Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης γεννήθηκε στην Κυψέλη της Αθήνας στις 15 Ιουλίου του 1943. Αποφοίτησε από το ιστορικό Λεόντειο Λύκειο στα Πατήσια που είναι μέχρι και σήμερα υπό την διοίκηση της Καθολικής Μοναστικής Κοινότητας των Μαριανών Αδελφών. Μια κοινότητα που ασχολείται ιδιαίτερα με την εκπαίδευση των νέων και που έχει βραβευτεί για το παιδαγωγικό του σύστημα. Ο ίδιος βέβαια θα περίμενε κανείς να είναι ένας άριστος μαθητής και να αγαπάει την μόρφωση. Κάθε άλλο όμως ήταν από μικρός ένας επαναστάτης «από κούνιας» με μεγάλο πάθος για την μουσική. Τα φοιτητικά του χρόνια τα πέρασε στην Θεσσαλονίκη όπου σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο αλλά και την Αθήνα όπου ολοκλήρωσε τις σπουδές τους στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο χωρίς ποτέ όμως να ασκήσει το επάγγελμα του αρχιτέκτονα. Η μουσική τον είχε από καιρό κερδίσει δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Ήδη από την παιδική του ηλικία χάρη σε μια φίλη της μητέρας του που ήταν δασκάλα μουσικής – αυτός 5 χρόνων τότε και ο αδελφός του 8 χρονών – παρακολούθησαν τα πρώτα μαθήματα πιάνου ή τουλάχιστον προσπάθησαν. Η δασκάλα τους λόγω του ατίθασου χαρακτήρα τους δεν μπόρεσε να τους κρατήσει και τους δύο μαζί και ζήτησε από την μητέρα τους να επιλέξει ποιος από τους δύο θα συνέχιζε: τυχαία επιλέχτηκε ο Λουκιανός.

Το ξεκίνημα του ήταν κλασικές σπουδές. Μέχρι τα 12-14 του πήγαινε σε ωδείο, αλλά επειδή η απόσταση από την Κυψέλη που έμενε μέχρι την Πειραιώς ήταν μεγάλη συνέχισε με ιδιαίτερα μαθήματα. Γύρω στα 14 του χρόνια γράφει τα πρώτα του κομμάτια τα οποία ήταν μόνο πιανίστικα, με πολύ έντονες επιρροές και λίγο από κλασσική και λίγο αμερικάνικα της εποχής του ’50, όπως ο ίδιος έχει δηλώσει στο παρελθόν σε συνέντευξη του. Γεννημένος το ’43 είχε ζήσει πολύ έντονα την εποχή του ’50 με τα πάρτυ και το rock & roll και τέτοιος ήταν και ο δικός του χαρακτήρας, των πάρτυ και της μουσικής. Γύρω στο ’56-’57 έγραψε τα πρώτα του τραγούδια. Συνήθως έπαιζε κομμάτια άλλων και σε καθημερινή βάση έκανε εξάσκηση στο πιάνο για να βελτιωθεί αλλά και από ανάγκη πάντα να εκφραστεί. Όταν έγινε 18 χρόνων οι δικοί του αποφάσισαν ότι θα έπρεπε να σπουδάσει κάτι όπως χιλιάδες ελληνικών οικογενειών έβλεπαν ότι το παιδί τους θα έπρεπε να έχει ακαδημαϊκή εκπαίδευση. Μετά από δύο αποτυχημένες προσπάθειες να εισαχθεί στο Πολυτεχνείο μπαρκάρει στα καράβια, του άρεσε η περιπέτεια, για ένα με δύο μήνες ως μούτσος. Την τρίτη χρονιά δίνει ξανά εξετάσεις και επειδή είχε ένα θείο καθηγητή στην Θεσσαλονίκη εκείνος έκανε τα πάντα προκειμένου να του δοθούν τα θέματα των εξετάσεων και έτσι μπήκε στην σχολή αρχιτεκτόνων στο ΑΠΘ. Ο ίδιος δεν είχε κανένα ενδιαφέρον για τις σπουδές το μόνο που τον ενδιέφερε τότε ήταν το μπιλιάρδο, τα κορίτσια και το rock & roll. Φοιτητής στην Θεσσαλονίκη μένει σε ένα μικρό διαμέρισμα όπου φυσικά δεν έχει πιάνο και έτσι ξεκινάει να παίζει κιθάρα από ανάγκη να εκφραστεί. Τελικά βρίσκει ένα πιάνο στην ΧΑΝΘ της Θεσσαλονίκης και παίζει εκεί. Επίσης πήγαινε στο Ντο-Ρε απέναντι από τον Λευκό Πύργο, στο υπόγειο υπήρχε ένα πιάνο και έπαιζε μόνο για τον εαυτό του για να ικανοποιήσει την ανάγκη του. Πριν τελειώσει στα μισά του 4ου προς τον 5ο έτος κάνει μεταγραφή και ολοκληρώνει τις σπουδές του στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Για λίγο καιρό πηγαίνει στρατό, αλλά δεν αντέχει το κλίμα και τις συνθήκες και βγαίνει Ι5. Μετά από αυτό, πλέον είχε πολύ ελεύθερο χρόνο και άρχισε να γράφει τα πρώτα του τραγούδια, με δικούς του στίχους ή κάποιων φίλων. Μέσω μια φίλης του που γνώριζε τον Μπιθικώτση κατάφερε να τον συναντήσει. Όταν ο Μπιθικώτσης τον άκουσε του είπε «Ρε ‘συ είσαι ο νέος Ψηλός (Θεοδωράκης)» και προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει.

Η μουσική του καριέρα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετία του ’70, όταν έγραψε την μουσική για την θεατρική παράσταση του έργου της Κωστούλας Μητροπούλου «Η Πόλη μας». Τα τραγούδια της παράστασης που κυκλοφόρησαν σε δίσκο ερμήνευσαν η Βίκυ Μοσχολιού και ο Μανώλης Μητσιάς. Ακολουθεί ο δίσκος «Κόκκινη Κλωστή» σε στίχους Ν. Γκάτσου και ερμηνεύτρια της Δήμητρα Γαλάνη. Χρονιά σταθμός στην καριέρα του είναι το 1973 όταν κυκλοφορούν σε κόκκινο βινύλιο τα «Μικροαστικά» σε στίχους Γιάννη Νεγραπόντη. Είναι πρώτη φορά που ο Λουκιανός Κηλαηδόνης ερμηνεύει δικές τους συνθέσεις αλλά για άλλο λόγο η συγκεκριμένη δουλειά είναι σταθμός στην καριέρα του. Τα «Μικροαστικά» πριν κυκλοφορήσουν σε δίσκο κυκλοφορούσαν παράνομα στην διάρκεια της δικτατορίας και γίνονται σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη γενιά γιατί φυσικά επρόκειτο για καθαρά πολιτικοποιημένα τραγούδια. Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης κατάφερε να γίνει ένα από τα μαύρα πρόβατα της εποχής λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων για τις οποίες κατηγορήθηκε πολλές φορές.

Το 1976 ο Λουκιανός γράφει την «Media Luz», τον μοναδικό του δίσκο με ορχηστρική μουσική, που είναι η μουσική επένδυση μιας υποθετικής ταινίας «Film Noir». Από το 1978 και μέχρι το 1991 κυκλοφορούν πέντε απόλυτα προσωπικοί του δίσκοι : «Είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόη», «Ψυχραιμία Παιδιά», «Χαμηλή πτήση», «Τραγούδια για κακά παιδιά», «Γιατί θα γίνω μαραγκός» και ένας δίσκος με τραγούδια της δεκαετίας του ’50 με τίτλο «Fifties και ξερό ψωμί».

www.youtube.com/watch?v=7qH7YLuvVGM

www.youtube.com/watch?v=iakbaJratA

Στις 25 Ιουλίου του 1983 ήταν μια ημερομηνία σταθμός στην καριέρα του γιατί τότε πραγματοποιήθηκε η πρώτη μεγάλης κλίμακας συναυλία του στο περίφημο Πάρτυ της Βουλιαγμένης και που συγκέντρωσε πάνω από 70.000 άτομα ίσως και ακόμη περισσότερα. Εκτός από την δική του εμφάνιση σε αυτό το πάρτυ εμφανίστηκαν και οι Διονύσης Σαββόπουλος, η Μαργαρίτα Ζορμπαλά, ο Βαγγέλης Γερμανός, ο Γιώργος Νταλάρας, η Αφροδίτη Μάνου και η Μαντώ.

www.youtube.com/watch?v=OBTLjvmOVE

Ο σχεδιασμός της συναυλίας έλεγε πως ο κάθε καλλιτέχνης για να εμφανιστεί έπρεπε να αποβιβαστεί στην πλωτή εξέδρα από ταχύπλοο. Σε μια εποχή όπου τα beach party ήταν μια άγνωστη έννοια ή συνήθεια, αυτό το πάρτυ κατάφερε να αφήσει εποχή δημιουργώντας το αδιαχώρητο σε όλη την παραλιακή λεωφόρο, από την Βουλιαγμένη μέχρι και την Λεωφόρο Συγγρού. Το Πάρτυ στην Βουλιαγμένη άφησε αυτό που λέμε εποχή και θεωρήθηκε το ελληνικό Woodstock. Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης που έβγαλε τις συναυλίες από τα γήπεδα και τα θέατρα και τις έβαλες σε φυσικούς χώρους. Σύντομα αυτό το μουσικό πάρτυ βρήκε μιμητές με το υπαίθριο «Τριήμερο στο Άκτιο».

www.youtube.com/watch?v=Tb-CHmky2K8

Μια ακόμη σημαντική στιγμή στην καριέρα του ήταν το 1993 όταν κυκλοφορεί το διπλό του άλμπουμ με τίτλο : «Αχ! Πατρίδα μου γλυκιά» που είναι μια καταγραφή της μουσικής πορείας της Ελλάδας τα τελευταία 50 χρόνια. Στην δουλειά αυτή παρουσιάζονται δισκογραφικά για πρώτη φορά κατηγορίες τραγουδιών που ανήκουν στο χώρο της προφορικής παράδοσης. Όπως σχολικά, τραγούδια της γειτονιάς, του δρόμου, της κατασκήνωσης, του κατηχητικού, προσκοπικά και ακόμη επτανησιακά, καντάδες, ελαφρά και ρεμπέτικα. Επίσης, τα τελευταία χρόνια πλουτίζει τις συναυλίες του με πολλά θεατρικά και εικαστικά στοιχεία κάνοντάς τες περισσότερο μουσικές θεατρικές παραστάσεις, με αποκορύφωμα την παράσταση του «Αχ! Πατρίδα μου γλυκιά» στο Θέατρο Λυκαβηττού το καλοκαίρι του 1993, που ονομάστηκε το πρώτο ελληνικό λαϊκό μιούζικαλ και στη συνέχεια παρουσιάστηκε στην Κύπρο, τη Ρόδο και την Νέα Υόρκη με πολύ μεγάλη επιτυχία.

www.youtube.com/watch?v=5qi0J5KbITo

Ακόμα σημαντικές του εμφανίσεις στο Λυκαβηττό ήταν η «Σκοτεινή πλευρά» και το «Cocktail Party».

Άλλη θεατρική του δουλειά ήταν η παράσταση : «Τα καλύτερά μας χρόνια» σε κείμενο Βαγγέλη Γκούφα.

Επόμενες δισκογραφικές του δουλειές το : «Νέα Κυψέλη – Νέα Ορλεάνη» που προήλθε από την συνεργασία του με το περίφημο συγκρότημα της Νέας Ορλεάνης Preservation Hall Jazz Band και «Τα φανταρίστικα», πάνω σε στίχους ανώνυμων φαντάρων.

Για δέκα χρόνια έγραφε αποκλειστικά την μουσική για το «Ελεύθερο Θέατρο» («Ελέυθερη Σκηνή») με επιλεγμένα κομμάτια να περιλαμβάνονται στο άλμπουμ «Πάμε μαέστρο». Ήταν ο βασικός συνθέτης των παραστάσεων του «Θεσσαλικού θεάτρου» της πρώτης περιόδου. Έχει συνεργαστεί με το Εθνικό Θέατρο, με το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, με το Λαϊκό Θέατρο του Λ. Τριβιζά, με την παιδική σκηνή της Ξένιας Καλογεροπούλου και πολλές άλλες συνεργασίες.

Έχει γράψει την μουσική για δύο ταινίες του Θεόδωρου Αγγελόπουλου «Οι κυνηγοί» και «Ο θίασος», για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ελευθέριος Βενιζέλος» και του Βασίλη Αλεξάκη «Οι Αθηναίοι» καθώς και την μουσική για πολλές τηλεοπτικές εκπομπές.

Παντρεύτηκε με την Ελληνίδα ηθοποιό Άννα Βαγενά με την οποία απέκτησε δύο κόρες και έμεινε μαζί της μέχρι το τέλος της ζωής του. Η μουσική ήταν η μεγάλη του αγάπη και με την γυναίκα της ζωής του μοιράστηκαν αυτή τους την αγάπη και έτσι το 1999 δημιούργησαν την δική τους μουσική σκηνή, το «Μεταξουργείο», στο οποίο εμφανιζόταν για πολλά χρόνια.

Ο ίδιος χαρακτήριζε τον εαυτό του ως «φτωχό και μόνο καουμπόη της μελωδίας» από το ομώνυμο τραγούδι του, με πνεύμα κάπως rock & roll ίσως γιατί την εποχή που γνώρισε την μουσική το rock & roll είχε αφήσει ήδη έντονο το στίγμα του στην γενιά του.

Πέθανε στις 7 Φεβρουαρίου του 2017 από καρδιακή ανεπάρκεια ενώ μια μέρα νωρίτερα είχε εισαχθεί εσπευσμένα στο νοσοκομείο.

Κατάφερε στην ζωή του να κάνει πάντα αυτό που του άρεσε διασκεδάζοντας τους γύρω του. Άφησε το στίγμα του, μουσικό και όχι μόνο, σε μια ολόκληρη γενιά Ελλήνων. Είχε μια καλλιτεχνική πορεία ζηλευτή από πολλούς ακόμη και νεότερους του καλλιτέχνες, όχι γιατί τον αγαπούσαν τα ΜΜΕ αλλά γιατί η καλλιτεχνική του φλέβα χτυπούσε δυνατά και το δημιουργικό του πνεύμα ήταν πάντα ανήσυχο και ας μην τον αγαπούσαν όλοι γιατί ήταν και ένας βαθιά πολιτικοποιημένος άνθρωπος όμως κανείς δεν θα μπορούσε να μην παραδεχτεί την αυθεντική καλλιτεχνική του φύση.

 

Για τον Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών:

Σοφία Μαγουλιώτη, Δημοσιογράφος – Υπεύθυνη Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών.

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου