Την Κυριακή 12 Φεβρουαρίου για δεύτερη συνεχή χρονιά η «Πομπή των Κωδωνοφόρων» αναστάτωσε με πολύ ευχάριστο τρόπο το κέντρο της Θεσσαλονίκης. Άνθρωποι ντυμένοι με προβιές, με προσωπίδες, ξύλινα σπαθιά και άλλες εξαρτήσεις μα πάνω απ’ όλα ζωσμένοι με τις κουδούνες τους θύμισαν, σε όσους μπορούσαν να κάνουν τον συνειρμό, ότι οι Αποκριές είναι πολύ καλύτερες όταν είναι ελληνικές. Με την έννοια ότι με την κακογουστιά των δυτικότροπων καρναβαλιών, που πολλοί παραδέχονται, και το ξενόφερτο Halloween τείνουμε να ξεχνάμε οτιδήποτε δικό μας παραδοσιακό. Ευτυχώς, υπάρχουν άνθρωποι που με οργανωμένη δουλειά καταφέρνουν να διασώσουν όσα κάποιοι άλλοι χάρην της εμπορικότητας προσπαθούν να θάψουν.

Ένα από τα έθιμα της άυλης πολιτισμικής κληρονομιάς μας του οποίου την ενίσχυση και την καταγραφή υποστηρίζει η UNESCO είναι το έθιμο της κωδωνοφορίας στο οποίο είναι αφιερωμένη η δράση «Οι Δρόμοι Των Κουδουνιών» που διοργανώνει το Λαογραφικό και Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας- Θράκης. Συμμετέχουν πάνω από 1500 άτομα-πολιτιστικές ομάδες από τον Σοχό του Ν. Θεσσαλονίκης, το Φλάμπουρο και την Ανθή του Ν. Σερρών, το Λιβάδι Ολύμπου, τη Νικήσιανη του Ν. Καβάλας και τα χωριά του Ν. Δράμας, Μοναστηράκι, Ξηροπόταμος, Πετρούσα, Πύργοι, Καλή Βρύση, Βώλακας και Παγονέρι. Σημαντική είναι και η συμμετοχή ομάδων από την γειτονική Βουλγαρία και Σερβία, επισημαίνοντας με έναν σημαντικό τρόπο την κοινή σε πολλά σημεία πολιτιστική κληρονομιά που κουβαλούν οι λαοί των Βαλκανίων, που ενώνει τους λαούς μέσα στον χρόνο ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε.

Η πορεία των κωδωνοφόρων ξεκινάει από τον Λευκό Πύργο και καταλήγει στην πλατεία Αριστοτέλους ή και ανάποδα ανάλογα από ποιο σημείο θα ξεκινήσεις την βόλτα σου! Εκτός από τους μεταμφιεσμένους απαραίτητη είναι και η παρουσία των χορευτικών τους συγκροτημάτων που δίνουν τον ρυθμό μαζί με τα παραδοσιακά όργανα που συνοδεύουν τις ομάδες και ολοκληρώνουν με την παρουσία τους την γιορτή.

Επιπλέον, πραγματοποιούνται αναπαραστάσεις από δρώμενα γονιμικά εκτός από τις εκκωφαντικές κωδωνοφορίες και αποτροπαϊκές, «εκτός τόπου και χρόνου» ως προς την γεωγραφία και τη συμβατική χρονομέτρηση. Υπενθυμίζεται έτσι η σχέση της ελληνικής παράδοσης με την γεωργοκτηνοτροφική μας κληρονομιάς.

Για την ιστορία

Ποια είναι όμως η σημασία της συνάντησης αυτών των ομάδων στον Θερμαϊκό; Γιατί εδώ και όχι αλλού;

Η περιοχή μας βρίσκεται πάνω στην γραμμή Θερμαϊκός- Αξιός-Μοράβας-κοιλάδα της Ουγγαρίας που διέτρεξε ο πολιτισμός των καλλιεργητών γύρω στην 7η χιλιετία π.Χ., μεταδίδοντας τη γεωργία από το Αιγαίο στις ολιγομελείς κοινωνίες των κυνηγών της Μεσευρώπης. Η νέα οργάνωση της συλλογικής ζωής, που πλέον στηριζόταν σε παραγωγικούς κύκλους, διέσχισε τον ορεινό όγκο των Άλπεων και από τη βόρεια ακτογραμμή της Μεσογείου απλώθηκε έως την 5η χιλιετία π.Χ. σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο.

Οι γεωργοκτηνοτροφικές κοινότητες βίωναν τα περάσματα από τον έναν παραγωγικό κύκλο στον άλλο με εξαιρετική ένταση, ανάμεσα στον φόβο για το ευμετάβλητο κλίμα, και την ελπίδα για καλή συγκομιδή και υγιή αναπαραγωγή ανθρώπων και ζώων. Ο φόβος και η ελπίδα είναι δύο συναισθηματικές καταστάσεις που μεταδίδονται μέσα από τις παραδοσιακές πρακτικές της μουσικής και του χορού.

Αυτά τα διάχυτα στις κοινότητες τους ισχυρά αισθήματα ώθησαν τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους να οργανώσουν δρώμενα: και εννοούμε ιεροπραξίες ευγονικού και καλο-χρονιάτικου χαρακτήρα, που εξακολουθούν να τελούνται και στις μέρες μας, κατά το κρίσιμο πέρασμα από τον χειμώνα –εποχής εμφανούς νέκρωσης- στην άνοιξη- εποχή αναβλάστησης. Ανάμεσα σε αυτά είναι και τα δρώμενα της κωδωνοφορίας.

Οι κωδωνοφορίες χρονολογούνται πριν από την αρχαιότητα και το Δωδεκάθεο. Υπήρχε η αντίληψη ότι ήταν ελληνοβαλκανικό έθιμο, στην συνέχεια όμως διαπιστώθηκε ότι εμπλέκεται και η Γερμανία, η Ιβηρική χερσόνησος, η Περσία.

Η απαρχή του εθίμου της κωδωνοφορίας χάνεται στα βάθη των αιώνων και συναντά τις κοινότητες των ποιμένων και των αγροτών που, σε κάθε γωνιά του ευρωπαϊκού χώρου, είχαν έναν κοινό φόβο: την κακή σοδειά και μία ελπίδα την πλούσια συγκομιδή.

Μέσα από δραματικές παραστάσεις με συλλογικές μεταμφιέσεις με μάσκες, δέρματα ζώων, κουδούνια, επιδίωκαν να εξευμενίσουν τις μυστηριακές δυνάμεις που επηρεάζουν τη γονιμότητα στη φύση και απομακρύνουν με τρόπο εκκωφαντικό τους κακούς δαίμονες που την εμποδίζουν.

Σημαντικό ρόλο σ’ αυτήν την ιεροπραξία έχει το κουδούνι. Στο μαγικό του ήχο ο άνθρωπος απέδιδε υπερφυσικές ιδιότητες που πίστευε ότι συνέβαλαν στην προστασία της επιβίωσης της κοινότητας. Έθιμα της κωδωνοφορίας τελούνται μέχρι και σήμερα σε όλη την Ελλάδα και την Ευρώπη. Σύγχρονοι τελεστές, που ευλαβικά κρατούν τα έθιμα προσκυνώντας τον Άγιο τους, χαιρετώντας τους νεκρούς τους, χορεύοντας και πανηγυρίζοντας ακόμη διονυσιακά, προσθέτοντας συχνά στη θεατρολογία των εθίμων τους σύγχρονα στοιχεία.

Όλες οι δράσεις του σημερινού φεστιβάλ έχουν ως στόχο να συνδέσουν την παράδοση στα δρώμενα τη κωδωνοφορίας στην Ελλάδα με τα αντίστοιχα του ευρωπαϊκού χώρου και να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης.

Ο θεατής βλέπει διαφορετικές μάσκες, διαφορετικές προβιές, διαφορετικές μεταμορφώσεις του ανθρώπου σε ζώο, διαφορετικές εκδοχές που ο άνθρωπος προσπαθεί να καρποφορήσει την γη στην νέα εποχή που έρχεται και λέγεται άνοιξη. Κάθε περιοχή έχει διαφορετικά έθιμα. Υπάρχει περιοχή που φοράνε μόνο ένα κουδούνι μα πλάτος 80 εκατοστών, ενώ κάπου αλλού όπως στην Λέσβο ο κωδωνοφόρος φορά γύρω στα 120 κουδούνια.

Κουδούνια και τσοκάνια: ένα κτηνοτροφικό «εργαλείο» ή ένα μουσικό όργανο;

Κλείνοντας το συγκεκριμένο άρθρο έκρινα αναγκαίο και χρήσιμο να παραθέσω κάποια στοιχεία για τα κουδούνια, ουσιαστικά την χρήση τους στην πραγματική ζωή των βοσκών αλλά και την ιδιαίτερη μουσικότητα τους που τα κάνει σχεδόν να είναι μουσικά όργανα.

Τα κουδούνια προορίζονταν για τα γίδια, τα άλογα, τα μουλάρια και τα γαϊδούρια, ενώ τα τσοκάνια για τα πρόβατα και τα γελάδια, χωρίς αυτό να είναι απόλυτο. Είναι το ίδιο γνωστά και τα γιδοτσόκανα, αλλά με κάπως διαφορετικό ήχο από τα προβατοτσόκανα. Πολλές οι κατηγορίες τους και κάθε μία έχει τις υποκατηγορίες της και το κάθε κουδούνι και τσοκάνι τη δική του ιδιαίτερη ονομασία θα ήταν άσκοπο και κουραστικό να επεκταθούμε σε αυτές.

Τα κουδούνια και τα τσοκάνια σαν κύριο σκοπό τους έχουν να δηλώσουν τη θέση των ζώων, όταν αυτά δεν είναι ορατά, ώστε να εντοπίζονται εύκολα. Το έμπειρο αυτί μπορεί να τα προσδιορίσει από τον ήχο του καθενός, χωρίς να τα βλέπει καν, χωρίς να τα έχει ξανακούσει. Ο ρυθμός του χτύπου, άλλωστε, προσδίδει και τον διαφορετικό τρόπο βαδίσματος και βοσκής κάθε ζώου.

Ο ήχος εξαρτάται από το σχήμα, το μέγεθος, το μέταλλο και τον τύπο. Αυτά τα χαρακτηριστικά παίζουν ρόλο και στην ονομασία.

Στα γίδια και στα πρόβατα κρεμιούνται, αποκλειστικά σχεδόν, με τη βεζά, ενώ στα μεγάλα ζώα με δερμάτινη λωρίδα ή αλυσίδα.

Τα μεγάλα κουδούνια και τσοκάνια τα φοράνε μόνο στα μονάχια (ευνουχισμένα) τραγιά και κριάρια, όταν αυτά είναι εύσωμα. Έχουν διάφορες ονομασίες, όπως κυπριά, ζακυθινά και μπίμπες.

Πολύ συνηθισμένα είναι και τα διπλοκούδουνα, ενώ τα τριπλοκούδουνα είναι λιγότερο γνωστά. Τα διπλοκούδουνα, αντί για βαρίδι ή γλωσσίδι έχουν ένα δεύτερο κουδούνι, το μεσάρι, που μόνο του δεν βγάζει ήχο, γιατί το ίδιο δεν έχει βαρίδι και είναι γνωστό και ως τσακλοκούδουνο.

Μικρότερα όλων είναι τα σκυλοκούδουνα. Κάποιοι τα βάζουν και πολλά μαζί στα άλογα, σαν αρμαθιά και μια άλλη τους ονομασία είναι τα ζήλια.

Ο ήχος τους δεν είναι γνώριμος μόνο στους ιδιοκτήτες τους, αλλά και στα ίδια τα ζώα μεταξύ τους. Το έμπειρο αυτί μπορεί να διακρίνει από το χτύπο των κουδουνιών αν το κοπάδι βόσκει, αν μετακινείται, αν τρέχει, που σημαίνει πως μπορεί ν’ αντιμετωπίζει κίνδυνο.

Το καλό και προσεγμένο κουδούνι δείχνει αρχοντιά και το μεράκι του τσοπάνη. Γι’ αυτό και η κλοπή που αποτελεί προσβολή, που μπορεί να βάλει σε μεγάλο διχόνοια πολλές οικογένειες.

Αρκετές είναι και σήμερα οι επιχειρήσεις που ασχολούνται με την κατασκευή τους και την προώθηση τους στον καταναλωτή. Η τέχνη τους στον ήχο είναι αξιοθαύμαστη, μα περισσότερο αξιοθαύμαστο είναι το μουσικό αυτί του τσοπάνη, που κάνει τους κατάλληλους συνδυασμούς κατά την αγορά τους, ώστε να ακούγεται αρμονικά.

Σε αυτό το σύντομο κείμενο δεν θα μπορούσαν να χωρέσουν όλες εκείνες οι πληροφορίες που θα έδειχναν τα ιδιαίτερα έθιμα που έχει ο κάθε τόπος την περίοδο της αποκριάς. Το καλύτερο είναι κανείς να επισκεφτεί αυτά τα μέρη και να ζήσει τις γιορτές της Αποκριάς από κοντά και να μάθει από πρώτο χέρι τα ήθη και τα έθιμα του κάθε τόπου.

 

Για τον Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών:

Σοφία Μαγουλιώτη, Υπεύθυνη Τομέα Βιογραφιών & Κουλτούρας Πολιτισμών.

Leave a Reply