Μπορεί η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων να άκουσε κάτι για «μακεδονικό ζήτημα» το 1991 όταν παρουσιάστηκε σαν «Σκοπιανό»- μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την εμφάνιση στα βόρεια σύνορά μας κράτους με το όνομα «Μακεδονία», ο εθνικός μας αυτός βραχνάς, ωστόσο, φτάνει πολύ μακριά, μέχρι και την Οθωμανική Αυτοκρατορία ακόμα.

Επί πολλές δεκαετίες η σκέψη και μόνο για προσέγγιση του περίπλοκου αυτού προβλήματος προσέκρουε στην κρατούσα αντίληψη περί «ανύπαρκτου Μακεδονικού» την ώρα που η από βορρά προπαγάνδα γύρω από αυτήν τη δυνάμει «ωρολογιακή» για τα Βαλκάνια βόμβα οργίαζε και οι θέσεις του Βελιγραδίου και των Σκοπίων κέρδιζαν, και συνεχίζουν να κερδίζουνε μέχρι και σήμερα, έδαφος διεθνώς.

Τα αποτελέσματα της συλλογικής άγνοιας φάνηκαν στις αρχές του ’90 όταν το «μακεδονικό κράτος» έπεσε σαν κεραμίδα στα κεφάλια μας και έκτοτε τρέχουμε και δεν φτάνουμε. Πλέον για αρκετές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και σε Παγκόσμιο επίπεδο, η ονομασία των Σκοπίων ως «Μακεδονία» θεωρείται δεδομένη και οι απολύτως δικαιολογημένες αντιδράσεις της Ελλάδας, στην καλύτερη περίπτωση, «γραφικές».

Ποιο είναι λοιπόν αυτό το «λεγόμενο μακεδονικό» και γιατί έκαιγε τόσο πολύ ώστε να καταστεί επί δεκαετίες ταμπού για εμάς τους Έλληνες, με αποτέλεσμα την διόγκωση του σημερινού προβλήματος;

Ο διαμελισμός της Μακεδονίας

Οι ιστορικοί χαρακτηρίζουν το «μακεδονικό ζήτημα» ως μέρος του γενικότερου «ανατολικού ζητήματος», του προβλήματος, δηλαδή της διανομής των εδαφών της παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Εμφανίστηκε περί τα μέσα του 19ου αιώνα με την προσπάθεια των νεόκοπων κρατών της Ελλάδας, Σερβίας και Βουλγαρίας, να διεισδύσουν στον χώρο της Μακεδονίας, που τότε αποτελείτο από τα βιλαέτια (περιφέρειες) Θεσσαλονίκης, Μοναστηρίου και Σκοπίων, και να προσεταιριστούν, για λογαριασμό τους η κάθε μια, το πληθυσμιακό της μωσαϊκό που συγκροτείτο από Έλληνες, Βουλγάρους, Σέρβους, λίγους Ρουμάνους και Αλβανούς, Εβραίους (κυρίως στη Θεσσαλονίκη) και βεβαίως πολλούς Τούρκους και γενικά μουσουλμάνους. Οι εθνικιστικές διαμάχες για την κατάκτησή της κράτησαν περίπου μισό αιώνα, από το 1870 έως το 1918 που έληξε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οπότε η Μακεδονία έλαβε την οριστική της μορφή, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στους βαλκανικούς πολέμους.

Καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε αρχίσει να αποσυντίθεται, η Βουλγαρία έστρεψε το ενδιαφέρον της προς τη Μακεδονία με στόχο, διά της προπαγάνδας στην αρχή και μέσα από την τρομοκρατική δράση ένοπλων ομάδων (Κομητατζήδες) στη συνέχεια, τον βίαιο εκβουλγαρισμό των κατοίκων. Αποκορύφωμα της δράσης των ομάδων αυτών υπήρξε η εξέγερση στο Κρούσεβο, κοντά στο Μοναστήρι, το 1903, γνωστή ως «επανάσταση του Ιλιντεν» – την οποία οι σημερινοί Σλαβομακεδόνες έχουν μυθοποιήσει, όπως αρέσκονται να κάνουν, θεωρώντας την ως την απαρχή της αφύπνισης του «μακεδονικού έθνους»- με σκοπό την έναρξη ένοπλου αγώνα για την προσάρτηση της Μακεδονίας στην επικράτειά της.

Έτσι τον Σεπτέμβριο του 1904 τα πρώτα ελληνικά ένοπλα τμήματα έκαναν την εμφάνισή τους στη Μακεδονία με αρχηγό τον Παύλο Μελά, για να ακολουθήσει ο Μακεδονικός Αγώνας, ένας αιματηρός, ανορθόδοξος και σκληρός ανταρτοπόλεμος που αποσκοπούσε στη διατήρηση του εθνικού φρονήματος των Ελλήνων της Μακεδονίας και έληξε το 1908 με την επικράτηση του κινήματος των Νεοτούρκων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι οποίοι απαγόρευσαν τη δράση όλων των αντάρτικων ομάδων (ελληνικών, βουλγάρικων, σέρβικων) στη Μακεδονία.

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος σήμαναν τον διαμελισμό της Μακεδονίας τα εδάφη της οποίας, με τη συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913 και του Νεϊγί το 1919, δόθηκαν: 51,56% στην Ελλάδα, 38,32% στη Σερβία και 10,12% στην Βουλγαρία.

Οι σλαβόφωνοι

Και ενώ με τη λήξη των πολέμων και την οριοθέτηση των συνόρων φαινόταν ότι το «μακεδονικό ζήτημα» είχε λυθεί οριστικά και θα ηρεμούσε, έστω για μικρό χρονικό διάστημα, ο χιλιο – χτυπημένος ελληνικός λαός, καθώς μάλιστα έγιναν και ανταλλαγές πληθυσμών, η παρουσία περίπου 80.000 σλαβόφωνων στη Δυτική Μακεδονία, αρκετοί εκ των οποίων είχαν σλαβική συνείδηση, σε συνδυασμό με τη θέση, στον μεσοπόλεμο, των ανερχόμενων βαλκανικών κομουνιστικών κομμάτων, μεταξύ αυτών και το ΚΚΕ, περί ξεχωριστού μακεδονικού κράτους ή αυτόνομης Μακεδονίας, συντήρησαν το πρόβλημα.

Η ελληνική πλευρά, παρά ταύτα, έκρινε ότι το ζήτημα είχε λυθεί και όσον αφορά τους σλαβόφωνους της Δυτικής Μακεδονίας υποστήριζε ότι δεν αποτελούσαν ξένη μειονότητα, αλλά ήταν Έλληνες οι οποίοι μιλούσαν απλώς ένα σλαβικό ιδίωμα.

Σε αυτό το διάστημα το ΚΚΕ ακροβατούσε μεταξύ των αποφάσεων της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας, αλλά και της Κομιντέρν περί ίδρυσης «ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας» και της ελληνικής πολιτικής πραγματικότητας, θέση από την οποία αποστασιοποιήθηκε το 1935, υιοθετώντας την αρχή της πλήρους ισότητας και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων. Με πρόσχημα τις θέσεις του ΚΚΕ, οι σλαβόφωνοι της Δυτικής Μακεδονίας υπέστησαν σκληρές διώξεις στα τέλη της δεκαετίας του ’30 με εξορίες και φυλακίσεις και εξαναγκασμό πολλών εξ αυτών σε φυγή στη Γιουγκοσλαβία.

Στην Κατοχή

Με την κατάληψη της Μακεδονίας το 1941 από τα ναζιστικά στρατεύματα, και την παραχώρηση της ελληνικής Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης στους Βούλγαρους, το Μακεδονικό φούντωσε και πάλι.

Η βουλγαρική προπαγάνδα προσέλκυσε ως συνεργάτες της διαβόητης μυστικής της αστυνομίας «Οχράνα», που επιδόθηκε σε τρομοκρατία και προέβη σε αγριότητες, αρκετούς «βουλγαρομακεδόνες» ενώ πολλοί αριστεροί σλαβόφωνοι επηρεασμένοι από την προπαγάνδα του Τίτο περί ίδρυσης μακεδονικού κράτους συγκρότησαν το Σλαβομακεδονικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο, γνωστό ως SΝΟF.

Η οργάνωση αυτή των σλαβομακεδόνικης συνείδησης κατοίκων της Δυτικής Μακεδονίας συμμετείχε στον ΕΛΑΣ μ’ ένα τάγμα, αλλά τα σχέδια του Τίτο για τη Βαλκανική και η προπαγάνδα περί μακεδονικού έθνους στην οποία επιδόθηκε, την έφεραν γρήγορα σε τροχιά σύγκρουσης με τον ΕΛΑΣ. Έτσι, στις αρχές Οκτωβρίου του 1944, ο στρατηγός Σαράφης διέταξε την 9η Μεραρχία να διαλύσει το τάγμα των σλαβομακεδόνων ανταρτών, το οποίο αναγκάστηκε να καταφύγει στη Γιουγκοσλαβία.

Στις 2 Αυγούστου του 1944 η γιουγκοσλαβική Μακεδονία, ανακηρύχθηκε από την Αντιφασιστική Συνέλευση της Λαϊκής Απελευθέρωσης της Μακεδονίας ανεξάρτητο κράτος στο πλαίσιο της ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας και αμέσως έγινε δεκτή από την ηγεσία του Βελιγραδίου που την κατέστησε μία από τις Δημοκρατίες του ομόσπονδου κράτους, γνωστή πλέον ως «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας».

Ο πυρήνας για μελλοντική προσάρτηση των εδαφών της ελληνικής και βουλγαρικής Μακεδονίας είχε δημιουργηθεί από τον Τίτο, και ακολούθησε το δύσκολο έργο της καλλιέργειας μακεδονικής συνείδησης στους βουλγαρίζοντες κατοίκους της περιοχής.

Η σταυροφορία «μακεδονοποίησης» συνοδεύτηκε από διώξεις πολιτών με βουλγαρική συνείδηση και επιχείρηση ανάδειξης όλων εκείνων των στοιχείων που χαρακτηρίζουν μια εθνότητα (γλώσσα, ιστορία, πολιτισμός) σε μια περιοχή όπου σύμφωνα με τους ιστορικούς, πλην φυσικά εκείνων της «άλλης πλευράς», δεν είχε αναφερθεί ποτέ, πριν από το 1943, η ύπαρξη σλαβικού μακεδονικού έθνους.

Στον Εμφύλιο

Η έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου και η επικέντρωση των πολεμικών επιχειρήσεων στον ορεινό όγκο της Δυτικής Μακεδονίας έφερε στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας μερικές χιλιάδες σλαβόφωνους αριστερούς μαχητές της NOF (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο), οργάνωσης που στο καταστατικό της περιελάμβανε τη «διεκδίκηση των εθνικών δικαιωμάτων του μακεδονικού λαού».

Η ηγεσία του ΚΚΕ δεν είδε ποτέ με καλό μάτι τους «συναγωνιστές» της ΝΟF στο βουνό και οι σχέσεις χειροτέρευσαν μετά την «προδοσία του Τίτο» το ’48.

Με τη συντριβή του ΔΣΕ το ’49, περί τους 35.000 σλαβόφωνους με σλαβική συνείδηση εγκατέλειψαν με τη θέλησή τους ή εκδιώχθηκαν βίαια από τη Δυτική Μακεδονία όπου απέμειναν άλλοι 42.000 με ελληνική συνείδηση.

Μόνιμη εστία κρίσης στις ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις

Για μια ακόμη φορά η ελληνική πλευρά θεώρησε ότι είχε τελειώσει με το Μακεδονικό ή, τουλάχιστον, αυτό είχε πάψει να αποτελεί εσωτερικό πρόβλημα έστω με τη μορφή του μειονοτικού ζητήματος, μια και έφυγαν από την ελληνική Μακεδονία όσοι είχαν σλαβομακεδονική συνείδηση.

Τα πράγματα όμως δεν ήταν ακριβώς έτσι. Τα Σκόπια, όπου είχαν καταφύγει οι Σλαβομακεδόνες της ελληνικής Μακεδονίας, εξέπεμπαν αλυτρωτισμό και πίεζαν διαρκώς την κεντρική κυβέρνηση του Βελιγραδίου να συντηρεί το θέμα και να προβάλλει αξιώσεις έναντι της Αθήνας, με αποτέλεσμα τον Σεπτέμβριο του 1950 η Γιουγκοσλαβία να θέσει επίσημα στον ΟΗΕ ζήτημα αναγνώρισης μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα.

Οι σχέσεις Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας έκτοτε πέρασαν από πολλά κύματα εξαιτίας του Μακεδονικού, το ίδιο και οι σχέσεις Βελιγραδίου – Σόφιας. Περί τα τέλη της δεκαετίας του ’50, όμως, και ενώ η γιουγκοσλαβική προπαγανδιστική δραστηριότητα είχε ατονήσει, η κατάσταση εξομαλύνθηκε και μάλιστα Τίτο και Καραμανλής, τον Ιούνιο του 1959, υπέγραψαν συμφωνία με βάση την οποία επιτρεπόταν η ελεύθερη μετακίνηση ανθρώπων και διακίνηση προϊόντων στα σύνορα Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας σε βάθος δέκα χιλιομέτρων.

Δύο χρόνια μετά, οι Γιουγκοσλάβοι άρχισαν να εγείρουν και πάλι ζήτημα μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι υφίσταται κακομεταχείριση, αναγκάζοντας την ελληνική κυβέρνηση να κλείσει, το 1962, τα σύνορα παγώνοντας έτσι μονομερώς τη συμφωνία, η οποία καταργήθηκε οριστικά αργότερα από τη δικτατορία.

Το 1980, με τον θάνατο του Τίτο, η γιουγκοσλαβική ηγεσία ενέτεινε την επιθετικότητά της γύρω από το Μακεδονικό με αιχμή του δόρατος τα Σκόπια. Δηλώσεις περί καταπίεσης των «Μακεδόνων του Αιγαίου» από την Ελλάδα, χάρτες της «Μεγάλης Μακεδονίας», δημοσιεύματα για αρπαγή μακεδονικών εδαφών από Ελλάδα και Βουλγαρία κ.ά. προκάλεσαν την έντονη αντίδραση της Αθήνας, η οποία το 1982 προέβη σε διάβημα προς το Βελιγράδι.

Η επίσκεψη το 1983 στην Αθήνα της τότε πρωθυπουργού της Γιουγκοσλαβίας Μίρκας Πλάνιτς και η πρωτοβουλία της να εγείρει στις συναντήσεις θέμα μακεδονικής μειονότητας, αλλά και το ταξίδι του Ανδρέα Παπανδρέου στο Βελιγράδι, το 1986, όπου επίσης του ετέθη από τους Γιουγκοσλάβους το ίδιο ζήτημα, απείλησαν να τινάξουν τις σχέσεις των δύο χωρών στον αέρα.

Οι Γιουγκοσλάβοι δεν αμφισβητούσαν, τουλάχιστον μεταπολεμικά, τα υφιστάμενα σύνορα στα Βαλκάνια, όμως οι πιέσεις που ασκούσαν τα Σκόπια στο Βελιγράδι για την προβολή διεθνώς ζητήματος ύπαρξης ενός «μακεδονικού έθνους» και καταπίεσης αλύτρωτων Μακεδόνων στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία, δηλητηρίαζε διαρκώς τις σχέσεις τους με τη Σόφια και την Αθήνα.

Φτάνουμε έτσι στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την ίδρυση, το 1991, του «Μακεδονικού κράτους» με την ονομασία στη συνέχεια «Δημοκρατία της Μακεδονίας», και τα υπόλοιπα είναι περίπου γνωστά: Το 1993 μετά και τις αντιδράσεις της Ελλάδας το κράτος αυτό αναγνωρίστηκε από τον ΟΗΕ ως FYROM, ακολούθησε το 1994 το ελληνικό εμπάργκο, ένα χρόνο μετά υπογράφηκε η μεταξύ μας Ενδιάμεση Συμφωνία και τώρα η εξωτερική μας πολιτική βρίσκεται και πάλι στα χαρακώματα.

 

 

«Ο Μέγας Αλέξανδρος δεν ήταν Έλληνας»(;)

 

Ένα ιδιαίτερα ενοχλητικό, έως και εκνευριστικό, «μακεδονικό» γαϊτανάκι που προκύπτει από το Μακεδονικό ζήτημα, είναι και οι ανιστόρητοι ισχυρισμοί των Σκοπίων, με κύριο εκφραστή τον «Μακεδόνα Ηγέτη» Νίκολα Γκρούεφσκι πως ο Μέγας Αλέξανδρος αποτελεί μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς τους και δεν είναι σε καμία περίπτωση μέρος της ελληνικής ιστορίας.

Η παραπάνω θέση αποτελεί φυσικά ξεκάθαρη ύβρη προς την παγκόσμια ιστορία, και βασίζει την όλη θεωρία της σε ιστορικές αερολογίες τύπου «Ο Μέγας Αλέξανδρος δεν ήταν Έλληνας, δεν αναφέρεται πουθενά η σύνδεση Ελλάδος και Μακεδονίας» και «Ο Μέγας Αλέξανδρος έχει πολεμήσει τους Έλληνες».

Ας καταρρίψουμε εν τάχη αυτό το προϊόν φαντασίας…

Η πρώτη ιστορική αναφορά για την ελληνικότητα της Μακεδονίας δίνεται από τον Όμηρο ο οποίος στην Ιλιάδα μνημονεύει τα ονόματα διαφόρων Πελασγικών και Ελληνικών φυλών που ζούσαν στη Μακεδονία.

Ο Στράβων αναφέρει: «Φυσικά η Μακεδονία είναι μέρος της Ελλάδας».

Ο Ηρόδοτος γράφει : «Οι απόγονοι του Περδίκα, του πρώτου Βασιλιά των Μακεδόνων, είναι Έλληνες, όπως οι ίδιοι το θέλουν και όπως εγώ ο ίδιος το ξέρω».

Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι : «Οι Μακεδόνες αποτελούνται από διάφορες ελληνικές φυλές κάτω από διάφορους Βασιλιάδες».

Ο Πολύβιος λέει : «Οποία και πόσο μεγάλη τιμή πρέπει να ανήκει στους Μακεδόνες οι οποίοι το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους δεν έπαψαν ποτέ να μάχονται εναντίον των Βαρβάρων για την ασφάλεια των Ελλήνων».

Ο Αρριανός, στο βιβλίο του «Ανάβαση του Αλεξάνδρου» αναφέρει ότι μετά τη μάχη του Γρανικού ο Αλέξανδρος έκανε τα εξής : «Έστειλε στην Αθήνα, την πρώτη πόλη όλων των Ελλήνων, και όχι στην Πέλλα που ήταν η πρωτεύουσα της Μακεδονίας, τριακόσιες πανοπλίες και άλλα Περσικά λάφυρα, για να ανατεθούν στην πολιούχο Αθηνά με την αφιέρωση «Αλέξανδρος ο Φιλίππου και οι Έλληνες, πλην Λακεδαιμονίων, από των Βαρβάρων των την Ασίαν οικούντων». Επίσης λέει ότι 2000 Έλληνες μισθοφόρους των Περσών, που συνέλαβε αιχμαλώτους, τους έστειλε δέσμιους στη Μακεδονία για να εργασθούν εκεί σαν δούλοι «ότι παρά τα κοινά δόξαντα τοις Έλλησιν, Έλληνες όντες, ενάντια τη Ελλάδι υπέρ των Βαρβάρων εμάχοντο».

 

 

Παρά τις αντιδράσεις ιστορικών (μέχρι και Σκοπιανών) η γείτονα χώρα συνεχίζει στον ίδιο ρυθμό, με την δημιουργία αγαλμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Φιλίππου Β’, με την σύγχρονη αψίδα του θριάμβου του Νίκολα Γκρούεφσκι και έχει υποβαθμίσει μία εκ των σημαντικότερων πολιτιστικών και ιστορικών κληρονομιών, (όχι μόνο της Ελλάδος, αλλά ολόκληρου του κόσμου) σε «κιτς» έκθεμα τύπου «Λας Βέγκας».

Δυστυχώς, η άγνοια και οι ιστορικές προσβολές συνεχίζουν ,εν έτει 2017, να γίνονται δεκτές στον βωμό της εξυπηρέτησης συμφερόντων.

 

Για τον Τομέα Έρευνας:

Κωνσταντίνος Τσίπτσιος, Δημοσιογράφος.

Γράψε απάντηση

Γράψε ο σχολιό σου
Γράψε το όνομά σου