Η Σάρα Μπερνάρ και η Ελεονόρα Ντούζε υπήρξαν δύο από τις σπουδαιότερες ηθοποιούς της θεατρικής σκηνής στις αρχές του 20ου αιώνα. Και οι δυο κάνουν το κοινό να παραληρεί. Και οι δυο επηρεάζουν τα θεατρικά Γράμματα, εμπνέοντας συγγραφείς όπως ο Ρίλκε και Ροστάν.

Η Ελεονόρα Ντούζε(Eleonora Duse), γεννήθηκε στην Ιταλία το 1858, κόρη φτωχών θεατρίνων, αναγκάστηκε να βγει από μικρή μόλις σε ηλικία τεσσάρων χρόνων στο σανίδι. Γνώρισε τον πρώτο μεγάλο της θρίαμβο το 1876, ως Τερέζα Ρακέν, στο ομώνυμο έργο του Εμίλ Ζολά. Δέσποσε με την τέχνη της σε παγκόσμιο επίπεδο στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου. Ήταν μια ξεχωριστή προσωπικότητα και την θεωρούσαν πρόδρομο της σύγχρονης υποκριτικής τέχνης.

21_04_14duse
Το 1887 ίδρυσε δικό της θίασο, όπου κυριαρχούσαν θεατρικά κομμάτια του Νορβηγού δραματουργού Ερρίκου ΄Ιψεν και του νεαρού τότε ποιητή Γκαμπριέλε ντ’ Ανούντσιο με τον οποίο ήταν τρελά ερωτευμένη.
Η Ντούζε ενσαρκώνει στο σανίδι έναν τύπο γυναίκας με ευαισθησίες. Πλάθει τους ρόλους της με ρεαλισμό, εφαρμόζοντας θεωρίες υποκριτικής που μόνο μετά το 1950 θα διατυπώσουν οι Στανισλάβσκι και Λι Στράσμπεργκ. Πάντα αγωνιούσε για το πώς θα εκφραστεί και είχε ανησυχίες και αγωνίες για την τέχνη της. Ο Αντόν Τσέχοφ έγραφε σε ένα γράμμα του προς την αδελφή του: «Χθες είδα να παίζει η Ντούζε…Δεν ξέρω ιταλικά μα ήταν έξοχη…Τι εκπληκτική ηθοποιός! Ποτέ πριν δεν έχω δει τίποτα πιο έξοχο!». Θρίαμβος ακολούθησε τις περιοδείες της.
Η Ελεονόρα Ντούζε ενσαρκώνει πάνω στη σκηνή τον ιδεώδη τύπο της λεπτής και ευαίσθητης γυναίκας του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα. Περιοδεύοντας με τον προσωπικό της θίασο, την «Κομπανία ντελά Τσιτά ντι Ρόμα», ενθουσιάζει παντού το θεατρικό κοινό. Αξεπέραστες, σχεδόν μυθικές, έχουν μείνει οι εμφανίσεις της στα έργα «Φραντσέσκα ντα Ρίμινι» και «Τζιοκόντα» του Γκαμπριέλε ντ’ Ανούντσιο.
Κι όμως η Σάρα Μπερνάρ, η Γαλλίδα ανταγωνίστρια της έχει χαραχτεί περισσότερο στις μνήμες. Η Μπερνάρ, αντίθετα, προτιμά το εντυπωσιακό, θεατρικό παίξιμο, με τις γεμάτες πάθος σκηνές και τις υπερτονισμένες δραματικές χειρονομίες. Το παίξιμο της Ντούζε ήταν εσωτερικό, αντίθετα με την Μπερνάρ, η Ντούζε έβγαινε στην σκηνή με άσπρα μαλλιά και μέσα σε λίγα λεπτά το κοινό ξεχνούσε την ηλικία της.
Πριν από πολλές δεκαετίες ο σκηνοθέτης Αλέξης Σολομός έγραφε στην εφημερίδα «Καθημερινή»: «Με την Ελεονόρα Ντούζε αρχίζει το σύγχρονο θεατρικό παίξιμο, όπως με τον Ίψεν αρχίζει το σύγχρονο θεατρικό γράψιμο. Τον Νορβηγό δραματουργό μπορούμε να τον διαβάσουμε, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με την Ντούζε και τον υποκριτικό τρόπο που θέσπισε. Ξέρουμε την ηθοποιό μονάχα από αρετές που θαυμάζουμε σε μερικές συναδέλφους της, στις πιο τέλειες στιγμές τους. Το εσωτερικό αίσθημα που εκφράζεται στο βλέμμα, σε αποχρώσεις της φωνής και σε ανεπαίσθητες κινήσεις. Η γλώσσα αυτή της σκηνής, η φαινομενικά ασήμαντη, που μεταφράζει όμως όλη τη σημαντικότητα της ανθρώπινης ψυχής, είναι κληροδότημα της Ντούζε.

duse
Αν σήμερα αντιπαθούμε το στόμφο και γυρεύουμε στο θέατρο μια αίσθηση γνώριμης ζωής είναι γιατί η Ντούζε νίκησε την Σάρα Μπερνάρ στον “δια βίου” εξολοθρευτικό αγώνα τους. Αν το συγκρατημένο, απλό, εσωτερικό παίξιμο της Ελεονόρας δεν είχε χρησιμεύσει για αντιφάρμακο στο γοητευτικό δηλητήριο της Σάρας, στην πλαστική ομορφιά της κίνησης, στη μουσική ρητορεία του λόγου, τα τελευταία αυτά θα αποτελούσαν και σήμερα το ιδανικό μας. Εμείς, όμως, τα ονομάζουμε ξεπερασμένα, παλιάς σχολής δασκαλέματα. Θέλουμε τη “φυσικότητα” γιατί σ’ αυτή συνηθίσαμε απ’ τα παιδικά μας χρόνια».
Η Γαλλίδα «αντίπαλος» ήταν η Σάρα Μπερνάρ( Sarah Bernhardt), επίσης μια θρυλική ηθοποιός του θεάτρου και του πρώιμου κινηματογράφου, για την οποία έχει ειπωθεί ότι ήταν «η πιο φημισμένη ηθοποιός που γνώρισε ποτέ ο κόσμος». Η Μπερνάρ απόκτησε τη φήμη της στις θεατρικές σκηνές της Ευρώπης, τη δεκαετία του 1870, και έγινε γρήγορα περιζήτητη σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική. Κέρδισε την αναγνώριση ως σοβαρή δραματική ηθοποιός, γεγονός για το οποίο της αποδόθηκε το προσωνύμιο «η θεϊκή Σάρα». Μεγαλύτερη λίγο στα χρόνια από την Ντούζε, χρωστά τη φήμη της όχι μόνο στο εξεζητημένο παίξιμο της, αλλά και στην εκκεντρική ζωή της. Είναι ο τύπος της «μοιραίας γυναίκας», και φροντίζει να καλλιεργεί το θρύλο της με σκάνδαλα, ερωτικές περιπέτειες και τρελές σπατάλες. Η ιστορία της με το θέατρο ξεκίνησε όταν ο μελλοντικός Δούκας του Μορνύ, αποφάσισε ότι έπρεπε να γίνει ηθοποιός. Όταν ήταν 13 ετών, αυτός κανόνισε να μπει στο Conservatoire d’Art dramatique de Paris (Ωδείο της δραματικής τέχνης του Παρισιού), τη σχολή υποκριτικής στην οποία χορηγός ήταν η κυβέρνηση. Δεν θεωρήθηκε ιδιαιτέρως πολλά υποσχόμενη μαθήτρια, ενώ η ίδια, εκτός κάποιων καθηγητών της, δεν εκτιμούσε τις μεθόδους διδασκαλίας του Ωδείου, τις θεωρούσε απαρχαιωμένες και παραδοσιακές.
Η Σάρα Μπερνάρ άφησε το Ωδείο το 1862 και, χάρη στην επιρροή του Δούκα του Μορνύ, έγινε δεκτή δοκιμαστικά από τη Comédie Francaise (Γαλλική Κωμωδία), την εθνική θεατρική εταιρεία. Κατά τη διάρκεια των υποχρεωτικών τριών πρώτων δημόσιων εμφανίσεών της, η δύναμη, η ομορφιά και η καθαρή δεξιοτεχνία της ερμηνείας της ελάχιστα έγιναν αντιληπτά από τους κριτικούς. Το συμβόλαιό της με την Comédie Francaise ακυρώθηκε το 1863, λόγω της ανάρμοστης συμπεριφοράς της.

sarah-bernhardt2

Κατά τη διάρκεια του Γαλλοπρωσικού πολέμου το 1870, οργάνωσε τη λειτουργία στρατιωτικού νοσοκομείου στο θέατρο Οντεόν. Μετά τον πόλεμο, το Οντεόν ξανάνοιξε, αποτίοντας τιμή στον Βίκτορα Ουγκώ, με την παράσταση του έμμετρου έργου του Ρουί Μπλα (Ruy Blas). Η Σάρα Μπερνάρ, στον ρόλο της βασίλισσας Μαρίας, γοήτευσε τους θεατές με τη λυρική ποιότητα της φωνής της. Ήταν τότε που ο Ουγκώ έπλασε τη φράση «η χρυσή φωνή», αν και οι κριτικοί συνήθως ονόμαζαν τη φωνή της «αργυρόηχη», επειδή έμοιαζε με τον ήχο του φλάουτου.
Ανάμεσα στις πρώτες μεγάλες σκηνικές επιτυχίες της είναι ο ρόλος της Φαίδρας στην ομώνυμη τραγωδία του Ρακίνα που ανεβαίνει το 1873 στην παρισινή Κομεντί Φρανσέζ όπου η Μπερνάρ θα γνωρίσει πολλούς ακόμα θριάμβους. Ο ρόλος πάντως της ζωής της υπήρξε «Η Κυρία με τας Καμελίας», του Αλεξάνδρου Δουμά που η Μπερνάρ ερμήνευσε σχεδόν τρεις χιλιάδες φορές! Οι υπερτονισμένες, γεμάτες πάθος κινήσεις ήταν τυπικό γνώρισμα της Γαλλίδας ντίβας.
Ο κριτικός Άλφρεντ Κερ, συγκρίνοντας Μπερνάρ και Ντουζέ, γράφει: «Όταν παίζει η Ντουζέ, ακούμε τον ψίθυρο της αιωνιότητας. Με την Μπερνάρ, απλώς κουνιούνται τα σκηνικά».

Για τον Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών:

Σοφία Μαγουλιώτη, Υπεύθυνη Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών.

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου