίαια γλυκιά» (1983). Πολίτης του κόσμου και στρατευμένος διανοούμενος της εποχής του, ο Χούλιο Κορτάσαρ, παρά την ιδιοτυπία και τη στενή συγγένεια της γραφής του με την εποχή της, δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί παρωχημένος. Κι αυτό, γιατί το έργο του αδιάκοπα υπενθυμίζει ότι ο συγγραφέας έχει έναν κοινωνικό ρόλο και ένα ηθικό καθήκον: να αντιστέκεται.

 

Για τον Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών:
Σοφία Μαγουλιώτη,Δημοσιογράφος

Leave a Reply